Αρκετοί ηγέτες μεγάλων εταιρειών, όπως η Booking Holdings και η Whole Foods, έχουν ήδη επισημάνει ότι πολλοί νέοι εργαζόμενοι δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι για τις απαιτήσεις του σύγχρονου εργασιακού περιβάλλοντος.
Ο Γκλεν Φόγκελ, Διευθύνων Σύμβουλος της Booking Holdings, ανέφερε το 2024 ότι οι νεότεροι εργαζόμενοι «ενδέχεται να χρειάζονται περισσότερη εκπαίδευση και καθοδήγηση, προκειμένου να εξοικειωθούν με τον τρόπο λειτουργίας των σύγχρονων χώρων εργασίας και να κατανοήσουν καλύτερα τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες που υπάρχουν από αυτούς».
Αντίστοιχα, έκθεση του Chartered Management Institute (CMI), η οποία δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους, έδειξε ότι μόλις το 6% των διευθυντικών στελεχών θεωρεί ότι οι νέοι εργαζόμενοι είναι επαρκώς προετοιμασμένοι για την αγορά εργασίας. Την ίδια στιγμή, το 45% των νέων της Γενιάς Ζ πιστεύει ότι διαθέτει ήδη τις απαραίτητες δεξιότητες για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της σύγχρονης αγοράς εργασίας.
«Πάρα πολλοί νέοι ολοκληρώνουν τις σπουδές τους έχοντας φιλοδοξίες, ταλέντο και σημαντικές δυνατότητες, αλλά στη συνέχεια διαπιστώνουν ότι δεν έχουν προετοιμαστεί επαρκώς για την πραγματικότητα του εργασιακού περιβάλλοντος. Παράλληλα, ούτε οι διευθυντές που είναι υπεύθυνοι για την υποστήριξή τους διαθέτουν πάντοτε τα κατάλληλα εφόδια», δήλωσε στην έκθεση η Αν Φράνκε OBE, Διευθύνουσα Σύμβουλος του CMI.
«Αν θέλουμε να περιορίσουμε την ανεργία των νέων, να ενισχύσουμε την παραγωγικότητα και να προετοιμάσουμε την επόμενη γενιά ηγετών, πρέπει να πάψουμε να θεωρούμε ότι η προετοιμασία των νέων για την αγορά εργασίας είναι ευθύνη κάποιου άλλου» πρόσθεσε η Αν Φράνκε. Όπως τόνισε, η κυβέρνηση, η εκπαίδευση και οι εργοδότες έχουν όλοι σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν.
Μια μελέτη του 2024 από το Hult International Business School, στην οποία συμμετείχαν 800 στελέχη του τομέα ανθρώπινου δυναμικού, ανέδειξε ακόμη πιο έντονα το πρόβλημα. Το 37% των στελεχών δήλωσε ότι, αντί να προσλάβει έναν πρόσφατο απόφοιτο, θα προτιμούσε να αναθέσει τη συγκεκριμένη εργασία σε ένα ρομπότ ή σε σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, ενώ το 45% θα επέλεγε έναν ελεύθερο επαγγελματία.
Παράλληλα, σχεδόν το 30% δήλωσε ότι θα προτιμούσε να αφήσει μια θέση κενή, παρά να προσλάβει έναν πρόσφατο απόφοιτο.
Ποιες δεξιότητες για τον λείπουν από τη Γενιά Ζ;
Σύμφωνα με τη μελέτη της Hult, η σημαντικότερη δεξιότητα που φαίνεται να λείπει από τους νεότερους εργαζομένους είναι η ανθεκτικότητα. Μάλιστα, το 91% των διευθυντικών στελεχών ανέφερε ότι η συγκεκριμένη έλλειψη έχει αρχίσει να επηρεάζει και την απόδοσή τους στην εργασία.
Παράλληλα, το 98% των υπευθύνων ανθρώπινου δυναμικού θεωρεί την επικοινωνία μία από τις βασικότερες δεξιότητες που χρειάζονται οι νεότεροι εργαζόμενοι, ενώ το 93% δίνει ιδιαίτερη σημασία στην περιέργεια και τη διάθεση για μάθηση.
Η συνεργασία αποτελεί επίσης σημαντική αδυναμία, καθώς το 92% των υπευθύνων ανθρώπινου δυναμικού την ανέφερε ως μία από τις δεξιότητες που λείπουν περισσότερο. Ακολουθεί η δημιουργικότητα, την οποία επισήμανε το 90%, ενώ το 87% θεωρεί ότι από τη Γενιά Ζ απουσιάζει σε σημαντικό βαθμό και η κριτική σκέψη.
Την ίδια εικόνα παρουσιάζει και η μελέτη του CMI, σύμφωνα με την οποία μόλις το 12% των διευθυντών, δήλωσε ότι οι νέοι εργαζόμενοι στις εταιρείες τους εξελίσσονται με τον ρυθμό που αναμένεται.
