Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον επιστρέφει τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου στις εργασίες του το αμερικανικό Κογκρέσο, μετά τη διακοπή για τις ενδιάμεσες εκλογές, που έφεραν μια βαριά ήττα για τους Ρεπουμπλικανούς και ανέτρεψαν τους συσχετισμούς δυνάμεων στην Ουάσιγκτον.

Μπορεί οι κοινοβουλευτικές ισορροπίες να παραμένουν για την ώρα αμετάβλητες, καθώς το νέο Σώμα ορκίζεται στις αρχές Ιανουαρίου, όμως η αλλαγή του πολιτικού κλίματος είναι ήδη εμφανής: οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ερευνών για κυβερνητικά στελέχη, επιχειρηματικούς συμμάχους και χρηματοδότες του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ και στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών πληθαίνουν οι φωνές αμφισβήτησης συγκεκριμένων επιλογών της κυβέρνησης.

Η επιστροφή των νομοθετών σηματοδοτεί την έναρξη μιας μεταβατικής περιόδου σχεδόν δύο μηνών, κατά την οποία το απερχόμενο Κογκρέσο εξακολουθεί να ασκεί κανονικά τις αρμοδιότητές του, παρά το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι έχουν ήδη αποφασίσει τη νέα σύνθεσή του.

Νέο κλίμα στην Ουάσιγκτον

Οι Δημοκρατικοί, που επικράτησαν στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, θα αναλάβουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και της Γερουσίας με την έναρξη της θητείας του νέου Κογκρέσου, στις 3 Ιανουαρίου 2027. Μέχρι τότε, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν τις σημερινές πλειοψηφίες και επομένως τη δυνατότητα να καθορίζουν τη νομοθετική ατζέντα και να ανακόπτουν πρωτοβουλίες της αντιπολίτευσης.

Ωστόσο, αυτή η θεσμική συνέχεια δεν συνεπάγεται και πολιτική σταθερότητα. Η ήττα του κυβερνώντος κόμματος, σε συνδυασμό με τη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο στο Ιράν, το αυξημένο κόστος ζωής και τη διαχείριση κρίσιμων κυβερνητικών υποθέσεων, έχει εντείνει τις εσωκομματικές αντιπαραθέσεις.

Το αποτέλεσμα είναι μια ιδιότυπη συνθήκη στην Ουάσιγκτον: οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να έχουν την εξουσία στο Κογκρέσο, αλλά οι Δημοκρατικοί προετοιμάζονται ήδη να ασκήσουν τον κοινοβουλευτικό έλεγχο από θέση πλειοψηφίας.

Η μεταβατική αυτή περίοδος αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για την κυβερνητική ατζέντα. Εκκρεμούν αποφάσεις για τις ομοσπονδιακές δαπάνες, την αμυντική χρηματοδότηση και άλλες νομοθετικές προτεραιότητες, σε μια συγκυρία κατά την οποία η απερχόμενη ρεπουμπλικανική πλειοψηφία εμφανίζεται περισσότερο ευάλωτη σε εσωτερικές διαφοροποιήσεις.

Για τους Δημοκρατικούς, η προτεραιότητα είναι να προετοιμάσουν το έδαφος για μια σειρά ερευνών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν όχι μόνο τη λειτουργία της κυβέρνησης, αλλά και τις σχέσεις του Λευκού Οίκου με ορισμένες από τις ισχυρότερες επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών.

Ο Ρόμπερτ Γκαρσία, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της ισχυρής Επιτροπής Εποπτείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η περίοδος κατά την οποία οι Δημοκρατικοί απέφευγαν τη σύγκρουση έχει τελειώσει. «Οι ημέρες που δεν περνάγαμε στην αντεπίθεση έχουν τελειώσει», δήλωσε την Κυριακή στο CNN, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα του πρέπει να αξιοποιήσει όλα τα κοινοβουλευτικά εργαλεία που θα αποκτήσει.

Πρόκειται για εξουσίες που περιλαμβάνουν την κλήτευση μαρτύρων, την απαίτηση παράδοσης εγγράφων, τη διεξαγωγή δημόσιων ακροάσεων και την έναρξη διαδικασιών διερεύνησης πιθανών παραβάσεων.

Οι υπουργοί στο στόχαστρο και οι ρωγμές στους Ρεπουμπλικανούς

Το πρώτο και πιο άμεσο πεδίο σύγκρουσης αφορά τον υπουργό Άμυνας Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με διαδικασία παραπομπής με το ερώτημα της καθαίρεσης ακόμη και μέσα στην εβδομάδα.

