Ένα από τα μεγάλα ζητούμενα για την ελληνική οικονομία στην τρέχουσα χρονιά, είναι η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας. Να ξεφύγουμε επιτέλους από την κατηγορία «σκουπίδια» στην οποία μας έριξε η χρεοκοπία της χώρας και παραμένουμε ακόμα, παρά τις 12 αναβαθμίσεις που μας έκαναν οι οίκοι αξιολόγησης τα τέσσερα τελευταία χρόνια. Για τον πολύ κόσμο ίσως το θέμα αυτό να μοιάζει δυσνόητο και ακατάληπτο, πλην όμως στην πραγματικότητα μας αφορά όλους και έχει άμεσο αντίκτυπο στην τσέπη μας. Γιατί το να δανείζεται φθηνότερα η χώρα μέσω των ομολόγων της, προκύπτει ένα σημαντικό όφελος για την οικονομία μας γιατί παράλληλα θα δανείζονται με χαμηλότερα επιτόκια και οι επιχειρήσεις τόσο για τα ομόλογα που εκδίδουν όσο και στον απευθείας τραπεζικό δανεισμό τους. Το ίδιο θα ισχύει και για τους πολίτες που θεωρητικά θα βρίσκουν χαμηλότερα επιτόκια στον προσωπικό τους δανεισμό.
Αυτά βέβαια στην παρούσα φάση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης λόγω πληθωρισμού που αναγκάζει τους κεντρικούς τραπεζίτες να ανεβάζουν συνεχώς τα επιτόκια προκαλώντας μεγάλα προβλήματα στους πολίτες, μπορεί να μην έχει άμεση επίπτωση, όμως ο ανοδικός κύκλος των επιτοκίων είναι θέμα χρόνου να κλείσει και να αρχίσει στη συνέχεια η σταδιακή αποκλιμάκωση. Μεσομακροπρόθεσμα επομένως η επενδυτική βαθμίδα θα ωφελήσει όλους τους κλάδους της οικονομίας και κατ’ επέκταση και τους πολίτες.
Το πότε όμως θα συμβεί αυτό, δηλαδή ένας από τους 3 διεθνείς οίκους αξιολόγησης που μας έχουν επί του παρόντος μόλις ένα σκαλί πριν από την επενδυτική βαθμίδα (ο τέταρτος, η Μoody’s μας έχει ακόμα τρία σκαλιά χαμηλότερα) θα πάρει την απόφαση για το επόμενο βήμα, είναι ένα ερώτημα.
Υπάρχει μια φιλολογία που ξεκίνησε από την Goldman Sachs ότι η Standard & poor’s θα το κάνει στις 21 Απριλίου. Πλην όμως από το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης αλλά και από την Τράπεζα της Ελλάδος δίνουν ελάχιστες πιθανότητες σ’ αυτό το ενδεχόμενο. Κι αυτό γιατί η χώρα βρίσκεται σε προεκλογική περίοδο κι αυτό προσμετράται στην κρίση των διεθνών οίκων δεδομένου ότι λαμβάνουν πολύ σοβαρά υπόψη στις αποφάσεις τους, την πολιτική σταθερότητα των αξιολογούμενων χωρών.
Είναι επομένως κρίσιμο να μην έχουμε μακρά προεκλογική περίοδο, να μην κάνει «κοιλιά» η οικονομία στο διάστημα αυτό αλλά και η όποια κυβέρνηση προκύψει, να έχει μεγάλο ορίζοντα μπροστά της και κυρίως να εκπληρώσει τους στόχους του προϋπολογισμού για ανάπτυξη και πλεονάσματα αλλά και να μην υπάρξει δημοσιονομικός εκτροχιασμός.
Κι αυτά για τον απλό ψηφοφόρο που ακούει τις σειρήνες των κομμάτων και την πλειοδοσία υποσχέσεων για νέες αυξήσεις μισθών στα 880 ευρώ, για σεισάχθεια στα δάνεια, για 13η σύνταξη για τεράστιες αυξήσεις πολύ πάνω από τον πληθωρισμό στους μισθούς του Δημοσίου και τόσα άλλα, μπορεί να είναι ψιλά γράμματα.
Κι όμως δεν είναι έτσι, καθώς στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στο οποίο ζούμε καλώς η κακώς, οι εθνικές πολιτικές σε μεγάλο βαθμό ετεροκαθορίζονται. Ας σκεφτούμε μόνο γιατί ταλαιπωρείται η παγκόσμια οικονομία τον τελευταίο χρόνο με τον πόλεμο στην Ουκρανία, την εξ αυτού ενεργειακή κρίση και τον πληθωρισμό που ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών απ’ άκρου εις άκρον.
Πληρώσαμε και πληρώνουμε ακριβά τις εισαγόμενες κρίσεις, όπως θα πληρώσουμε ακριβά αν τώρα που δεν έχουμε πάνω από το σβέρκο μας την τρόικα, αρχίσουμε να μοιράζουμε αφειδώς και πάνω απ’ όσα επιτρέπει η δημοσιονομική μας κατάσταση.
Και αλίμονο αν ξαναβρεθούν διαχειριστές των οικονομικών μας, με large διάθεση που θα μοιράζουν τα δανεικά της χώρας για να δείχνουν ευχάριστοι στο κοινό τους. Και όσο κι αν ακούγεται δυσάρεστο, καλύτερα να απλώνουμε τα πόδια μέχρι εκεί που φθάνει το πάπλωμα, παρά να χάσουμε στο τέλος όλο το πάπλωμα!
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.