Απροσδόκητη ανάκαμψη κατέγραψε τον Οκτώβριο η καταναλωτική εμπιστοσύνη στις Ηνωμένες Πολιτείες, σημειώνοντας άνοδο για πρώτη φορά έπειτα από τέσσερις μήνες, καθώς οι Αμερικανοί εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι για τις προοπτικές της αγοράς εργασίας και τις επιχειρηματικές συνθήκες.
Ο σχετικός δείκτης του Conference Board ενισχύθηκε κατά 7,5 μονάδες, φτάνοντας στις 91,7 μονάδες, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν την Τρίτη. Η επίδοση ξεπέρασε το σύνολο των προβλέψεων των αναλυτών.
Η βελτίωση αποτυπώθηκε τόσο στις εκτιμήσεις των καταναλωτών για το επόμενο εξάμηνο όσο και στην αξιολόγηση της σημερινής οικονομικής κατάστασης.
Ειδικότερα, ο δείκτης προσδοκιών για τους επόμενους έξι μήνες αυξήθηκε κατά σχεδόν 7 μονάδες, στις 72,6 μονάδες, ενώ ο δείκτης που αποτυπώνει την εκτίμηση για τις τρέχουσες συνθήκες αναρριχήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Απρίλιο.
«Η ανάκαμψη συμβαδίζει με την υποχώρηση των τιμών λιανικής της βενζίνης από τον Σεπτέμβριο έως τον Οκτώβριο», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο Φέργκους ΜακΚόρμικ, ανώτερος οικονομολόγος του Conference Board.
«Ωστόσο, παρά την άνοδο του Οκτωβρίου, η καταναλωτική εμπιστοσύνη εξακολουθεί να κινείται εντός της μακροχρόνιας πτωτικής τάσης που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια», πρόσθεσε.
Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι περισσότεροι Αμερικανοί χαρακτηρίζουν πλέον τις επιχειρηματικές συνθήκες καλές παρά κακές, ενώ το ποσοστό όσων θεωρούν ότι υπάρχουν άφθονες διαθέσιμες θέσεις εργασίας αυξήθηκε στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων έξι μηνών.
Παρά τη βελτίωση του οικονομικού κλίματος, οι Αμερικανοί καταναλωτές εξακολουθούν να προβληματίζονται για τις επιπτώσεις των υψηλών τιμών στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς τους, αλλά και για το γεγονός ότι η αύξηση των μισθών υπολείπεται του πληθωρισμού.
Την ίδια στιγμή, το κόστος δανεισμού έχει αυξηθεί εκ νέου το τελευταίο διάστημα, καθιστώντας λιγότερο προσιτή την αγορά κατοικίας, αυτοκινήτων και άλλων αγαθών μεγάλης αξίας.
Με τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ να απέχουν μόλις μία εβδομάδα, το κόστος ζωής και η αγοραστική δύναμη παραμένουν καθοριστικά ζητήματα για τους ψηφοφόρους και επηρεάζουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούν την πορεία της οικονομίας. Ωστόσο, οι Αμερικανοί εμφανίζονται πιο αισιόδοξοι για την αγορά εργασίας, καθώς οι απολύσεις εξακολουθούν να διαμορφώνονται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Η έρευνα καταναλωτικής εμπιστοσύνης έδειξε βελτίωση και σε έναν δείκτη που παρακολουθούν στενά οι οικονομολόγοι για να αξιολογήσουν την κατάσταση της απασχόλησης. Πρόκειται για τη διαφορά μεταξύ του ποσοστού των καταναλωτών που θεωρούν ότι υπάρχουν πολλές διαθέσιμες θέσεις εργασίας και εκείνων που εκτιμούν ότι η εύρεση εργασίας είναι δύσκολη. Η διαφορά αυτή βελτιώθηκε τον Οκτώβριο, προσφέροντας μια πιο θετική εικόνα για τις συνθήκες στην αμερικανική αγορά εργασίας.
Μικτή ήταν η εικόνα όσον αφορά τα σχέδια των Αμερικανών για αγορές αγαθών μεγάλης αξίας, ενώ οι προθέσεις για πραγματοποίηση διακοπών υποχώρησαν ελαφρώς.
Παρά τις διακυμάνσεις της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, πάντως, οι σχετικές έρευνες δεν αποτελούν πάντοτε αξιόπιστο προγνωστικό δείκτη για την εξέλιξη των πραγματικών καταναλωτικών δαπανών.
Η ιδιωτική κατανάλωση έχει αποδειχθεί ανθεκτική και εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στήριγμα της οικονομικής ανάπτυξης στις Ηνωμένες Πολιτείες, ακόμη και όταν οι έρευνες καταγράφουν επιφυλακτικότητα ή απαισιοδοξία μεταξύ των νοικοκυριών.
«Η αγορά εργασίας εξακολουθεί να στηρίζει την καταναλωτική δραστηριότητα», ανέφερε σε σημείωμά του ο Μπεν Έιερς, ανώτερος οικονομολόγος της Nationwide. «Η τάση στις έρευνες καταναλωτικής εμπιστοσύνης παραμένει υποτονική, αλλά αυτό δεν έχει εμποδίσει τα νοικοκυριά να διατηρούν έναν σταθερά ισχυρό ρυθμό αγορών», επισήμανε.
Κατά τους τελευταίους έξι μήνες, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην οικονομία εξέφρασαν οι καταναλωτές ηλικίας κάτω των 35 ετών, καθώς και εκείνοι με ετήσιο εισόδημα 100.000 δολαρίων και άνω.
Τον Οκτώβριο, η βελτίωση του κλίματος ήταν γενικευμένη σε όλες τις πολιτικές ομάδες, με την ισχυρότερη άνοδο να καταγράφεται μεταξύ των ψηφοφόρων του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.
Σημειωτέον πως ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης του Conference Board επικεντρώνεται κυρίως στις συνθήκες που επικρατούν στην αγορά εργασίας. Αντίθετα, ο ξεχωριστός δείκτης καταναλωτικού κλίματος του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στις εκτιμήσεις των νοικοκυριών για την προσωπική οικονομική τους κατάσταση και το κόστος ζωής.
Παρά τις διαφορές στη μεθοδολογία και την έμφαση των δύο ερευνών, οι δείκτες τους έχουν ακολουθήσει σε γενικές γραμμές παρόμοια πορεία τα τελευταία χρόνια.
Ωστόσο, τα τελευταία στοιχεία αποτυπώνουν διαφορετική εικόνα. Ο δείκτης καταναλωτικού κλίματος του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, υποχώρησε ελαφρώς στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών, καθώς οι υψηλές τιμές και η άνοδος των επιτοκίων επιβάρυναν την ψυχολογία των Αμερικανών καταναλωτών.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.