Μάλιστα, η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης είναι ότι η πρωτοβουλία δεν προέρχεται από τους Δημοκρατικούς, αλλά από τον Ρεπουμπλικανό βουλευτή του Κεντάκι Τόμας Μάσι, έναν από τους συστηματικότερους επικριτές του Τραμπ στο εσωτερικό του κόμματος.

Ο Μάσι, ο οποίος αποχωρεί από το Κογκρέσο μετά την ήττα του στις προκριματικές εκλογές από υποψήφιο που υποστήριξε ο πρόεδρος, έχει δηλώσει ότι θα επαναφέρει την πρόταση παραπομπής του Χέγκσεθ μόλις επαναληφθούν οι εργασίες της Βουλής.

Η πρωτοβουλία περιλαμβάνει οκτώ κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η διεξαγωγή του πολέμου στο Ιράν χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου, η επιχείρηση σύλληψης του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο χωρίς την απαιτούμενη συνταγματική εξουσιοδότηση και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εναντίον φερόμενων διακινητών ναρκωτικών στην Καραϊβική.

Στο πλευρό της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας τάχθηκε δημόσια την Κυριακή ο Χακίμ Τζέφρις, επικεφαλής των Δημοκρατικών στη Βουλή και πιθανός επόμενος πρόεδρός της. «Είμαι απολύτως υπέρ», δήλωσε στο ABC, εκτιμώντας ότι η πρόταση παραπομπής θα συγκεντρώσει ιδιαίτερα ισχυρή υποστήριξη από τους Δημοκρατικούς.

Ο Τζέφρις κατηγόρησε τον Χέγκσεθ ότι καταχράστηκε την εξουσία του, υπονόμευσε την εθνική ασφάλεια και συνέβαλε καθοριστικά σε έναν «απερίσκεπτο και δαπανηρό πόλεμο επιλογής» εναντίον του Ιράν, ο οποίος, όπως υποστήριξε, αύξησε τις τιμές για τους Αμερικανούς και κατέστησε τη χώρα λιγότερο ασφαλή.

«Ο Πιτ Χέγκσεθ πρέπει να φύγει», ήταν η κατηγορηματική του τοποθέτηση.

Οι Δημοκρατικοί αναμένεται να συζητήσουν επίσημα τη στάση τους την Τρίτη, στην πρώτη συνάντηση της κοινοβουλευτικής τους ομάδας μετά τις εκλογές.

Το πρόβλημα για τον υπουργό Άμυνας είναι ότι η αμφισβήτηση δεν περιορίζεται πλέον στην αντιπολίτευση.

Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Τζέιμς Κόμερ έχει εκφράσει ερωτήματα για τη στρατηγική της Ουάσιγκτον στο Ιράν, ενώ ο γερουσιαστής Τομ Τίλις, που είχε αρχικά στηρίξει τον διορισμό του Χέγκσεθ, έχει δηλώσει ότι μετανιώνει για την επιλογή του και θα υποστήριζε την παραπομπή του.

Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Φρεντς Χιλ έχει επίσης επισημάνει ότι, εάν ο Χέγκσεθ δεν εκτελεί σωστά τα καθήκοντά του, ο πρόεδρος θα πρέπει να εξετάσει την αντικατάστασή του. Διαχώρισε, πάντως, την πολιτική αξιολόγηση της απόδοσης ενός υπουργού από το κατά πόσον έχουν διαπραχθεί αδικήματα που δικαιολογούν παραπομπή.

Η διάκριση έχει σημασία, καθώς η πολιτική δυσαρέσκεια δεν αρκεί από μόνη της για την καθαίρεση ενός υπουργού. Η Βουλή μπορεί να εγκρίνει την παραπομπή με απλή πλειοψηφία, αλλά για την οριστική απομάκρυνσή του απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων στη Γερουσία.

Ο Μάσι έχει προτείνει μάλιστα στον Τραμπ να απομακρύνει άμεσα τον Χέγκσεθ, ώστε ο διάδοχός του να μπορέσει να εγκριθεί από τη σημερινή, ρεπουμπλικανικά ελεγχόμενη Γερουσία, πριν αλλάξουν οι συσχετισμοί τον Ιανουάριο.

