Οι τράπεζες σπόρων σε όλο τον κόσμο αποτελούν μια παγκόσμια «δικλείδα ασφαλείας» για το μέλλον της γεωργίας, καθώς διαφυλάσσουν πολύτιμο γενετικό υλικό που μπορεί να αξιοποιηθεί για την επαναφορά καλλιεργειών σε περίπτωση μεγάλης καταστροφής. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η διάρκεια ζωής των αποθηκευμένων σπόρων ενδέχεται να είναι μικρότερη από αυτή που υπολόγιζαν μέχρι σήμερα οι ερευνητές.
Πρόσφατες δοκιμές βλάστησης έδειξαν ότι κατεψυγμένοι σπόροι της ροβίτσας (mung bean) και των κοινών φασολιών (Phaseolus vulgaris) μπορούν να διατηρήσουν υψηλή βιωσιμότητα ακόμη και μετά από πολλές δεκαετίες αποθήκευσης. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε μία παρτίδα σπόρων ροβίτσας, το 90% παρέμενε ικανό να βλαστήσει ακόμη και ύστερα από 45 χρόνια παραμονής σε συνθήκες ψύξης.
Η «κιβωτός» γενετικού υλικού στην Αυστραλία
Η Australian Grains Genebank (AGG) μπορεί να μην έχει τη διεθνή αναγνωρισιμότητα του περίφημου «Παγκόσμιου Θησαυροφυλακίου Σπόρων» στο Σβάλμπαρντ της Νορβηγίας, όμως αποτελεί μία από τις σημαντικότερες συλλογές γενετικού υλικού καλλιεργούμενων φυτών παγκοσμίως. Στις εγκαταστάσεις της φυλάσσονται εκατοντάδες χιλιάδες ποικιλίες σπόρων από δημητριακά, όσπρια και ελαιούχες καλλιέργειες.
Κάθε δείγμα τοποθετείται σε ειδική αεροστεγή συσκευασία και διατηρείται σε περιβάλλον με 15% υγρασία και θερμοκρασία -20 βαθμών Κελσίου, προκειμένου να παρατείνεται η διάρκεια ζωής του. Ωστόσο, το ακριβές χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι σπόροι παραμένουν ζωντανοί δεν είναι ακόμη πλήρως γνωστό.
Μέχρι σήμερα οι επιστήμονες έχουν υπολογίσει τη διάρκεια ζωής περίπου 70 φυτικών ειδών, όμως αρκετές από αυτές τις εκτιμήσεις φαίνεται πως χρειάζονται αναθεώρηση, καθώς τα πραγματικά δεδομένα αποκλίνουν σε ορισμένες περιπτώσεις.
Οι δοκιμές σε χιλιάδες δείγματα
Για να εξετάσουν την πραγματική αντοχή των σπόρων που βρίσκονται αποθηκευμένοι στην AGG, Αυστραλοί ερευνητές πραγματοποίησαν ελέγχους βλάστησης σε 3.861 παρτίδες σπόρων, οι οποίες αφορούσαν έξι τροπικές καλλιέργειες.
Στη μελέτη περιλαμβάνονταν το σόργο (Sorghum bicolor), το κοινό φασόλι, η ροβίτσα, η σόγια (Glycine max), το pigeon pea (Cajanus cajan) και το φασόλι adzuki (Vigna angularis). Ορισμένα δείγματα είχαν αποθηκευτεί ήδη από τη δεκαετία του 1960.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι σπόροι του pigeon pea ήταν οι πιο ευάλωτοι στον χρόνο. Μετά από περίπου 36 χρόνια αποθήκευσης, μόλις τέσσερις παρτίδες διατηρούσαν ποσοστό βλάστησης πάνω από 85%, γεγονός που υποδηλώνει ότι αρκετές ποσότητες χρειάζονται ανανέωση.
Στον αντίποδα, η ροβίτσα εμφανίστηκε ως το πιο ανθεκτικό είδος, με το σόργο να ακολουθεί. Παράλληλα, αρκετές παρτίδες από ροβίτσα, κοινά φασόλια και σόγια διατήρησαν υψηλά επίπεδα βιωσιμότητας ακόμη και μετά από δεκαετίες.
Οι νέες εκτιμήσεις αλλάζουν τα δεδομένα
Παρά τα θετικά ευρήματα, οι επιστήμονες εντόπισαν ένα ανησυχητικό στοιχείο: η πραγματική διάρκεια ζωής αρκετών ειδών είναι σημαντικά μικρότερη από τις παλαιότερες προβλέψεις. Τα φασόλια adzuki εμφάνισαν τη χαμηλότερη εκτιμώμενη διάρκεια ζωής, με μέσο όρο μόλις 17,4 χρόνια.
Παλαιότερα μοντέλα εκτιμούσαν ότι οι κατεψυγμένοι σπόροι ορισμένων ειδών θα μπορούσαν να παραμείνουν βιώσιμοι για εκατοντάδες ή ακόμη και χιλιάδες χρόνια χωρίς έλεγχο. Για παράδειγμα, με βάση προηγούμενες προβλέψεις, η βλάστηση των αποθηκευμένων σπόρων σόργου θα έπρεπε να ελέγχεται περίπου κάθε 2.901 χρόνια, ενώ για τη ροβίτσα κάθε 2.075 χρόνια.
Τα νέα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι ακόμη και κάτω από ιδανικές συνθήκες αποθήκευσης, οι σπόροι αρκετών ειδών μπορεί να πέσουν κάτω από το όριο βιωσιμότητας του 85% μέσα σε διάστημα 20 έως 40 ετών. Για τον λόγο αυτό, οι συγγραφείς της μελέτης, με επικεφαλής τη φυσιολόγο σπόρων Κάθριν Μπάουμ της AGG, υπογραμμίζουν ότι απαιτούνται συχνότεροι έλεγχοι.
Γιατί οι τακτικοί έλεγχοι είναι απαραίτητοι
Οι επιστήμονες επισημαίνουν επίσης ότι η βλάστηση ενός σπόρου σε εργαστηριακές συνθήκες δεν εγγυάται απαραίτητα ότι θα εξελιχθεί σε ένα πλήρως υγιές φυτό. Η βλαστικότητα αποτελεί έναν βασικό δείκτη βιωσιμότητας, αλλά η πορεία μέχρι την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου φυτού περιλαμβάνει επιπλέον στάδια.
Όσο οι τράπεζες γενετικού υλικού συγκεντρώνουν περισσότερα δεδομένα και ανταλλάσσουν πληροφορίες για την αντοχή των διαφορετικών ειδών, οι επιστήμονες θα μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τα πραγματικά όρια διατήρησης των σπόρων.
Η νέα βάση δεδομένων αναμένεται να βοηθήσει στη βελτίωση των μοντέλων πρόβλεψης για τη διάρκεια ζωής των αποθεμάτων, κάτι που θεωρείται κρίσιμο για τη διατήρηση της παγκόσμιας φυτικής βιοποικιλότητας. Η αποθήκευση των σπόρων αποτελεί μόνο το πρώτο βήμα· η μεγάλη πρόκληση είναι να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν ζωντανοί και θα μπορούν να αξιοποιηθούν για τις επόμενες δεκαετίες.
Διαβάστε ακόμη
Τα παιδιά που σώζουν τα μαγαζιά των γονιών τους μέσω TikTok
Εφορία: Νέα σενάρια για τις εκπτώσεις με ηλεκτρονικές πληρωμές
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.