Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Πολλά μπορούν να συμβούν όταν οι δισεκατομμυριούχοι αποκτούν πολιτική δύναμη χωρίς να κατεβαίνουν καν στις εκλογές. Τον συγκεκριμένο άνθρωπο τον είδαμε στο πλευρό του Ντόναλντ Τραμπ, όταν ο δεύτερος πήρε σε πανηγυρικούς τόνους για δεύτερη φορά την προεδρία των ΗΠΑ, για να τον δούμε να απομακρύνεται λίγους μήνες μετά και μάλιστα να ακολουθεί μεγάλη ρήξη μεταξύ τους με αιχμή το μεγάλο φορολογικό και δημοσιονομικό νομοσχέδιο του Τραμπ.

Για όσους δεν θυμούνται, ο Μασκ είχε θεωρήσει ότι ότι η τεράστια αύξηση των δαπανών και του ελλείμματος ακύρωνε στην πράξη τη δουλειά που είχε κάνει μέσω του DOGE για τον περιορισμό των κρατικών δαπανών. Είχε φτάσει μάλιστα να αποκαλέσει το νομοσχέδιο «αηδιαστικό» ενώ υποστήριζε ότι χωρίς τη δική του βοήθεια ο Τραμπ δεν θα είχε κερδίσει τις εκλογές.

Στην πολιτική όμως όλα μπορούν να συμβούν. Η ρήξη δεν αποδείχθηκε μόνιμη. Ο Μασκ μετάνιωσε δημοσίως για ορισμένες από τις επιθέσεις του, οι σχέσεις σταδιακά αποκαταστάθηκαν και σήμερα, το 2026, βρίσκεται ξανά πολιτικά κοντά στο MAGA. Το America PAC του Μασκ δαπανά ήδη εκατομμύρια για Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους στις ενδιάμεσες εκλογές του 2026…

Γιατί γράφονται όλα αυτά; Γιατί ο Μασκ, που αυτή τη στιγμή είναι ο μακράν πλουσιότερος άνθρωπος στη γη, δεν φαίνεται να ταυτίζεται απλώς προσωπικά με τον Τραμπ. Η πολιτική του δραστηριότητα έχει αποκτήσει μια σχετική αυτονομία και ο ίδιος έχει πολλάκις εκφραστεί υπέρ συγκεκριμένων προσώπων και όλων αυτών που αντιπροσωπεύουν σε διάφορες χώρες ανά τον κόσμο (και στην Ελλάδα): στήριξε AfD στη Γερμανία, Ρόμπινσον στη Βρετανία, America PAC στις ΗΠΑ ενώ μόλις τον Ιούλιο αναφέρθηκε στον Ηλία Κασιδιάρη και τη φυλάκισή του.

Η σύγκρουσή του με τον ίδιο τον Τραμπ το 2025 δείχνει ακριβώς ότι μπορεί να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του όχι μόνο ως υποστηρικτή ενός πολιτικού ηγέτη, αλλά ως αυτόνομο πολιτικό παράγοντα με δικό του ακροατήριο, πλατφόρμα, χρήμα και ατζέντα.

Και μετά τις εκλογές της Κυριακής στη Γερμανία, υπάρχει κάτι πιο ανησυχητικό από το ίδιο το 43,8% της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ. Και αυτό είναι το πόσο φυσιολογικό αρχίζουμε να θεωρούμε ότι ένας από τους πλουσιότερους και ισχυρότερους ανθρώπους του κόσμου μπορεί να παρεμβαίνει ανοιχτά στις πολιτικές εξελίξεις μιας χώρας που βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά του.

Ο Έλον Μασκ πανηγύρισε τη σαρωτική νίκη της AfD με ένα «Gut gemacht!» – «Μπράβο!». Και ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, ο άνθρωπος που φιλοδοξεί να γίνει ο πρώτος επικεφαλής κρατιδιακής κυβέρνησης της AfD, δεν περιορίστηκε σε ένα «ευχαριστώ». Μίλησε για την προοπτική μιας «ισχυρής και εποικοδομητικής συνεργασίας» με τον Μασκ εάν το κόμμα του αναλάβει την εξουσία.

Κι εδώ είναι που μπαίνει το μεγάλο ΑΛΛΑ: Ο Μασκ δεν είναι πλέον απλώς ένας δισεκατομμυριούχος που γράφει τις πολιτικές απόψεις του στο Διαδίκτυο. Βρισκόμαστε μπροστά στη διαμόρφωση ενός νέου είδους πολιτικής ισχύος, που δεν χρειάζεται ούτε κόμμα ούτε ψήφο ούτε εθνικά σύνορα για να ασκηθεί.

Ο Μασκ δεν έκρυψε ποτέ τις απόψεις του. Το κρίσιμο όμως είναι ότι δεν είναι ένας οποιοσδήποτε χρήστης των social media.

