Σε νέο χαμηλό επίπεδο από τότε που ξεκίνησε η σχετική έρευνα το 2024 αξιολογούν οι επιχειρηματίες την ανταγωνιστικότητα της Γερμανίας, καθώς οι εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις από τον διεθνή ανταγωνισμό.
Ο δείκτης ανταγωνιστικότητας της γερμανικής βιομηχανίας της Alvarez & Marsal υποχώρησε μόλις στις 3 μονάδες, από 11 μονάδες το 2025 και 21 το 2024, σε κλίμακα από 100 έως -100. Σύμφωνα με σχετική έρευνα η υπερβολική γραφειοκρατία και το αυστηρό ρυθμιστικό πλαίσιο αποτελούν τη μεγαλύτερη τροχοπέδη για τις επιχειρήσεις, ενώ ακολουθεί το υψηλό ενεργειακό κόστος.
Οι επιχειρήσεις έχουν πλέον «κατανοήσει πλήρως ότι το να κάνουν απλώς όσα μπορούν να επηρεάσουν οι ίδιες ενδέχεται να μην αρκεί για να παραμείνουν ανταγωνιστικές», δήλωσε ο Πάτρικ Ζίμπερτ της Alvarez & Marsal.
Όπως εξήγησε, ο ρυθμός των αλλαγών, που επιταχύνεται από τον ανταγωνισμό της Κίνας, «είναι τόσο γρήγορος και τόσο δραματικός», ώστε ορισμένοι Ευρωπαίοι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων δεν είχαν προβλέψει ότι οι επιπτώσεις θα ήταν τόσο έντονες το 2026 ή το 2027.

Τι δείχνουν τα νούμερα
Η έρευνα βασίστηκε σε σχεδόν 250 συνεντεύξεις με στελέχη επιχειρήσεων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν μεταξύ Μαΐου και Αυγούστου. Συμμετείχαν εκπρόσωποι κλάδων όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η μηχανολογία και η κατασκευή βιομηχανικών εγκαταστάσεων, καθώς και οι χημικές και φαρμακευτικές εταιρείες.
Μεγάλο μέρος της γερμανικής οικονομίας, από την αυτοκινητοβιομηχανία έως τη μεταποίηση, βρίσκεται σε διαδικασία εκτεταμένης αναδιάρθρωσης, με στόχο τη μείωση της πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας. Η διαδικασία περιλαμβάνει κλείσιμο εργοστασίων και περικοπές θέσεων εργασίας.
Εργαζόμενοι σε μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες, όπως η Volkswagen, η Mercedes-Benz, η BMW, η Audi και η Porsche, καθώς και σε σημαντικούς προμηθευτές, έχουν πραγματοποιήσει κινητοποιήσεις λόγω της κρίσης που αντιμετωπίζει ο κλάδος.
Η μηχανολογία και η κατασκευή βιομηχανικών εγκαταστάσεων, όπως επίσης οι φαρμακευτικές επιχειρήσεις, είχαν καταγράψει από τις υψηλότερες επιδόσεις στον δείκτη το 2024. Πλέον, όμως, συγκαταλέγονται στους κλάδους που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες.
Το κόστος των εισροών αποτελεί κοινή ανησυχία για τις επιχειρήσεις, ενώ στον φαρμακευτικό κλάδο προστίθενται προβλήματα που αφορούν την παραγωγικότητα της έρευνας, την ποιότητα των υπό ανάπτυξη προϊόντων και το ρυθμιστικό πλαίσιο.
Σύμφωνα με τον Ζίμπερτ, συχνά αναφερόμενα προβλήματα είναι επίσης η αργή διαδικασία λήψης κυβερνητικών αποφάσεων και η απουσία συγκεκριμένων μέτρων για την ενεργειακή επάρκεια και το κόστος ενέργειας. Παράλληλα, η ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων αποτελεί ακόμη μία βασική προτεραιότητα.
Περίπου το 56% των εταιρειών που συμμετείχαν στην έρευνα έχει μεταφέρει μέρος ή το σύνολο της παραγωγής του στο εξωτερικό, ενώ το 45% έχει μεταφέρει δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης σε διεθνή κέντρα. Περίπου 8 στις 10 επιχειρήσεις θεωρούν την ταχύτητα κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας, καθώς οι διεθνείς ανταγωνιστές λανσάρουν προϊόντα νωρίτερα και προσαρμόζονται ταχύτερα στις αλλαγές.
Το 90% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζει το κόστος μεταποίησης ως υψηλής ή πολύ υψηλής σημασίας, ενώ παράλληλα ενισχύονται οι προσπάθειες διαφοροποίησης των προμηθευτών. Μετά τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες που προκάλεσε η πανδημία της Covid-19, οι εταιρείες στρέφονται όλο και περισσότερο στη συνεργασία με δύο προμηθευτές για την ίδια ανάγκη, αντί να επιλέγουν αποκλειστικά με βάση τη χαμηλότερη τιμή.
«Το να θεωρείσαι αξιόπιστος προμηθευτής σου εξασφαλίζει επιπλέον παραγγελίες και, σαφώς, πιο βιώσιμη επιχειρηματική ανάπτυξη», δήλωσε ο Ζίμπερτ. Παράλληλα, σχεδόν οι μισές επιχειρήσεις του κλάδου χρησιμοποιούν εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης, μεταξύ άλλων για την προσομοίωση αλυσίδων αξίας, καθώς και για σκοπούς σχεδιασμού και ελέγχου.
«Όλοι γνωρίζουν ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα καταστήσει την εργασία πιο αποδοτική και παραγωγική και ότι παράλληλα θα καταστήσει ορισμένες θέσεις εργασίας περιττές», ανέφερε ο Ζίμπερτ. Ωστόσο, όπως σημείωσε, μέχρι σήμερα η AI δεν έχει αντικαταστήσει συγκεκριμένες θέσεις εργασίας.
Η έρευνα πραγματοποιείται, πάντως, σε μια περίοδο κατά την οποία εμφανίζονται ορισμένες θετικές ενδείξεις για τη γερμανική οικονομία. Τα κορυφαία οικονομικά ερευνητικά ινστιτούτα της χώρας έχουν υπερδιπλασιάσει την κοινή τους πρόβλεψη για την ανάπτυξη φέτος, ενώ δείκτης επιχειρηματικής εμπιστοσύνης αυξήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2025.
Διαβάστε ακόμη
La Perla: Η μικρή πανσιόν που έγινε το θρυλικό ξενοδοχείο κάτω από τους Δολομίτες
Πώς η Ιαπωνία βρήκε λύση για τον υπερτουρισμό
Ενιαίος Κόμβος Ακινήτων: Σε μία πλατφόρμα όσα γνωρίζει το Δημόσιο για κάθε ιδιοκτησία
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.