Η αιφνιδιαστική απόφαση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων να αποχωρήσουν από τον ΟΠΕΚ, έπειτα από έξι δεκαετίες κοινής πορείας προκάλεσε σοκ στους εταίρους τους. Πλέον, το καρτέλ καλείται να δώσει μάχη για να διατηρήσει τη σημασία του σε μια παγκόσμια αγορά πετρελαίου που αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα.
Αξιωματούχοι άλλων κρατών-μελών έμειναν εμβρόντητοι την Τρίτη, καθώς οι μακροχρόνιες εντάσεις ανάμεσα στο Άμπου Ντάμπι και τη Σαουδική Αραβία —την de facto ηγέτιδα δύναμη του οργανισμού— κορυφώθηκαν με την αιφνίδια ανακοίνωση ότι ο τρίτος μεγαλύτερος παραγωγός του ΟΠΕΚ θα αποχωρήσει μέσα σε λίγες ημέρες.
Για τον ΟΠΕΚ και τους συμμάχους του, η αποχώρηση αποδυναμώνει την ικανότητά τους να επηρεάζουν τις τιμές του πετρελαίου μέσω της διαχείρισης της προσφοράς, ενώ ταυτόχρονα μετατρέπει τα ΗΑΕ σε έναν απρόβλεπτο παίχτη. Το Άμπου Ντάμπι εδώ και χρόνια δυσανασχετούσε με τους περιορισμούς που επέβαλλαν οι ποσοστώσεις παραγωγής του ΟΠΕΚ, σε μια περίοδο πρωτοφανούς αναταραχής στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Βραχυπρόθεσμα, η παραγωγή των ΗΑΕ και των υπόλοιπων χωρών του Κόλπου έχει περιοριστεί δραστικά λόγω του κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ, γεγονός που έχει αφήσει την παγκόσμια αγορά σε κατάσταση έντονης έλλειψης προσφοράς και έχει καταστήσει ουσιαστικά άνευ σημασίας τις ποσοστώσεις του καρτέλ. Όταν όμως οι ροές πετρελαίου αποκατασταθούν, η αποχώρηση των Εμιράτων ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για νέα μάχη μεριδίων αγοράς και έναν νέο κύκλο πολέμου τιμών. Ήδη, αξιωματούχοι έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι σχεδιάζουν αύξηση της παραγωγής.
Αρκετοί αξιωματούχοι κρατών-μελών του OPEC+ δήλωσαν ότι δεν αναμένουν άμεσα ένα κύμα αποχωρήσεων μετά την κίνηση των ΗΑΕ.

Το μέλλον του ΟΠΕΚ
Ωστόσο, η έξοδος ενός από τα πιο ισχυρά μέλη του οργανισμού εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον του. Η επιρροή του ΟΠΕΚ έχει διαβρωθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς η αύξηση της παραγωγής από νέες πηγές —και ιδιαίτερα από το αμερικανικό σχιστολιθικό πετρέλαιο— έχει αλλάξει τις ισορροπίες στην αγορά. Η Σαουδική Αραβία, η οποία επιδιώκει να εμφανίζεται ως ο θεματοφύλακας της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να συγκρατήσει τα μέλη που υπερβαίνουν τα όρια παραγωγής, ενώ τα τελευταία χρόνια αρκετά μικρότερα κράτη έχουν ήδη αποχωρήσει από τον οργανισμό.
«Η ισχύς του OPEK στην αγορά θα αποδυναμωθεί», δήλωσε ο αναλυτής της Eurasia Group, Γκρεγκ Μπρου. «Η αποχώρηση των ΗΑΕ πλήττει την αξιοπιστία του οργανισμού, καθώς τα Εμιράτα αντιπροσώπευαν σημαντικό μέρος της συνολικής παραγωγικής ικανότητας του OPEC».
Το ρεπορτάζ του Bloomberg βασίζεται σε συνομιλίες με περίπου δώδεκα πρόσωπα που γνωρίζουν τις εξελίξεις, τα περισσότερα εκ των οποίων ζήτησαν να μην κατονομαστούν λόγω της ευαισθησίας του θέματος.