Ελέγχει το X, μία από τις σημαντικότερες πλατφόρμες πολιτικής επικοινωνίας στον κόσμο. Διαθέτει ένα τεράστιο προσωπικό ακροατήριο. Είναι επικεφαλής εταιρειών που δραστηριοποιούνται σε στρατηγικούς τομείς, από το Διάστημα και τις δορυφορικές επικοινωνίες μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη. Και ταυτόχρονα επιλέγει όλο και συχνότερα να χρησιμοποιεί αυτή τη δύναμη για να παρεμβαίνει άμεσα στην πολιτική.

Η Γερμανία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πριν από τις ομοσπονδιακές εκλογές του 2025, ο Μασκ είχε δηλώσει ότι «μόνο η AfD μπορεί να σώσει τη Γερμανία». Προώθησε επανειλημμένα το κόμμα μέσω του X, πήρε συνέντευξη από την Άλις Βάιντελ και εμφανίστηκε μέσω βίντεο σε προεκλογική εκδήλωση της AfD. Το Reuters είχε καταγράψει τουλάχιστον δύο δεκάδες αναρτήσεις του υπέρ του κόμματος μέσα σε μόλις δύο μήνες.

Τώρα η AfD δεν είναι πια ένα περιθωριακό κόμμα. Στη Σαξονία-Άνχαλτ κέρδισε το 43,8%, υπερδιπλασιάζοντας τη δύναμή της, και έφτασε μία ανάσα από την αυτοδυναμία.

Και αυτό αλλάζει τη συζήτηση.

Θα ήταν εύκολο να αντιμετωπίσουμε όλα αυτά ως μια ιδιορρυθμία του Μασκ. Νομίζω ότι θα ήταν λάθος. Οι παρεμβάσεις του εκτείνονται πέρα από τη Γερμανία. Στη Βρετανία υποστήριξε δημόσια τον Τόμι Ρόμπινσον και συγκρούστηκε ακόμη και με τον Νάιτζελ Φάρατζ όταν εκείνος αρνήθηκε να ταυτιστεί μαζί του. Έχει παρέμβει στην ιταλική πολιτική και έχει αναπτύξει στενές σχέσεις με πολιτικά πρόσωπα της ευρωπαϊκής δεξιάς.

Και πριν από λίγες εβδομάδες εμφανίστηκε και η Ελλάδα στον χάρτη.

Ο Μασκ αναδημοσίευσε ανάρτηση σχετικά με την παραμονή του Ηλία Κασιδιάρη στη φυλακή και σχολίασε: «This is messed up». Για να είμαστε ακριβείς, δεν δήλωσε ότι υποστηρίζει πολιτικά τον Κασιδιάρη. Παρενέβη όμως στη συζήτηση για την κράτησή του και για το κατά πόσο η πολιτική δραστηριότητα μέσω X μπορεί να λαμβάνεται υπόψη σε δικαστικές αποφάσεις. Όμως ακόμη κι έτσι, το γεγονός έχει σημασία: ένας άνθρωπος με παγκόσμια επικοινωνιακή ισχύ μπορεί με τρεις λέξεις να μεταφέρει μια ελληνική πολιτική και δικαστική υπόθεση σε ένα τεράστιο διεθνές ακροατήριο.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη τάση που θα πρέπει να προβληματίσει. Για πολλά χρόνια στην Ευρώπη αντιμετωπίζαμε την ακροδεξιά σαν μια δύναμη διαμαρτυρίας: κόμματα που μπορούσαν να συγκεντρώσουν 10%, 15% ή ακόμη και 20%, αλλά παρέμεναν στην περιφέρεια της εξουσίας.

Αυτό τώρα δείχνει ναι αλλάζει. Ακροδεξιά και εθνικιστικά κόμματα έχουν μετατραπεί σε σημαντικές κοινοβουλευτικές δυνάμεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Σε ορισμένες συμμετέχουν ή έχουν συμμετάσχει στην εξουσία. Δεν μιλάμε επομένως για το περιθώριο. Μιλάμε για κόμματα που διεκδικούν την εξουσία.

Και ίσως ακόμη πιο σημαντικό: η ψήφος προς αυτά παύει σταδιακά να θεωρείται αποκλειστικά «ψήφος διαμαρτυρίας». Για ένα τμήμα των ευρωπαϊκών κοινωνιών αποτελεί πλέον συνειδητή πολιτική επιλογή.

Το εύκολο θα ήταν να αποδώσουμε την άνοδο αυτή στους αλγόριθμους, στον Μασκ ή στα social media. Δεν αρκεί.

Η ακροδεξιά δεν δημιουργήθηκε από το X. Τροφοδοτείται από πραγματικά προβλήματα: ακρίβεια, μεταναστευτικό, στεγαστική κρίση, ενεργειακή ανασφάλεια, αποβιομηχάνιση, φόβο για την απώλεια θέσεων εργασίας, γεωπολιτικές ανατροπές και μια βαθιά δυσπιστία απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές ελίτ.