Ο ίδιος ο Τραμπ, ωστόσο, εξακολουθεί να στηρίζει τον υπουργό Άμυνας, απορρίπτοντας τα σενάρια αντικατάστασής του και υποστηρίζοντας ότι έχει επιτελέσει καλά τα καθήκοντά του.

Η περίπτωση Χέγκσεθ ενδέχεται έτσι να αποτελέσει το πρώτο ουσιαστικό τεστ για τη συνοχή των Ρεπουμπλικανών μετά την εκλογική ήττα, καθώς μια πρωτοβουλία που ξεκινά από το εσωτερικό του κόμματος αποκτά την υποστήριξη της επερχόμενης δημοκρατικής πλειοψηφίας.

Η λίστα των στόχων μετά τον Χέγκσεθ

Πάντως, ο Χέγκσεθ δεν είναι, ο μοναδικός κυβερνητικός αξιωματούχος που βρίσκεται στο μικροσκόπιο.

Ο ανεξάρτητος γερουσιαστής του Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος συνεργάζεται κοινοβουλευτικά με τους Δημοκρατικούς, δήλωσε ότι είναι απολύτως ανοιχτός στο ενδεχόμενο παραπομπής του υπουργού Υγείας Ρόμπερτ Κένεντι Τζούνιορ.

Την ίδια πρωτοβουλία έχει ήδη θέσει προς συζήτηση η νεοεκλεγείσα γερουσιαστής της Νότιας Καρολίνας Άνι Άντριους, ενώ δύο Δημοκρατικοί βουλευτές, ο Χανκ Τζόνσον και η Ντέμπορα Ρος, έχουν εκφραστεί υπέρ της παραπομπής του υπουργού Δικαιοσύνης Τοντ Μπλανς.

Στο επίκεντρο των σχεδιαζόμενων κοινοβουλευτικών ερευνών βρίσκεται επίσης ο Στίβεν Μίλερ, ο οποίος μόλις αναβαθμίστηκε σε προσωπάρχη του Λευκού Οίκου.

Ο Μίλερ θεωρείται ένας από τους βασικούς διαμορφωτές της αυστηρής μεταναστευτικής πολιτικής του Τραμπ, η οποία έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, ιδίως μετά τις επιχειρήσεις ομοσπονδιακών πρακτόρων που οδήγησαν στον θάνατο δύο ανθρώπων στη Μινεσότα.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos του Οκτωβρίου, μόλις το 37% των Αμερικανών ενέκρινε πλέον τη μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ, έναντι 50% κατά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Ο Ρόμπερτ Γκαρσία χαρακτήρισε τον Μίλερ κεντρικό πρόσωπο στη λήψη των κυβερνητικών αποφάσεων, υποστηρίζοντας ότι ο ρόλος του δικαιολογεί ενδελεχή κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Την ίδια στιγμή, η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται και στο υπουργείο Δικαιοσύνης.

Ο Τοντ Μπλανς, υπουργός Δικαιοσύνης και πρώην προσωπικός δικηγόρος του Τραμπ, εμφανίστηκε αποφασισμένος να αντισταθεί στις έρευνες που σχεδιάζουν οι Δημοκρατικοί για τον πρόεδρο, την οικογένειά του και τους συνεργάτες του. «Εάν αυτό θέλει να κάνει η νέα ηγεσία, είμαστε έτοιμοι. Και αν εργάζεσαι σε αυτή την κυβέρνηση, έχεις δικηγόρο. Εμένα», δήλωσε στο Fox News.

Η τοποθέτησή του ακολούθησε την ανακοίνωση του Τραμπ ότι έδωσε εντολή στο υπουργείο Δικαιοσύνης να εξετάσει τις απειλές των Δημοκρατικών για έρευνες και καθαιρέσεις, χαρακτηρίζοντάς τες μορφή εκβιασμού.

Η αντιπαράθεση προμηνύει μια ευρύτερη θεσμική σύγκρουση ανάμεσα στο Κογκρέσο και την εκτελεστική εξουσία, καθώς οι Δημοκρατικοί ετοιμάζονται να αξιοποιήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες και ο Λευκός Οίκος προαναγγέλλει αντίσταση.

Στο στόχαστρο ο Μασκ, οι τεχνολογικοί κολοσσοί και οι χρηματοδότες του Τραμπ

Το δεύτερο μεγάλο μέτωπο που ετοιμάζουν οι Δημοκρατικοί δεν αφορά κυβερνητικούς αξιωματούχους, αλλά τους επιχειρηματίες, τους χρηματοδότες και τις μεγάλες εταιρείες, κυρίως τεχνολογικές, που καλλιέργησαν στενές σχέσεις με τον Τραμπ κατά τη δεύτερη προεδρική θητεία του.

