Μπορεί τα χρηματιστήρια να διατηρούν την ψυχραιμία τους, αλλά τα μηνύματα που έρχονται από την αγορά με τη μεγαλύτερη βαρύτητα, αυτήν των ομολόγων, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Σχεδόν σε όλες τις μεγάλες οικονομίες, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων αυξάνονται: Τα 30ετή αμερικανικά είναι στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, στην Ιαπωνία οι αποδόσεις προσεγγίζουν προς το ιστορικό υψηλό τους, στη Μ. Βρετανία οι αποδόσεις πλησιάζουν το 6%, το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008, ενώ και τα γερμανικά ομόλογα διαπραγματεύονταν στα επίπεδα του 2011.
Είναι μια εξέλιξη που αφορά και τη χώρα μας καθώς με τις πρόωρες αποπληρωμές χρέους και τη δημοσιονομική πειθαρχία οι αγορές εμπιστεύονται στην Ελλάδα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το γενικό κλίμα δεν επηρεάζει. Είναι ενδεικτικό ότι το 10ετές κρατικό ομόλογο της Ελληνικής Δημοκρατίας έχει σήμερα απόδοση περίπου στο 4,21% – 4,22%, ενώ πριν από ακριβώς 6 μήνες η απόδοση του ίδιου ομολόγου ήταν χαμηλότερη, κινούμενη στην περιοχή του 3,78% με 4,04%. Η Ελληνική οικονομία πάει καλά, οι οίκοι αξιολόγησης μας αναβαθμίζουν και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς παρά τα μεγάλα βήματα προόδου που κάναμε τα τελευταία χρόνια, το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό.
Παρότι η αγορά κάθε χώρας επηρεάζεται από εγχώριους οικονομικούς παράγοντες οι δυνάμεις που ωθούν τις αποδόσεις υψηλότερα έχουν παγκόσμιο χαρακτήρα. Πρόσφατα σε άρθρο του ο διάσημος οικονομολόγος Μ. Ελ Εριαν έγραψε πως «δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο sell-off στην αγορά ομολόγων», υποστηρίζοντας πως η σημερινή κατάσταση «θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την αρχή μιας διαρθρωτικής οικονομικής μεταβολής, πιο μακροχρόνιας και με μεγαλύτερες παγκόσμιες συνέπειες από τα περισσότερα προηγούμενα επεισόδια μεταβλητότητας στις αγορές». Κατά τον Ελ Εριάν ο βασικός παράγοντας για την αναταραχή στις αγορές ομολόγων δεν είναι ο ανεξέλεγκτος πληθωρισμός, καθώς «αυτό που έχει εκτιναχθεί είναι η πραγματική απόδοση, δηλαδή η πρόσθετη, προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό αποζημίωση που απαιτούν οι επενδυτές προκειμένου να αναλάβουν τον κίνδυνο αγοράς χρέους σε έναν πιο ασταθή κόσμο».
Σε έναν κόσμο που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει τι θα συμβεί σε 3 μήνες. Αν δηλαδή ο Τράμπ θα διαπραγματευτεί με το Ιράν ή θα τους εξαλείψει όπως λέει, αν ο Πούτιν θα επιτεθεί σε Νατοϊκή χώρα τους επόμενους μήνες όπως υποστηρίζουν οι ευρωπαϊκές μυστικές υπηρεσίες, κ.ο.κ. Και από κοντά στην γεωπολιτική ρευστότητα, τον Αύγουστο πληροφορηθήκαμε πως το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ ξεπέρασε τα 40 τρισ. δολάρια και το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου ανακοίνωσε πως οι καθαρές δαπάνες για τόκους του δημόσιου χρέους το 2026 ανέρχονται στα 963 δισ. δολάρια. Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη εκτός από τα γνωστά οικονομικά προβλήματα π.χ. Γερμανία, το 2027 έχουν εκλογές 10 κράτη μέλη.
Κι εφόσον δεν ξέρουμε τι μας ξημερώνει γιατί οι επενδυτές να μην ζητούν την «πρόσθετη, προσαρμοσμένη στον πληθωρισμό αποζημίωση» που αναφέρει ο Ελ Εριάν για να αναλάβουν τον κίνδυνο αγοράς χρέους; Η εποχή του φθηνού χρήματος τελειώνει και οι συνέπειες θα αρχίσουν να γίνονται αισθητές στην πραγματική οικονομία και στα νοικοκυριά καθώς η ζωή θα γίνεται ακριβότερη.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.