Όταν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας πιστεύουν ότι το βιοτικό τους επίπεδο υποχωρεί και ότι το πολιτικό σύστημα δεν ακούει τις ανησυχίες τους, δημιουργείται το ιδανικό έδαφος για απλές απαντήσεις σε εξαιρετικά σύνθετα προβλήματα.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο λάθος που μπορεί να κάνει το πολιτικό κέντρο: να καταγγέλλει τους ψηφοφόρους αντί να αναρωτιέται γιατί τους χάνει.

Γιατί πίσω από κάθε εκλογικό ποσοστό υπάρχουν πραγματικοί άνθρωποι. Και όταν σχεδόν ένας στους δύο ψηφοφόρους σε ένα γερμανικό κρατίδιο επιλέγει την AfD, δεν αρκεί πλέον να το αποδίδεις σε μια παρέκκλιση του εκλογικού σώματος.

Εδώ εμφανίζεται μια τρίτη, ίσως ακόμη πιο σημαντική τάση. Η παραδοσιακή εικόνα του μεγάλου επιχειρηματία ήταν σχετικά απλή: χρηματοδοτούσε κόμματα, έκανε lobbying, συναντούσε κυβερνήσεις και προσπαθούσε να επηρεάσει την οικονομική πολιτική.

Η νέα γενιά των tech billionaires διαθέτει κάτι πολύ περισσότερο: την ίδια την υποδομή πάνω στην οποία διεξάγεται μεγάλο μέρος της πολιτικής συζήτησης.

Ο ιδιοκτήτης μιας αυτοκινητοβιομηχανίας μπορεί να ασκήσει τεράστια οικονομική πίεση. Ο ιδιοκτήτης όμως μιας παγκόσμιας πλατφόρμας μπορεί ταυτόχρονα να παράγει μήνυμα, να το διανέμει και να συνομιλεί απευθείας με το εκλογικό σώμα. Και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να πολλαπλασιάσει αυτή τη δύναμη.

Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα. Οι πολιτικοί, τουλάχιστον στις δημοκρατίες, λογοδοτούν στις εκλογές. Οι κυβερνήσεις υπόκεινται σε κοινοβουλευτικό έλεγχο. Τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης λειτουργούν –με όλες τις αδυναμίες τους– μέσα σε ένα πλαίσιο νόμων, επαγγελματικών κανόνων και δημόσιας λογοδοσίας. Σε ποιον ακριβώς λογοδοτεί ένας δισεκατομμυριούχος που ελέγχει ταυτόχρονα την πλατφόρμα, τον αλγόριθμο και έναν από τους μεγαλύτερους προσωπικούς μηχανισμούς επικοινωνίας στον πλανήτη;

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι φυσικά είναι να απαγορεύσουμε στον Μασκ ή σε οποιονδήποτε άλλον να εκφράζει πολιτικές απόψεις. Το ερώτημα είναι πώς προστατεύεται μια δημοκρατία όταν η δυνατότητα επηρεασμού εκατομμυρίων ψηφοφόρων συγκεντρώνεται σε τόσο λίγα ιδιωτικά χέρια. Και κυρίως: τι θα συμβεί όταν αυτό που σήμερα βλέπουμε να γίνεται με posts, reposts και live συζητήσεις συνδυαστεί πλήρως με τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης.

Ίσως γι’ αυτό οι δύο λέξεις του Μασκ μετά τις γερμανικές εκλογές έχουν μεγαλύτερη σημασία από όσο φαίνεται.

Το «Gut gemacht!» από μόνο του δεν αλλάζει ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Συμβολίζει όμως κάτι μεγαλύτερο: Έναν κόσμο στον οποίο οικονομική δύναμη, τεχνολογική ισχύς, ιδιοκτησία της πληροφορίας και πολιτική επιρροή αρχίζουν να συγκεντρώνονται στα ίδια χέρια. Ταυτόχρονα, πολιτικές δυνάμεις που πριν από μία δεκαετία βρίσκονταν στο περιθώριο πλησιάζουν την εξουσία, όπως είδαμε με το AfD στη Γερμανία. Δεν ξέρω αν αυτό αποτελεί μια προσωρινή πολιτική μετατόπιση ή την αρχή μιας πολύ βαθύτερης αλλαγής. Ξέρω όμως ότι αξίζει να μας ανησυχεί. Όχι επειδή πρέπει να φοβόμαστε τις διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Αλλά επειδή η δημοκρατία προϋποθέτει ότι κανένας άνθρωπος –όσο πλούσιος, δημοφιλής ή τεχνολογικά ισχυρός κι αν είναι– δεν διαθέτει δυσανάλογη δύναμη πάνω στο πεδίο όπου αυτές οι απόψεις διαμορφώνονται.

Και αυτό είναι κάτι που φαίνεται να αλλάζει.