Οι δύο πόλεμοι που διεξάγονται ταυτόχρονα στην Ουκρανία και το Ιράν καταρρίπτουν πολλές πεποιθήσεις – ψευδαισθήσεις αποδεικνύονται τελικά. Πρώτον, η άποψη ότι ο πιο ισχυρός στρατός κερδίζει τον πόλεμο. Η Ρωσία και η συμμαχία ΗΠΑ – Ισραήλ έχουν ισχυρότερο στρατό από την Ουκρανία και το Ιράν, όμως δεν κέρδισαν τους πολέμους σε λίγες εβδομάδες, όπως πίστευαν. Δεύτερον, η ψευδαίσθηση ότι ο πιο ακριβός στρατιωτικός εξοπλισμός κερδίζει τον πόλεμο. Τα drones φαίνεται ότι είναι πολύ αποτελεσματικά και κοστίζουν κλάσματα της αξίας ενός πυραύλου ή ενός μαχητικού αεροπλάνου. Μια απλή σύγκριση είναι ότι ένας πύραυλος Patriot που κοστίζει περίπου 4 εκατ. δολάρια καταστρέφει ένα ιρανικό drone που κοστίζει 50.000 δολάρια.
Η σύγκριση είναι συντριπτική υπέρ του drone. Τρίτον, η εντύπωση ότι τα όπλα και οι στρατοί προκαλούν μεγαλύτερη καταστροφή από τα οικονομικά εργαλεία. Οπως αποδείχθηκε και στους δύο πολέμους, οι οικονομικές επιπτώσεις είναι αυτές που κινητοποιούν την κοινή γνώμη και τις αγορές και καθορίζουν την πορεία των πολέμων και όχι ο αριθμός των νεκρών. Είναι κυνική, τραγική και δυσάρεστη αυτή η διαπίστωση, αλλά είναι πραγματική. Ολες οι κυβερνήσεις της Ευρώπης ασχολούνται με την ενεργειακή κρίση και τη διαταραχή της εμπορικής αλυσίδας που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Ολες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις του κόσμου ασχολούνται με την ενεργειακή κρίση που προκαλεί το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν. Και αυτό είναι το κεντρικό, αν όχι το μοναδικό σημείο των διαπραγματεύσεων που διεξάγονται σήμερα για να σταματήσει ο πόλεμος.
Το Ιράν διαπίστωσε ότι το κλείσιμο των Στενών είναι ένα όπλο πολύ ισχυρότερο από τα πυρηνικά όπλα που προσπαθεί να φτιάξει. Το ίδιο βέβαια κατάλαβε και ο υπόλοιπος κόσμος.
Τελικά, λοιπόν, ο έχων τη δυνατότητα να κλείσει έναν εμπορικό δρόμο, ιδίως έναν ενεργειακό δρόμο, διαθέτει ένα πανίσχυρο όπλο.
Γύρω από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα γραφτούν πολλές μελέτες στο μέλλον – ήδη το ζήτημα απασχολεί όλες τις κυβερνήσεις του κόσμου και σε επίπεδο θεσμικό.
Το ότι μια χώρα μπορεί και κλείνει έναν διεθνή ναυτικό δρόμο, χωρίς να έχει κανένα δικαίωμα, πρέπει να κινητοποιήσει την παγκόσμια κοινότητα και τους διεθνείς οργανισμούς, δημόσιους και ιδιωτικούς.
Αν προσπαθήσουμε να δούμε τα δεδομένα (που εξηγούν και γιατί δεν έχει δικαίωμα το Ιράν να κλείνει τα Στενά) έχουμε τα εξής στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας: στους θαλάσσιους δρόμους που είναι κατασκευασμένοι από τον άνθρωπο, όπως η Διώρυγα του Σουέζ ή του Παναμά, οι χώρες στις οποίες ανήκουν αυτές οι διώρυγες έχουν δικαίωμα να τις εκμεταλλεύονται οικονομικά, π.χ. να χρεώνουν τέλη στα καράβια που περνούν. Στους φυσικούς θαλάσσιους δρόμους, όπως είναι τα Στενά του Ορμούζ ή ο Βόσπορος, κανείς δεν έχει δικαίωμα να χρεώνει τέλη, ούτε να τα κλείνει. Είναι ανοιχτά και ελεύθερα σε όλους. Αυτός εξάλλου είναι και ο λόγος που ο Ερντογάν θέλει να φτιάξει παράλληλα με το στενό του Βοσπόρου ένα νέο κανάλι ναυσιπλοΐας στην Κωνσταντινούπολη, για να χρεώνει τα πλοία που περνούν.