Οι σχεδιαζόμενες έρευνες ενδέχεται να φτάσουν από τη Silicon Valley και τη Wall Street μέχρι τους ενεργειακούς ομίλους και τις επιχειρήσεις που έχουν εξασφαλίσει σημαντικές συμβάσεις με το αμερικανικό Δημόσιο.

Κεντρικό πρόσωπο σε αυτό το πεδίο είναι ο Έλον Μασκ, ο οποίος όχι μόνο υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους χρηματοδότες των Ρεπουμπλικανών, αλλά διαδραμάτισε και άμεσο ρόλο στην κυβερνητική πολιτική μέσω του υπουργείου Κυβερνητικής Αποδοτικότητας  (DOGE).

Ο Ρόμπερτ Γκαρσία έχει δηλώσει ότι υπάρχει έντονο ενδιαφέρον, όχι μόνο από τη δική του επιτροπή αλλά και από άλλες επιτροπές του Κογκρέσου, να κληθεί ο Μασκ να καταθέσει.

Στο επίκεντρο αναμένεται να βρεθούν οι μαζικές απολύσεις ομοσπονδιακών υπαλλήλων που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του DOGE, καθώς και η σχέση των επιχειρήσεων του δισεκατομμυριούχου με κρατικές συμβάσεις και κυβερνητικές αποφάσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πληροφορία ότι οι Δημοκρατικοί εξετάζουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης Grok, που συνδέεται με τον Μασκ, κατά την αμερικανική επιχείρηση για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο στη Βενεζουέλα.

Ο Μασκ έχει επιπλέον σημαντική οικονομική έκθεση στο αμερικανικό Δημόσιο μέσω των εταιρειών του, γεγονός που ενισχύει το ενδιαφέρον για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων.

Η πολιτική και οικονομική του εμπλοκή στις ενδιάμεσες εκλογές υπήρξε ιδιαίτερα εκτεταμένη. Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν μετά την αναμέτρηση, δαπάνησε τουλάχιστον 445 εκατ. δολάρια για την υποστήριξη Ρεπουμπλικανών υποψηφίων, χωρίς ωστόσο να αποτρέψει την απώλεια του ελέγχου του Κογκρέσου.

Οι έρευνες ενδέχεται να επεκταθούν και σε ορισμένους από τους μεγαλύτερους τεχνολογικούς ομίλους των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, στις πρώτες επιχειρήσεις που εξετάζονται ως πιθανοί στόχοι συγκαταλέγονται οι Apple και Meta, με αντικείμενο συγκεκριμένες πρακτικές τους και τις σχέσεις τους με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

Στην περίπτωση της Apple, το ενδιαφέρον αφορά τη φιλοξενία εφαρμογών που σχετίζονται με την παρακολούθηση δραστηριοτήτων της ομοσπονδιακής υπηρεσίας μετανάστευσης ICE.

Για τη Meta, οι Δημοκρατικοί εξετάζουν πληροφορίες σχετικά με την απαίτηση υπογραφής συμφωνιών εμπιστευτικότητας από τοπικές αρχές για έργα κατασκευής κέντρων δεδομένων.

Οι συμφωνίες της κυβέρνησης με ιδιωτικές εταιρείες, οι κρατικές συμβάσεις και η ενδεχόμενη ανταλλαγή πολιτικής ή οικονομικής εύνοιας αποτελούν βασικούς άξονες των σχεδιαζόμενων ελέγχων.

Ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα είναι η χρηματοδότηση της νέας αίθουσας εκδηλώσεων του Λευκού Οίκου, ενός έργου που έχει προσελκύσει μεγάλες δωρεές από επιχειρήσεις και δισεκατομμυριούχους.

Οι Δημοκρατικοί θέλουν να εξετάσουν εάν οι δωρεές συνδέθηκαν με ευνοϊκές κυβερνητικές αποφάσεις, ρυθμιστικές παρεμβάσεις, κρατικές συμβάσεις ή άλλες παροχές.

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποίησε η Washington Post, η Apple και η Nvidia είχαν δεσμευτεί να συνεισφέρουν από 25 εκατ. δολάρια, ενώ μεταξύ των χρηματοδοτών περιλαμβάνονται επίσης μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι και ισχυροί επενδυτές.

