Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Κάτι βαθύτερο από ένα ακόμη κύμα διαδηλώσεων συμβαίνει στην Ευρώπη. Από το Παρίσι και το Μιλάνο μέχρι τη Μαδρίτη, τη Λισαβόνα και τα Τίρανα, η κοινωνική δυσαρέσκεια αποκτά χαρακτηριστικά ευρύτερης πολιτικής και οικονομικής αμφισβήτησης. Εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες βγαίνουν στους δρόμους, με διαφορετικά αιτήματα, αλλά με μια κοινή αίσθηση: ότι η καθημερινότητά τους γίνεται δυσκολότερη και οι κυβερνήσεις αδυνατούν να προσφέρουν πειστικές απαντήσεις.

Πίσω από τις κινητοποιήσεις βρίσκεται κάτι περισσότερο από την ακρίβεια. Είναι η σταδιακή διάρρηξη μιας προσδοκίας που χαρακτήρισε για δεκαετίες τις ευρωπαϊκές κοινωνίες: ότι κάθε νέα γενιά θα μπορούσε να ζήσει καλύτερα από την προηγούμενη. Σήμερα, αυτή η υπόσχεση δοκιμάζεται. Και η απογοήτευση αρχίζει να αποκτά φωνή και πέτρες στα χέρια.

Η Γαλλία αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα συγκεκριμένο κοινωνικό αίτημα μπορεί να εξελιχθεί σε γενικευμένη δυσαρέσκεια. Οι κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από μαθητές που διαμαρτύρονταν για ελλείψεις εκπαιδευτικών και προβληματικές σχολικές εγκαταστάσεις. Σταδιακά, όμως, απέκτησαν ευρύτερο περιεχόμενο, καθώς στις εκπαιδευτικές διεκδικήσεις προστέθηκαν η ακρίβεια, η υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και η οικονομική ανασφάλεια. Περισσότεροι από 500.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις διαδηλώσεις, ενώ οι συγκρούσεις και οι καταστροφές ανέδειξαν μια επικίνδυνη κλιμάκωση.

Το γαλλικό παράδειγμα αποκαλύπτει ότι η κοινωνική οργή δεν χρειάζεται μία και μοναδική αιτία για να εκδηλωθεί. Αρκεί διαφορετικές ομάδες πολιτών να καταλήξουν στο ίδιο συμπέρασμα: ότι το κράτος δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.

Η ίδια αίσθηση αδιεξόδου εμφανίζεται, με διαφορετικό πρόσωπο, στην Ιβηρική Χερσόνησο. Στην Ισπανία, η έξωση της 87χρονης Maricarmen Abascal, έπειτα από αύξηση του ενοικίου της κατά 230%, έγινε σύμβολο της στεγαστικής κρίσης. Ο θάνατός της δύο εβδομάδες αργότερα ενίσχυσε τη φόρτιση γύρω από μια υπόθεση που εξέφραζε την αγωνία χιλιάδων νοικοκυριών.

Στη γειτονική Πορτογαλία, το πρόβλημα είχε αντίστοιχες διαστάσεις. Οι τιμές των κατοικιών αυξήθηκαν κατά 16,5% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Έτσι, ενώ στη Γαλλία οι πολίτες διαμαρτύρονταν για όσα δεν τους προσέφεραν πλέον οι δημόσιες υπηρεσίες, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία αμφισβητούσαν τη δυνατότητά τους να εξασφαλίσουν κάτι ακόμη πιο θεμελιώδες: μια προσιτή κατοικία.

Στην Ιταλία, η ακρίβεια οδήγησε σε κινητοποιήσεις που κατέληξαν σε συγκρούσεις στο Μιλάνο. Στην Αλβανία, τα προβλήματα των πανεπιστημίων και τα υψηλά δίδακτρα μετατράπηκαν σε ευρύτερη πολιτική αμφισβήτηση, με αιτήματα παραίτησης του πρωθυπουργού Έντι Ράμα.

Διαφορετικές χώρες, διαφορετικές αφορμές, αλλά η ίδια βαθύτερη ανησυχία: ότι η οικονομική και κοινωνική ασφάλεια υποχωρεί.

Η αύξηση του ενεργειακού κόστους, εξαιτίας των πολέμων στο Ιράν και στην Ουκρανία, έχει επιβαρύνει περαιτέρω τους ευρωπαϊκούς οικογενειακούς προϋπολογισμούς. Ωστόσο, θα ήταν απλουστευτικό να αποδοθεί ολόκληρο το κύμα κινητοποιήσεων στις τιμές των καυσίμων. Το ενεργειακό σοκ του 2022 ήταν ακόμη μεγαλύτερο, χωρίς να προκαλέσει παντού αντίστοιχες κοινωνικές εκρήξεις.

