Η απώλεια μεριδίων αγοράς από τους Κινέζους κατασκευαστές αφαίρεσε το 0,7% του ΑΕΠ της ΕΕ το 2025, ενώ Βρυξέλλες, Βερολίνο και Παρίσι αναζητούν απάντηση απέναντι στην αυξανόμενη πίεση σε αυτοκίνητα, μηχανήματα και προηγμένη βιομηχανία.
Για τον Γερμανό μηχανικό Ζένκε Ζίγκφριντσεν, η στιγμή που το καινοτόμο σχέδιό του για μια πλωτή ανεμογεννήτρια παρουσιάστηκε στον Ισπανό πρωθυπουργό, Πέδρο Σάντσεθ, ήταν γλυκόπικρη. Είχε αφιερώσει επτά χρόνια στην ανάπτυξη της ιδέας του, όμως τον Απρίλιο το σχέδιο παρουσιάστηκε από την κινεζική Ming Yang Smart Energy, η οποία είχε αγοράσει την πατέντα του με συμφωνία αδειοδότησης ανά μονάδα.
Το ακόμη πιο οδυνηρό είναι ότι η δική του εταιρεία είχε κλείσει μόλις τρεις μήνες νωρίτερα, καθώς δεν κατάφερε να βρει Ευρωπαίους εταίρους.
«Ένας Κινέζος επιχειρηματίας κατάφερε να χτίσει την επιτυχία της εταιρείας του με τη βοήθεια του σχεδίου μου», δήλωσε ο Ζίγκφριντσεν.
Η ιστορία του αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας πολύ ευρύτερης τάσης: οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βρίσκονται ολοένα και περισσότερο αντιμέτωπες με Κινέζους ανταγωνιστές που διαθέτουν μεγαλύτερη παραγωγική κλίμακα, τεχνολογία και χρηματοδοτική ισχύ.
Το νέο «China shock»
Το πρόβλημα δεν είναι καινούργιο. Πριν από περίπου 25 χρόνια, η πρώτη μεγάλη κινεζική επέλαση έπληξε κυρίως κλάδους έντασης εργασίας και χαμηλής προστιθέμενης αξίας, όπως τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, τα παιχνίδια και οι οικιακές συσκευές.
Αυτή τη φορά, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική. Στο επίκεντρο βρίσκονται η αυτοκινητοβιομηχανία, τα μηχανήματα και άλλοι κλάδοι προηγμένης βιομηχανικής παραγωγής. Οι ευρωπαϊκές εταιρείες χάνουν μερίδια όχι μόνο στην κινεζική αγορά, αλλά και στην ίδια την Ευρώπη και σε άλλες αγορές του κόσμου.
Νέα ανάλυση της Bloomberg Economics υπολογίζει ότι η απώλεια μεριδίων αγοράς από τους Κινέζους κατασκευαστές κόστισε στην Ευρωπαϊκή Ένωση 0,7% του ΑΕΠ της, ή σχεδόν 150 δισ. δολάρια, το 2025. Το αντίστοιχο πλήγμα το 2024 υπολογιζόταν σε 0,5%.
«Η κυριαρχία της Κίνας στους κλάδους προηγμένης μεταποίησης αυξάνεται με ταχύτητα», επισημαίνει η οικονομολόγος εμπορίου Νικόλ Γκόρτον-Καρατέλι.
Η διαφορά σε σχέση με το πρώτο China shock είναι κρίσιμη. Τότε, η αυξανόμενη ζήτηση της Κίνας για βιομηχανικό και μεταφορικό εξοπλισμό είχε ενισχύσει τις ευρωπαϊκές, και ιδιαίτερα τις γερμανικές, εξαγωγές. Σήμερα, η Κίνα χάνει λιγότερο από την ευρωπαϊκή αγορά και κερδίζει περισσότερο εις βάρος της Ευρώπης.
Βιομηχανία και αυτοκίνητο στο στόχαστρο
Η νέα πραγματικότητα ασκεί διπλή πίεση στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Από τη μία πλευρά, μειώνονται οι πωλήσεις τους στην Κίνα. Από την άλλη, οι κινεζικές εταιρείες διεισδύουν όλο και περισσότερο στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ ταυτόχρονα κερδίζουν έδαφος σε τρίτες χώρες.
«Οι ευρωπαϊκές εταιρείες χάνουν μερίδιο αγοράς από την Κίνα στην κινεζική αγορά, στην ίδια την Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο», σημειώνει η Γκόρτον-Καρατέλι.