Τα έγγραφα που έχουν δημοσιοποιηθεί αποτυπώνουν δωρεές εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, χωρίς ωστόσο να τεκμηριώνουν από μόνα τους ότι υπήρξε ανταλλαγή οικονομικών συνεισφορών με κυβερνητικά ανταλλάγματα. Ωστόσο, οι Δημοκρατικοί θεωρούν ότι η υπόθεση χρήζει περαιτέρω διερεύνησης.

Ο γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ, ο οποίος αναμένεται να αναλάβει την προεδρία της αρμόδιας υποεπιτροπής ερευνών της Γερουσίας, έχει ήδη ζητήσει έγγραφα από τεχνολογικές εταιρείες που συνέβαλαν στη χρηματοδότηση του έργου.

Μεταξύ αυτών βρίσκονται οι Apple, Meta, Google, Nvidia, Amazon και Microsoft, ενώ έχει προειδοποιήσει ότι η μη συνεργασία ενδέχεται να οδηγήσει σε υποχρεωτικές κλητεύσεις μετά τον Ιανουάριο.

Οι δραστηριότητες της οικογένειας και η συμμαχία με τα crypto

Στο ερευνητικό πρόγραμμα των Δημοκρατικών περιλαμβάνονται ακόμη οι χρηματιστηριακές συναλλαγές και οι δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ στα κρυπτονομίσματα, οι προεδρικές απονομές χάριτος σε πρόσωπα με οικονομικές διασυνδέσεις, οι σχέσεις ενεργειακών εταιρειών με την κυβέρνηση για την αξιοποίηση πόρων στη Βενεζουέλα και η διαχείριση των αρχείων που σχετίζονται με τον Τζέφρι Έπσταϊν.

Ο πρόεδρος έχει απορρίψει τις κατηγορίες περί σύγκρουσης συμφερόντων, ενώ η Trump Organization υποστηρίζει ότι οι επενδύσεις του διαχειρίζονται ανεξάρτητα, χωρίς ο ίδιος ή τα μέλη της οικογένειάς του να συμμετέχουν στις επιμέρους συναλλαγές.

Ιδιαίτερα βαρύ αναμένεται να είναι και το μέτωπο των κρυπτονομισμάτων, όπου οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας Τραμπ έχουν δημιουργήσει σοβαρά ερωτήματα για πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων και ανταλλαγές πολιτικής εύνοιας με οικονομικά ανταλλάγματα.

Σύμφωνα με οικονομικές δηλώσεις που ανέλυσε το Bloomberg, ο Αμερικανός πρόεδρος αποκόμισε το 2025 έσοδα τουλάχιστον 1,4 δισ. δολαρίων από δραστηριότητες συνδεδεμένες με τα crypto, μεταξύ των οποίων περίπου 594 εκατ. δολάρια από τη World Liberty Financial, που συνίδρυσε με τους γιους του, και 636 εκατ. δολάρια από το προσωπικό του κρυπτονόμισμα $TRUMP.

Στο μικροσκόπιο των Δημοκρατικών βρίσκονται επίσης οι σχέσεις της οικογένειας με τη Binance και ξένους επενδυτές, καθώς και η χρήση του stablecoin USD1 σε συναλλαγή ύψους 2 δισ. δολαρίων που αφορούσε επένδυση της MGX από το Άμπου Ντάμπι στη Binance.

Ιδιαίτερες αντιδράσεις έχει προκαλέσει και η πώληση συμμετοχής 49% στη World Liberty Financial έναντι περίπου 500 εκατ. δολαρίων σε επενδυτές που συνδέονται με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Οι Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι η ταυτόχρονη ιδιότητα του Τραμπ ως προέδρου και ως μεγάλου οικονομικού παράγοντα της αγοράς crypto εγείρει ζητήματα σύγκρουσης συμφερόντων, ιδιαίτερα όταν η κυβέρνησή του λαμβάνει αποφάσεις για τη ρύθμιση του κλάδου, την εποπτεία των εταιρειών και τις κυρώσεις.

Οι ίδιες οι επιχειρήσεις και ο Λευκός Οίκος απορρίπτουν τις κατηγορίες περί παρανομιών, ωστόσο οι Δημοκρατικοί προετοιμάζουν εκτεταμένες έρευνες για τις οικονομικές συναλλαγές, τους χρηματοδότες και τις ενδεχόμενες πολιτικές παρεμβάσεις που ευνόησαν επιχειρηματικά συμφέροντα συνδεδεμένα με την οικογένεια του προέδρου.