Οι υπηρεσίες internet στην Ελλάδα δεν είναι μόνον ακριβές. Είναι και χαμηλής ποιότητας καθώς το internet είναι απελπιστικά αργό.

Πριν από λίγες ημέρες εκδόθηκε η έκθεση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών – Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) η οποία επισημαίνει ότι οι ταχύτητες παραμένουν χαμηλές. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης αυξάνονται σταθερά οι ευρυζωνικές συνδέσεις αλλά το 61,1% των συνδέσεων έχει ονομαστικές ταχύτητες από 10 Mbps έως 30 Mbps.

Αντίστοιχα για το 32% των συνδέσεων οι ταχύτητες είναι από 30 έως και 100 Mbps, ενώ μόνον το 5,8% των ευρυζωνικών γραμμών της χώρας απολαμβάνει ταχύτητες πάνω από 100 Mbps.

Το παρήγορο είναι ότι ο αριθμός των γραμμών υπερ-υψηλών ταχυτήτων (από 100 Mbps και άνω) αυξάνεται, καθώς το 2020 αντιπροσώπευε το 5,8% των ευρυζωνικών συνδέσεων, ενώ το 2019 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 1,8%. Παρήγορο είναι επίσης ότι αυξάνεται και η πληθυσμιακή διείσδυση όσων κάνουν χρήση υπηρεσιών δεδομένων στο Διαδίκτυο και στα τέλη του προηγούμενου χρόνου είχε φτάσει το 86%.

Η διαδικτυακή οικονομία είναι κρίσιμος συντελεστής για την άνοδο του ΑΕΠ καθώς είναι βασική επιλογή για να προσθέσει η οικονομία νέες θέσεις εργασίας που χάνονται με την αυτοματοποίηση των διαδικασιών. Όταν η Ελλάδα φιλοδοξεί να προσελκύσει επενδύσεις της ψηφιακής οικονομίας από κολοσσούς όπως η Amazon, η Tesla κ.λπ. δεν μπορεί το internet να σέρνεται, πόσο μάλλον να προσελκύσεις ψηφιακούς νομάδες.

Το Διαδίκτυο είναι ο πιο υποσχόμενος τομέας της νέας επιχειρηματικότητας, έχει μπει για τα καλά στην καθημερινότητα των επιχειρήσεων και προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις την ευκαιρία να γίνουν πιο ανταγωνιστικές και εξωστρεφείς και περισσότερο παραγωγικές και καινοτόμες. Το αργό internet είναι μια σοβαρή αντιπαραγωγική αδυναμία που ευτυχώς φαίνεται να αντιλαμβάνεται η Κυβέρνηση, αν κρίνουμε από το γεγονός ότι το σχέδιο «Ελλάδα 2.0» για την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης (ευτυχώς) βρίθει επενδύσεων για τη δημιουργία και την ενίσχυση των τεχνολογικών υποδομών.