Όταν οι νέοι εργαζόμενοι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες ή δεν καταφέρνουν να ολοκληρώσουν επιτυχώς την περίοδο δοκιμασίας, η έλλειψη ανθεκτικότητας δεν είναι ο μόνος λόγος. Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζουν επίσης η έλλειψη κινήτρων, η ακατάλληλη συμπεριφορά ή η έλλειψη επαγγελματισμού στον χώρο εργασίας, καθώς και η μη τήρηση του προβλεπόμενου ωραρίου.
Περίπου το 97% των στελεχών ανθρώπινου δυναμικού που συμμετείχαν στη μελέτη της Hult ανέφερε επίσης ότι είναι σημαντικό οι νέοι εργαζόμενοι να έχουν μια βασική εξοικείωση με τεχνολογικά ζητήματα, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η πληροφορική και η ανάλυση δεδομένων. Ωστόσο, μόλις το 20% των πρόσφατων αποφοίτων θεωρούσε ότι διαθέτει επαρκείς γνώσεις σε αυτούς τους τομείς.
Γιατί η Γενιά Ζ δεν θέλει πλέον να εργάζεται
Παρότι οι προβληματισμοί σχετικά με την ετοιμότητα των νέων για το εργασιακό περιβάλλον είναι υπαρκτοί, δεν θα πρέπει να παραβλέπεται το γεγονός ότι η Γενιά Ζ εισέρχεται σε μια αγορά εργασίας πολύ διαφορετική από εκείνη που γνώρισαν οι προηγούμενες γενιές, σύμφωνα με το euronews.com.
Πολλοί νέοι μπορεί να μεγάλωσαν βλέποντας τους γονείς τους να εργάζονται για δεκαετίες στην ίδια θέση, ενώ οι παππούδες και οι γιαγιάδες τους μπορούσαν να αγοράσουν ένα σπίτι, να μεγαλώσουν την οικογένειά τους και τελικά να συνταξιοδοτηθούν, έχοντας ως βασική πηγή εισοδήματος έναν μόνο μισθό.
Η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει σήμερα η Γενιά Ζ είναι, όμως, πολύ διαφορετική. Η αγορά εργασίας έχει αλλάξει σημαντικά μετά την πανδημία και οι εργοδότες εξακολουθούν να αναζητούν τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στα δύο άκρα που έχουν διαμορφωθεί. Από τη μία βρίσκονται οι υποχρεωτικές επιστροφές στο γραφείο και, από την άλλη, η εξ αποστάσεως εργασία και ο ψηφιακός νομαδισμός.
Αυτό έχει οδηγήσει πολλούς Millennials και νέους της Γενιάς Ζ να αισθάνονται ότι ίσως χρειαστεί να εργάζονται για όλη τους τη ζωή, καθώς θεωρούν πως δεν θα μπορέσουν ποτέ να εξασφαλίσουν τα οικονομικά μέσα που απαιτούνται για να συνταξιοδοτηθούν.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της People’s Pension, το 12% των νέων ενηλίκων στο Ηνωμένο Βασίλειο, δηλαδή περίπου 2,2 εκατομμύρια άνθρωποι, έχουν σταματήσει εντελώς να αποταμιεύουν για τη συνταξιοδότησή τους, καθώς πιστεύουν ότι θα χρειαστεί να εργάζονται για το υπόλοιπο της ζωής τους.
Παράλληλα, πολλοί νέοι θεωρούν ότι ενδέχεται να μην καταφέρουν ποτέ να αγοράσουν το δικό τους σπίτι ή να ανταποκριθούν οικονομικά σε σημαντικά γεγονότα της ζωής τους, όπως ένας γάμος.
Σε ένα περιβάλλον όπου οι απολύσεις στον τεχνολογικό κλάδο γίνονται ολοένα συχνότερες, ενώ παράλληλα αυξάνονται οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι πόλεμοι και τα ακραία καιρικά φαινόμενα, γίνεται πιο εύκολα κατανοητό γιατί όλο και περισσότεροι νέοι της Γενιάς Ζ εμφανίζονται λιγότερο πρόθυμοι να εργαστούν.
Πολλοί νέοι μπορεί επίσης να έχουν παρακολουθήσει τους γονείς τους να αντιμετωπίζουν επαγγελματική εξουθένωση, τοξικά εργασιακά περιβάλλοντα ή στασιμότητα στην επαγγελματική τους πορεία, παρά το γεγονός ότι ακολούθησαν για δεκαετίες τις απαιτήσεις και τους κανόνες του εργασιακού περιβάλλοντος. Αυτές οι εμπειρίες φαίνεται να έχουν επηρεάσει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές αντιλαμβάνονται την εργασία, διαμορφώνοντας διαφορετικές προσδοκίες και πιο σαφή όρια.
Αυτό μπορεί να εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Για παράδειγμα, αρκετοί νέοι αρνούνται να αναλάβουν επιπλέον εργασία χωρίς αμοιβή μόνο και μόνο για να αποκτήσουν μεγαλύτερη προβολή στον χώρο εργασίας, ενώ επιλέγουν να αποχωρούν στην ώρα τους αντί να παραμένουν στο γραφείο για αμέτρητες ώρες υπερωρίας.