Η πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στη Γερμανία. Για χρόνια, οι κυβερνήσεις και οι επιχειρήσεις της χώρας αντιτάσσονταν σε αυστηρότερα μέτρα απέναντι στο Πεκίνο, φοβούμενες κινεζικά αντίποινα που θα έπλητταν τους Γερμανούς εξαγωγείς.
Η στάση αυτή, όμως, αρχίζει να αλλάζει καθώς αυξάνονται οι απειλές για τις γερμανικές θέσεις εργασίας και επιχειρήσεις.
Ο Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς μετακινήθηκε προς μια αυστηρότερη προσέγγιση μετά από συνάντηση τον Ιούνιο, κατά την οποία τόσο οι βιομηχανικοί φορείς όσο και τα συνδικάτα ζήτησαν σκληρότερη στάση απέναντι στην Κίνα.
Χαρακτηριστική είναι και η αλλαγή στάσης της Volkswagen. Ο διευθύνων σύμβουλος Όλιβερ Μπλούμε δήλωσε τον Ιούλιο ότι η ΕΕ θα πρέπει να επεκτείνει τους δασμούς στα κινεζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα και στα υβριδικά. Το 2024 είχε βρεθεί στην πρώτη γραμμή της αντίδρασης των Γερμανών κατασκευαστών αυτοκινήτων σε τέτοια μέτρα.
Έκτοτε, όμως, ο ανταγωνισμός από τους Κινέζους κατασκευαστές έχει ενταθεί, ενώ η Volkswagen έχει ανακοινώσει σχέδιο για περικοπή 50.000 θέσεων εργασίας, περίπου 8% του παγκόσμιου προσωπικού της.
Γερμανία και Γαλλία αναζητούν κοινή γραμμή
Η αλλαγή στάσης του Βερολίνου φέρνει τη Γερμανία πιο κοντά στη Γαλλία. Ο Πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν, δήλωσε τον Ιούλιο ότι οι δύο χώρες «ποτέ δεν ήταν τόσο κοντά» στην προσέγγισή τους απέναντι στην Κίνα.
Οι δύο κυβερνήσεις εργάζονται πλέον για τη διαμόρφωση κοινής θέσης, ενώ οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εξετάζουν ένα πακέτο μέτρων που θα μπορούσε να παρουσιαστεί στους ηγέτες της ΕΕ το φθινόπωρο.
Μεταξύ των προτάσεων βρίσκεται ένας μηχανισμός που θα μπορούσε να υποχρεώνει επιχειρήσεις να περιορίζουν την εξάρτησή τους από Κινέζους προμηθευτές, αλλά και ένα νέο εργαλείο επιβολής δασμών σε ολόκληρους κλάδους, στα πρότυπα του αμερικανικού Section 301.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί νέους κανόνες «Made in Europe», με στόχο να περιορίσει την εξάρτηση της ΕΕ από κινεζικές επενδύσεις, ενώ προτείνει αλλαγές στις διαδικασίες δημοσίων προμηθειών ώστε να μπορούν οι ευρωπαϊκές αρχές να αποκλείουν κινεζικές εταιρείες.
Ο φόβος των κινεζικών αντιποίνων
Το μεγάλο εμπόδιο για μια πιο επιθετική ευρωπαϊκή πολιτική είναι ο φόβος της κινεζικής αντίδρασης.
Το Πεκίνο έχει ήδη ενισχύσει σημαντικά το νομικό και οικονομικό του οπλοστάσιο απέναντι σε εμπορικά μέτρα και έχει αποδείξει ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει την εξάρτηση της Δύσης από την κινεζική παραγωγή ως μοχλό πίεσης.
Τον Ιούλιο, μετά τις ευρωπαϊκές κυρώσεις σε κινεζικές εταιρείες που κατηγορήθηκαν για στήριξη της Ρωσίας στον πόλεμο στην Ουκρανία, η Κίνα απάντησε βάζοντας στη «μαύρη λίστα» αντίστοιχο αριθμό ευρωπαϊκών οργανισμών, μεταξύ των οποίων και τη γερμανική αμυντική εταιρεία Rheinmetall.
Τον Αύγουστο, το Πεκίνο απαγόρευσε σε οργανισμούς να συνεργαστούν με την έρευνα της ΕΕ για την προγραμματισμένη εξαγορά της γερμανικής Ceconomy από την κινεζική JD.com.
