Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ωραία όλα αυτά στο Αμέρικα -«εκεί, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού», σύμφωνα με το κλισέ- αλλά ο καταναλωτής στην Ελλάδα δεν αγοράζει Brent με το γαλόνι. Βάζει βενζίνη, παραγγέλνει πετρέλαιο θέρμανσης, πληρώνει ρεύμα και γεμίζει το καλάθι του σούπερ μάρκετ – ή και όχι. Γι’ αυτό, η είδηση ότι οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου -μετά το στραπάτσο Τραμπ- υποχωρούν, έχει γι’ αυτόν μία συγκεκριμένη αξία: πότε και πόσο θα μειωθούν τα δικά του έξοδα. Μέχρι να συμβεί αυτό, η ανακούφιση παραμένει προσδοκία σε μια οθόνη χρηματιστηριακών συναλλαγών – όπου κανένας πολίτης δεν ασχολείται.

Η βουτιά του Brent κατά την Τετάρτη 4/11, στα 94,62 δολάρια το βαρέλι, έπειτα από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές, άνοιξε ξανά αυτή τη συζήτηση, με ωραίους τίτλους: «Οι αγορές προεξοφλούν μεγαλύτερα περιθώρια αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης με το Ιράν». Σύμφωνοι, πρόκειται για προσδοκία, με όλη την αβεβαιότητα που τη συνοδεύει. Για τα νοικοκυριά, όμως, είναι εύλογη αφορμή -στην ίδια συζήτηση- να ζητούν την αντίστοιχη προοπτική αποκλιμάκωσης στην καθημερινότητά τους.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: Το θέμα είναι πως υπάρχουν πραγματικοί λόγοι για τους οποίους η πτώση της τιμής του πετρελαίου δεν εμφανίζεται αυτούσια και αυθημερόν σε μια αντλία κάπου στην Ελλάδα. Μεσολαβούν οι τιμές των διυλισμένων προϊόντων, η ισοτιμία ευρώ και δολαρίου, οι προμήθειες, τα μεταφορικά, ο καιρός, τα αποθέματα και οι φόροι. Επίσης, πολύ βασικό, ούτε μια πτώση 9% στο πετρέλαιο σημαίνει ισόποση μείωση στη βενζίνη.

Εδώ ακριβώς, λοιπόν, βρίσκεται το πρόβλημα της εμπιστοσύνης. Οταν οι ανατιμήσεις αποδίδονται στο διεθνές κόστος, ο καταναλωτής δικαιούται να γνωρίζει πώς λειτουργεί η ίδια αλυσίδα στην αντίστροφη κατεύθυνση. Ποιο κόστος υποχώρησε; Πότε αγοράστηκε το απόθεμα; Πόσο άλλαξε το περιθώριο; Μη λέμε πολλά. Η επίκληση των διεθνών συνθηκών χρειάζεται την ίδια διαφάνεια και στις δύο κατευθύνσεις – βου+α=βα. Το θέμα, βέβαια, είναι ότι κάποιες φορές στην Ελλάδα κάποια πράγματα γίνονται και… αβαβά, μέχρι οι μηχανισμοί του κράτους-υπηρεσίες να πιάσουν τους ενόχους. Το ζητούμενο, επίσης, δεν είναι μια γενική καταγγελία εναντίον όσων δραστηριοποιούνται στην αγορά. Οι επιχειρήσεις έχουν πραγματικές δαπάνες, συμβάσεις και υποχρεώσεις. Η αύξηση ενός περιθωρίου δεν αποδεικνύει αυτομάτως παρανομία. Αλλά χρειάζεται έλεγχος των αποκλίσεων στις τιμές και αποτελεσματική εποπτεία, εκεί όπου εμφανίζονται ενδείξεις προβλήματος.