Σύμφωνα με ορισμένες από αυτές τις πηγές, η απόφαση των ΗΑΕ είχε αρχίσει να διαμορφώνεται εδώ και χρόνια, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας, όταν οι αναταράξεις που προκάλεσε η πανδημία της Covid-19 αποκάλυψαν βαθιές διαφωνίες ανάμεσα στο Άμπου Ντάμπι και το Ριάντ γύρω από την στρατηγική για το πετρέλαιο.
Οι διαφωνίες αντανακλούσαν μια σύγκρουση διαφορετικών στρατηγικών. Από τη μία πλευρά, τα ΗΑΕ ήθελαν να αξιοποιήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο τα αποθέματα υδρογονανθράκων τους πριν η ενεργειακή μετάβαση αλλάξει οριστικά το παγκόσμιο ενεργειακό μοντέλο. Από την άλλη, η Σαουδική Αραβία προτιμούσε μια πιο προσεκτική διαχείριση της παραγωγής και των τιμών του αργού. Η αντιπαράθεση αυτή συνδέεται και με τον ανταγωνισμό των δύο χωρών για τον ρόλο του επιχειρηματικού κέντρου της Μέσης Ανατολής αλλά και για την πολιτική επιρροή στην περιοχή.
Καθοριστικό ρόλο στη στάση των ΗΑΕ είχε ο Σουλτάν Αλ Τζάμπερ, επικεφαλής της Abu Dhabi National Oil, ο οποίος εδώ και καιρό εξέφραζε τη δυσαρέσκειά του για τους περιορισμούς που επέβαλλαν οι ποσοστώσεις του OPEC+.
Έπειτα από επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων σε νέα παραγωγική δυναμικότητα, τα ΗΑΕ επιδίωκαν να αυξήσουν την παραγωγή ώστε να αποσβέσουν τις επενδύσεις τους. Η χώρα ξεπέρασε επανειλημμένα τα όρια παραγωγής που της είχαν επιβληθεί, προκαλώντας ακόμη και δημόσια επίπληξη από τη Σαουδική Αραβία. Το Άμπου Ντάμπι είχε αφήσει κατά καιρούς να εννοηθεί ότι θα μπορούσε να αποχωρήσει από τη συμμαχία, χωρίς όμως να προχωρήσει τελικά σε αυτή την κίνηση.
Η προετοιμασία για την αποχώρηση επιταχύνθηκε προς τα τέλη του περασμένου έτους. Σύμφωνα με τον υπουργό Ενέργειας των ΗΑΕ, Σουχάιλ Αλ Μαζρούει, ο καταλύτης που οδήγησε στην τελική απόφαση ήταν ο πόλεμος στο Ιράν.
Το ουσιαστικό κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ —της κρίσιμης θαλάσσιας οδού που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τις διεθνείς αγορές— ανάγκασε τη Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ, το Ιράκ και το Κουβέιτ να περιορίσουν συνολικά τουλάχιστον 10 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 10% της παγκόσμιας προσφοράς, σύμφωνα με τον International Energy Agency.
Ο Αλ Μαζρούει υποστήριξε ότι, υπό αυτές τις συνθήκες περιορισμένης παραγωγής, η έξοδος των ΗΑΕ από τον OPEC+ θα ήταν λιγότερο αποσταθεροποιητική. Παράλληλα, η αποχώρηση θα επιτρέψει στη χώρα να αυξήσει ελεύθερα την παραγωγή της όταν ανακάμψει η ζήτηση καυσίμων μετά το τέλος του πολέμου, χωρίς τους περιορισμούς των ποσοστώσεων.
«Όταν παραγωγική ικανότητα απομακρύνεται από την επιρροή του καρτέλ, αυτό είναι αρνητικό για τις τιμές σε ορίζοντα τριών έως πέντε ετών», δήλωσε ο Κλέιτον Σάιγκλ. «Δεν σημαίνει ότι ο OPEC+ δεν μπορεί να συνεχίσει να διαχειρίζεται την αγορά, αλλά ο μεγάλος φόβος είναι ένα ντόμινο αποχωρήσεων και η πιθανότητα άλλα μέλη να ακολουθήσουν το Άμπου Ντάμπι».
Η σημασία του OPEC βασίζεται διαχρονικά στην ικανότητά του να εξισορροπεί την αγορά πετρελαίου, κυρίως μέσω περικοπών παραγωγής σε περιόδους κατάρρευσης της ζήτησης, όπως συνέβη στην οικονομική κρίση του 2008 και στην πανδημία του 2020.