Αυτό που έχει αλλάξει είναι η συσσώρευση απογοήτευσης.

Οι Ευρωπαίοι έχουν αντιμετωπίσει διαδοχικές κρίσεις και βλέπουν τις οικονομικές δυσκολίες να αποκτούν μόνιμα χαρακτηριστικά. Οι ανατιμήσεις περιορίζουν την αγοραστική τους δύναμη, η στέγαση απορροφά ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος και οι δημόσιες υπηρεσίες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις προσδοκίες. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο πόσα χρήματα κερδίζει κάποιος, αλλά τι μπορεί πραγματικά να εξασφαλίσει με αυτά. Όταν η εργασία δεν εγγυάται οικονομική ασφάλεια και η προοπτική μιας καλύτερης ζωής απομακρύνεται, η κοινωνική δυσαρέσκεια αναπόφευκτα αποκτά πολιτική διάσταση.

Το μεγάλο ευρωπαϊκό παράδοξο είναι ότι οι κοινωνίες ζητούν περισσότερη προστασία ακριβώς τη στιγμή που οι κυβερνήσεις έχουν περιορισμένες δυνατότητες να την προσφέρουν. Το υψηλό δημόσιο χρέος, η χαμηλή ανάπτυξη και τα δημοσιονομικά ελλείμματα περιορίζουν τα περιθώρια για παροχές, φορολογικές ελαφρύνσεις και ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών.

Ο Πορτογάλος υπουργός Οικονομικών ανέδειξε την ουσία του προβλήματος: χωρίς μεγαλύτερη παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, η Ευρώπη δεν μπορεί να εξασφαλίσει διαρκώς υψηλότερους μισθούς και περισσότερους πόρους για κοινωνική προστασία.

Η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτύσσεται με χαμηλότερους ρυθμούς από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ οι απαιτήσεις των πολιτών αυξάνονται.

Οι κοινωνίες ζητούν περισσότερα, από μια οικονομία που δυσκολεύεται να παράγει περισσότερα.

Και όσο αυτό το χάσμα παραμένει, τόσο πιθανότερο είναι οι κινητοποιήσεις να συνεχιστούν. Ίσως με διαφορετικά αιτήματα, διαφορετικές αφορμές και διαφορετικές κυβερνήσεις απέναντί τους, αλλά με την ίδια υποβόσκουσα οργή.

Στην Ελλάδα, οι πρόσφατες μαθητικές και φοιτητικές κινητοποιήσεις είχαν τις δικές τους διεκδικήσεις. Δεν μπορούν να εξομοιωθούν αυτόματα με τις βίαιες διαδηλώσεις της Γαλλίας ή με τη στεγαστική αγανάκτηση της Ισπανίας.

Ωστόσο, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που τροφοδοτούν την ευρωπαϊκή δυσαρέσκεια υπάρχουν και στη χώρα μας.

Η ακρίβεια, τα υψηλά ενοίκια, οι δυσκολίες των νέων να αποκτήσουν κατοικία, οι χαμηλοί μισθοί και οι αδυναμίες των δημόσιων υπηρεσιών δεν αποτελούν ξένες εμπειρίες για την ελληνική κοινωνία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα οδηγείται αναπόφευκτα σε κοινωνική έκρηξη. Σημαίνει όμως ότι δεν δικαιούται να θεωρεί πως αποτελεί εξαίρεση.

Η απουσία εκτεταμένων επεισοδίων δεν ισοδυναμεί με απουσία δυσαρέσκειας. Ούτε η κοινωνική ηρεμία μπορεί να θεωρείται δεδομένη επειδή δεν εκδηλώνεται κάθε εβδομάδα μια μεγάλη διαδήλωση. Οι πολίτες μπορεί να μη βρίσκονται στους δρόμους, αλλά συνεχίζουν να μετρούν το εισόδημά τους, το ενοίκιο, τους λογαριασμούς και τις δυνατότητες των παιδιών τους.

Και κάπως έτσι, η Ευρώπη εισέρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις θα κρίνονται λιγότερο από τις υποσχέσεις τους και περισσότερο από την πραγματική καθημερινότητα των πολιτών.

Για την Ελλάδα, το δίδαγμα δεν είναι πώς θα αποφύγει τις διαδηλώσεις, αλλά πώς θα αντιμετωπίσει τους λόγους που μπορούν να τις προκαλέσουν.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν αρχίζει όταν οι πολίτες βγαίνουν στους δρόμους. Αρχίζει όταν πιστεύουν ότι μόνο στους δρόμους μπορεί πλέον να ακουστεί η φωνή τους. Και έρχονται και εκλογές…