Η κυβέρνηση έχει εδώ μια συγκεκριμένη δουλειά: να κάνει ορατή τη διαδρομή της τιμής (και) για τα καύσιμα. Από τη διεθνή αγορά στο διυλιστήριο, στη χονδρική και στη λιανική. Με τακτική δημοσιοποίηση κατανοητών δεδομένων, σαφή διάκριση φόρων και εμπορικών χρεώσεων και ελέγχους που οδηγούν σε τεκμηριωμένα συμπεράσματα.

Αντίστοιχη προσοχή απαιτεί το ηλεκτρικό ρεύμα. Η τιμή του δεν ακολουθεί μηχανικά το πετρέλαιο, καθώς επηρεάζεται από διαφορετικά καύσιμα, το μείγμα παραγωγής, τις διασυνδέσεις και τους όρους προμήθειας. Επομένως, δεν μπορεί κανείς να υποσχεθεί φθηνότερη κιλοβατώρα επειδή υποχώρησε το Brent. Μπορεί, όμως, να απαιτήσει καθαρή ενημέρωση για τις χρεώσεις και ουσιαστική δυνατότητα επιλογής προγράμματος χωρίς δυσανάλογη πολυπλοκότητα.

Η δυσκολότερη δοκιμασία έρχεται στα προϊόντα και στις υπηρεσίες. Οι επιχειρήσεις που επιβαρύνθηκαν από ακριβότερες μεταφορές και ενέργεια μπορεί να χρειάζονται χρόνο για να δουν χαμηλότερο κόστος. Εφόσον όμως η αποκλιμάκωση διατηρηθεί, πρέπει να δημιουργείται χώρος για καλύτερες τιμές. Διαφορετικά, η κοινωνία πληρώνει κάθε κρίση όταν ξεσπά και εξακολουθεί να την πληρώνει όταν οι συνθήκες βελτιώνονται. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα νοικοκυριά που έχουν ήδη περιορίσει τις αγορές τους. Η μικρότερη αύξηση των τιμών δεν ισοδυναμεί με επιστροφή της αγοραστικής δύναμης. Ενα προϊόν που ακριβαίνει πιο αργά, εξακολουθεί να ακριβαίνει. Η υποχώρηση του πληθωρισμού και η μείωση του λογαριασμού είναι διαφορετικά πράγματα, όσο κι αν συχνά παρουσιάζονται σαν να ταυτίζονται. Πόσο μάλλον όταν ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τραβάει την ανηφόρα.

Θα πει κάποιος «ναι, αλλά το κράτος βοηθάει». Σύμφωνοι, οι έκτακτες ενισχύσεις μπορούν να στηρίξουν όσους πιέζονται περισσότερο. Δεν υποκαθιστούν, όμως, μια αγορά που μεταφέρει αποτελεσματικά τις μειώσεις κόστους. Αν το κράτος επιδοτεί διαρκώς την κατανάλωση -χωρίς να εξετάζει πώς διαμορφώνονται οι τιμές- ο πολίτης κινδυνεύει να χρηματοδοτεί μια ακριβή καθημερινότητα, αντί να βλέπει τις αιτίες της να αντιμετωπίζονται.

Η πτώση του πετρελαίου προσφέρει λοιπόν ένα τεστ με μετρήσιμο αποτέλεσμα. Τι άλλαξε στην αντλία, στη θέρμανση, στις μεταφορές και τελικά στο διαθέσιμο εισόδημα; Η απάντηση είναι πως η καθημερινότητα στην Ελλάδα θα φθηνύνει, όταν η αποκλιμάκωση περάσει στις αποδείξεις. Μέχρι τότε, οι πολίτες δικαιούνται λιγότερες γενικόλογες κρατικές διαβεβαιώσεις «όλα πάνε καλά αναλογικά με τις διεθνείς εξελίξεις» και περισσότερες υπεύθυνες απαντήσεις με ποσά, ημερομηνίες και συγκεκριμένες ευθύνες. Βου+α=βα – μη λέμε τα ίδια…