Είναι τα πανεπιστήμια εν μέρει υπεύθυνα για το χάσμα δεξιοτήτων;
Παρότι οι εταιρείες εμφανίζονται σήμερα ολοένα πιο επιφυλακτικές απέναντι στην πρόσληψη νεότερων εργαζομένων, μέρος της ευθύνης για το χάσμα μεταξύ των δεξιοτήτων που διαθέτουν οι νέοι και εκείνων που απαιτεί η αγορά εργασίας θα μπορούσε να αποδοθεί και στα πανεπιστήμια και στα υφιστάμενα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών.
Περίπου το 90% των στελεχών ανθρώπινου δυναμικού που συμμετείχαν στη μελέτη της Hult θεωρεί ότι τα πανεπιστήμια θα πρέπει να παρέχουν στους φοιτητές προσωπικούς συμβούλους επαγγελματικού προσανατολισμού και ανάπτυξης ή μέντορες, ώστε να τους βοηθούν να προετοιμαστούν καλύτερα για την είσοδό τους στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, μόλις το 36% των φοιτητών δηλώνει ότι έχει λάβει αυτού του είδους την υποστήριξη.
Αντίστοιχα, το 91% των στελεχών θεωρούσε σημαντικό οι φοιτητές να αποκτούν διεθνείς και διαπολιτισμικές εμπειρίες μέσα από ένα περιβάλλον όπου συνυπάρχουν άτομα από διαφορετικές χώρες και πολιτισμικά υπόβαθρα. Ωστόσο, μόλις το 39% των φοιτητών δήλωσε ότι είχε την ευκαιρία να αποκτήσει μια τέτοια εμπειρία κατά τη διάρκεια των σπουδών του.
Περισσότερο από το 90% των στελεχών θεωρούσε επίσης σημαντικό τα πανεπιστήμια να υιοθετήσουν μια πιο πρακτική προσέγγιση στη μάθηση, βασισμένη στην αντιμετώπιση πραγματικών προκλήσεων και επιχειρηματικών προβλημάτων. Παράλληλα, τόνισαν την ανάγκη για μεγαλύτερη έμφαση στην ομαδική εργασία, καθώς και στην ανάπτυξη των βασικών επιχειρηματικών γνώσεων που αναζητούν σήμερα οι εργοδότες.
Ωστόσο, λιγότεροι από τους μισούς νέους εργαζομένους δήλωσαν ότι απέκτησαν αυτές τις δεξιότητες κατά τη διάρκεια των σπουδών τους.
Ο Μάρτιν Μπεμ, Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος και παγκόσμιος κοσμήτορας των Προπτυχιακών Προγραμμάτων στο Hult, δήλωσε στην έκθεση ότι το παραδοσιακό πρόγραμμα σπουδών των προπτυχιακών προγραμμάτων δεν έχει προσαρμοστεί στις αλλαγές που έχουν σημειωθεί στον παγκόσμιο εργασιακό χώρο. Όπως ανέφερε, «το χάσμα ανάμεσα σε όσα διδάσκονται στα πανεπιστήμια και σε όσα χρειάζονται πραγματικά οι εργοδότες γίνεται ολοένα πιο εμφανές».
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι τα εκπαιδευτικά ιδρύματα «χρειάζεται να βρουν νέους τρόπους προετοιμασίας των φοιτητών, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στις γνώσεις και τις δεξιότητές τους, αλλά και στην ανάπτυξη της νοοτροπίας που απαιτείται για τη συνεχή μάθηση και προσαρμογή σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς».
Την ανάγκη για καλύτερη προετοιμασία των νέων επισήμανε και ο Τζέισον Ντεσέντζ, διευθυντής ανθρώπινου δυναμικού της Toshiba, ο οποίος, σύμφωνα με το Business Insider, τόνισε ότι τόσο τα πανεπιστήμια, όσο και οι εταιρείες θα πρέπει πρώτα να βοηθήσουν τους νέους να κατανοήσουν τι σημαίνει να εργάζεται κανείς σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον.
«Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, να γνωρίζουν τι αναμένεται από αυτούς στον χώρο εργασίας, πώς να επικοινωνούν και να συνεργάζονται με τους συναδέλφους τους, αλλά και πώς να αξιοποιούν τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη, προκειμένου να βελτιώνουν τις υπάρχουσες διαδικασίες», είπε ο ίδιος.
Διαβάστε ακόμη
ΕΚΤ: Βροχή προβλέψεων για ακόμη υψηλότερα επιτόκια – Τα νέα σενάρια από τους διεθνείς οίκους
Fourlis: Στο 12,76% αύξησε το ποσοστό της η Quest του Θ. Φέσσα
Έλεγχος της ΑΑΔΕ στο ιατρείο της Καρνεάδου για την υπόθεση Μαζωνάκη
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