Πολύ μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί, ωστόσο, το ενδεχόμενο περιορισμού των εξαγωγών σπάνιων γαιών και κρίσιμων μαγνητών. Η Κίνα κυριαρχεί στην παραγωγή τους και τα συγκεκριμένα υλικά χρησιμοποιούνται σε αυτοκίνητα, drones, ρομπότ και πλήθος άλλων ευρωπαϊκών προϊόντων.
Πέρυσι, περιορισμοί στις κινεζικές εξαγωγές είχαν οδηγήσει ορισμένες ευρωπαϊκές γραμμές παραγωγής κοντά σε αναστολή λειτουργίας.
Το δίλημμα των Βρυξελλών
Η Ευρώπη βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα. Μπορεί να διατηρήσει μια ηπιότερη στάση, αποφεύγοντας έναν ευρύτερο εμπορικό πόλεμο, αλλά με κίνδυνο να χαθούν οριστικά ολόκληροι βιομηχανικοί κλάδοι. Ή μπορεί να επιλέξει πιο επιθετικά μέτρα, αποδεχόμενη βραχυπρόθεσμο οικονομικό κόστος για να προστατεύσει τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας μακροπρόθεσμα.
Η Κίνα, πάντως, έχει καταστήσει σαφές ότι είναι έτοιμη να απαντήσει σε οποιαδήποτε κλιμάκωση.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζει τις συνομιλίες με το Πεκίνο, αναζητώντας τρόπους εξισορρόπησης του εμπορίου. Μέχρι στιγμής, όμως, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ουσιαστικής προόδου.
Επιπλέον, πριν από τη σύνοδο των Ευρωπαίων ηγετών στις 15 Οκτωβρίου, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, αναμένεται να συναντήσει τον Κινέζο Πρόεδρο, Σι Τζινπίνγκ, στην Ουάσιγκτον στα τέλη Σεπτεμβρίου. Εάν οι δύο πλευρές παρατείνουν την εύθραυστη εμπορική εκεχειρία τους, η θέση του Πεκίνου απέναντι στην ΕΕ θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο.
Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παίρνουν ήδη αποφάσεις
Ενώ οι Βρυξέλλες αναζητούν κοινή στρατηγική, αρκετές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται.
Ορισμένες περιορίζουν επενδύσεις ή κλείνουν εγκαταστάσεις στην Ευρώπη. Η βελγική εταιρεία πλαστικών Vynova, για παράδειγμα, ανακοίνωσε τον Ιούλιο το κλείσιμο μονάδας στην Ολλανδία, όπου εργάζονταν περίπου 100 άνθρωποι, επικαλούμενη την «ισχυρή πίεση λόγω της παγκόσμιας πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας».
Άλλες επιχειρήσεις, όπως η γερμανική Schaeffler και η BASF, επιχειρούν να προστατεύσουν τη θέση τους ενισχύοντας τους δεσμούς τους με την Κίνα.
Για την αυτοκινητοβιομηχανία, άλλωστε, η απομάκρυνση από την κινεζική αγορά δεν είναι εύκολη. Ο διευθύνων σύμβουλος της Mercedes, Όλα Κέλεϊνιους, έχει επισημάνει ότι, παρά την ένταση του ανταγωνισμού, η Κίνα παραμένει η μεγαλύτερη αγορά αυτοκινήτων στον κόσμο και ένα οικοσύστημα στο οποίο οι ευρωπαϊκές εταιρείες «πρέπει να βρίσκονται».
Η περίπτωση του Ζίγκφριντσεν δείχνει, πάντως, τι διακυβεύεται. Μετά την απόκτηση της πατέντας του, η Ming Yang έχει ήδη εγκαταστήσει μία ανεμογεννήτρια ισχύος 17 MW στη Νότια Σινική Θάλασσα και έχει εκπονήσει αρχικά σχέδια για μια νέα μονάδα τρεις φορές μεγαλύτερη.
Για την Ευρώπη, το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο στο ποιος κατασκευάζει φθηνότερα. Αφορά στο ποιος θα διατηρήσει την τεχνολογία, την παραγωγική βάση και τις θέσεις εργασίας της επόμενης βιομηχανικής εποχής.
Διαβάστε ακόμη
Οίκοι αξιολόγησης: Οι προϋποθέσεις για την αναβάθμιση της χώρας στην κατηγορία Α
Δυτική Αττική: Eργα εκατομμυρίων σε υποδομές, logistics και τουρισμό
Ναυτιλία: Οι Eλληνες εφοπλιστές ανεβάζουν ταχύτητα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