Το Ιράν λοιπόν δεν έχει δικαίωμα να κλείνει ένα διεθνές ελεύθερο ναυτικό πέρασμα. Φυσικά, αυτά σε καιρό πολέμου είναι ψιλά γράμματα. Το Ιράν έκλεισε το πέρασμα, συνεπώς όλο το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, αλλά και όλα τα άλλα πολύτιμα φορτία που παράγονται, φορτώνονται και διακινούνται από τις χώρες της περιοχής ξαφνικά βγαίνουν εκτός διεθνούς εμπορίου. Αυτό προκαλεί τεράστια ενεργειακή κρίση σε όλους, και στις χώρες που καταναλώνουν αυτά τα προϊόντα και στις χώρες που τα παράγουν και δεν μπορούν να τα πουλήσουν.
Η ουσία λοιπόν είναι ότι ο έλεγχος μιας ενεργειακής οδού, αλλά και οποιασδήποτε εμπορικής οδού, είναι σήμερα το ισχυρότερο όπλο, ακόμα και από τους πυραύλους, διότι η επίπτωσή του είναι παγκόσμια και όχι τοπική. Για την ιστορία, αυτό δεν είναι καινούρια διαπίστωση, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι Πορτογάλοι και οι Ισπανοί θαλασσοπόροι έκαναν τις εξερευνήσεις και τις ανακαλύψεις των Νέων Κόσμων επειδή ο δρόμος της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής από τον οποίο περνούσαν τα εμπορεύματα από και προς Ασία είχε ελεγχθεί από τους Βενετούς και τους Οθωμανούς αντίστοιχα, συνεπώς χρειάστηκε να παρακάμψουν αυτή την επί αιώνες παραδοσιακή εμπορική οδό (τον Δρόμο του Μεταξιού).
Το ερώτημα τώρα είναι πώς θα λήξει αυτή η ιστορία, αν οι κυβερνήσεις όλων των χωρών θα δεχτούν να πληρώνουν το Ιράν για να περνάνε, αν η παραγωγή των χωρών του Κόλπου θα ξαναρχίσει και πότε θα φτάσει στα επίπεδα που ήταν πριν από τον πόλεμο, αφού ήδη οι καταστροφές υποδομών είναι τεράστιες, και πώς θα ηρεμήσει η περιοχή, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εκρηκτική κατάσταση. Δύσκολη πολύ η εξίσωση, με πολλές παραμέτρους, διαφορετικές νοοτροπίες και ασύλληπτο πόνο από τα χιλιάδες θύματα.
Το δεύτερο ζήτημα είναι πώς θα χειριστεί η παγκόσμια κοινότητα τέτοιου είδους καταστάσεις για το μέλλον, αφού τα ελεύθερα σήμερα διεθνή θαλάσσια περάσματα μπορεί αύριο να κλείνουν από όποιον έχει τη δυνατότητα να το κάνει. Για παράδειγμα, για όποιον δεν βαριέται να κοιτάξει τον χάρτη, λίγο πιο δυτικά υπάρχει το πέρασμα Μπαμπ Ελ-Μαντέμπ, το οποίο μπορεί να ελέγξει, αν θέλει, η Υεμένη. Τέτοια περάσματα υπάρχουν σε πολλά μέρη του κόσμου, που μπορεί αυθαίρετα να κλείσουν κάποιες χώρες. Συνεπώς, η διεθνής κοινότητα με αφορμή το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ πρέπει να εξετάσει τρόπους διασφάλισης των θαλάσσιων δρόμων όχι μόνο μέσω του Δικαίου της Θάλασσας, αλλά και με συμφωνημένους τρόπους άμεσης επέμβασης, όταν χρειάζεται. Το ίδιο πρέπει να κάνει για τους ενεργειακούς δρόμους (αγωγούς) και για όλους τους εμπορικούς δρόμους.
Ο κόσμος, πάντως, μετά τους δύο αυτούς πολέμους αλλάζει, όπως αλλάζει και η αντίληψη της ενεργειακής αυτάρκειας των χωρών, που είναι προφανές ότι απαιτεί μεγάλες επενδύσεις σε εγχώριους πόρους που δεν ελέγχονται εξωγενώς, π.χ. οι ΑΠΕ, τα υδροηλεκτρικά, τα πυρηνικά και τα ορυκτά καύσιμα. Χρειάζεται δηλαδή κάθε χώρα ξεχωριστά να εξασφαλίζει την ενεργειακή της επάρκεια και με δικά της μέσα, συνδυάζοντας την αναγκαιότητα για πράσινη ανάπτυξη με τις παραδοσιακές μεθόδους.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.