Πλέον, η ευθύνη για τη διατήρηση της ισορροπίας ανάμεσα σε προσφορά και ζήτηση μεταφέρεται σε έναν ολοένα μικρότερο πυρήνα χωρών του OPEC+, με επικεφαλής τη Σαουδική Αραβία και τη Ρωσία. Παρότι το Ριάντ έχει επωμιστεί το μεγαλύτερο βάρος των περικοπών, άλλες μεγάλες χώρες της συμμαχίας —όπως το Ιράκ, το Καζακστάν και η Ρωσία— έχουν επιδείξει πολύ μικρότερη συνέπεια στην τήρηση των δεσμεύσεών τους.
Η Σαουδική Αραβία έχει ήδη εκφράσει δυσαρέσκεια για την απώλεια μεριδίου αγοράς, καθώς αρκετοί σύμμαχοι του OPEC+ αλλά και άλλοι παραγωγοί παγκοσμίως αύξαναν συνεχώς την παραγωγή τους. Πέρυσι, το βασίλειο οδήγησε τον OPEC+ σε μια δραματική αλλαγή στρατηγικής, αυξάνοντας την προσφορά και εγκαταλείποντας τη μακροχρόνια πολιτική στήριξης των τιμών.
Παρά τη ραγδαία επέκταση της παραγωγικής δυναμικότητας των ΗΑΕ και τις φιλοδοξίες τους για ακόμη μεγαλύτερη παραγωγή, παραμένει ασαφές πόσο επιπλέον περιθώριο άντλησης διαθέτουν. Οι εκτιμήσεις για την πραγματική παραγωγή της χώρας διαφέρουν σημαντικά, όμως πολλοί αναλυτές και traders θεωρούν ότι ήδη πριν από τον πόλεμο τα ΗΑΕ παρήγαν σχεδόν στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Σύμφωνα με τον IEA, η χώρα παρήγαγε 3,64 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως τον Φεβρουάριο, επίπεδο αισθητά υψηλότερο από τα επίσημα στοιχεία. Ορισμένοι traders εκτιμούν ότι η πραγματική παραγωγή ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
«Η παραγωγή των ΗΑΕ βρισκόταν στο ανώτατο επίπεδο εδώ και πολύ καιρό — ουσιαστικά αγνοούσαν τις ποσοστώσεις του OPEC+», δήλωσε ο πετρελαϊκός σύμβουλος και διαχειριστής hedge fund Γκάρι Ρος. «Στην πραγματικότητα, η Σαουδική Αραβία είναι αυτή που εξισορροπεί την αγορά. Στο τέλος της ημέρας, αυτός είναι ο OPEC: η Σαουδική Αραβία».

Διάλυση της συμμαχίας;
Πάντως, η αποχώρηση των ΗΑΕ δεν φαίνεται προς το παρόν να οδηγεί σε άμεση διάλυση της συμμαχίας. Αρκετοί εκπρόσωποι χωρών του OPEC+ —που περιλαμβάνει τόσο μέλη του OPEC όσο και χώρες όπως η Ρωσία και το Καζακστάν— ανέφεραν ότι δεν σκοπεύουν να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Άμπου Ντάμπι ούτε θεωρούν ότι επίκειται ένα ευρύτερο κύμα εξόδων.
Η πραγματική δοκιμασία για τη δύναμη του OPEC θα έρθει την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να παρέμβει δυναμικά στην αγορά. Οι συνέπειες του πολέμου με το Ιράν σημαίνουν ότι η παγκόσμια αγορά θα χρειάζεται κάθε διαθέσιμο βαρέλι πετρελαίου για αρκετό καιρό ακόμη, ακόμη και μετά την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
«Αυτό που παραμένει ασαφές είναι πότε θα επιστρέψουμε ξανά σε συνθήκες υπερπροσφοράς και θα χρειαστεί εκ νέου έλεγχος της παραγωγής», δήλωσε ο Μπομπ ΜακΝάλι. «Μπορεί να χρειαστούν πολλά χρόνια».
Διαβάστε ακόμη
Παρατείνεται το αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή – Παραμένουν κλειστά τα Στενά του Ορμούζ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.