search icon

Διεθνή

WSJ: Ο Τραμπ «κόβει το σήμα» στον Ζελένσκι και ανοίγει γραμμή με Πούτιν – Το θρίλερ με το Starlink, το ντίζελ και η οργή στο Κογκρέσο

Η Wall Street Journal αποκαλύπτει πώς οι σχέσεις Ουάσιγκτον και Ουκρανίας οδηγήθηκαν σε νέα κρίση, προκαλώντας αντιδράσεις ακόμη και στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα

Ένα επείγον μήνυμα προς Αμερικανούς βουλευτές, τις πρώτες πρωινές ώρες της Τετάρτης, αποκάλυψε το βάθος της κρίσης στις σχέσεις μεταξύ Ντόναλντ Τραμπ και Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Ο Ντένις Σιένικ, κορυφαίος Ουκρανός διπλωμάτης στην Ουάσιγκτον, προειδοποιούσε ότι η χώρα του αντιμετώπιζε ξαφνικά περιορισμούς στη λειτουργία των στρατιωτικών τερματικών Starlink, χωρίς να γνωρίζει την αιτία.

Οι συνέπειες, όπως εξηγούσε, θα μπορούσαν να είναι σοβαρές: η Ρωσία θα αποκτούσε πλεονέκτημα στο πεδίο των μαχών, ενώ η Ουκρανία θα δυσκολευόταν να αναχαιτίσει επιθέσεις εναντίον αμάχων.

Λίγες ώρες αργότερα, καθώς η Ουάσιγκτον ξεκινούσε την εργάσιμη ημέρα της, Ουκρανοί αξιωματούχοι εξέφραζαν ήδη τη χειρότερη υποψία τους: ότι ο ίδιος ο Τραμπ είχε δώσει εντολή στον Έλον Μασκ να περιορίσει την πρόσβαση της Ουκρανίας στα δορυφορικά συστήματα.

Οι υποψίες αυτές δεν έχουν επιβεβαιωθεί. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, αποτυπώνουν την ταχύτητα με την οποία έχουν επιδεινωθεί οι σχέσεις ΗΠΑ και Ουκρανίας τις τελευταίες εβδομάδες, καθώς ο Αμερικανός Πρόεδρος επιχειρεί να επιβάλει τη δική του στρατηγική για τον τερματισμό του πολέμου.

Η προσέγγιση του Τραμπ περιλαμβάνει πλέον μια σειρά κινήσεων που έχουν προκαλέσει έντονη δυσφορία στο Κίεβο: πρόταση αγοράς ρωσικού πετρελαίου και ντίζελ, απαίτηση αποχώρησης του Ζελένσκι από την εξουσία και ανακοίνωση μιας ενεργειακής εκεχειρίας, την οποία η Μόσχα φέρεται να παραβίασε σχεδόν αμέσως.

Το αποτέλεσμα είναι μια οργισμένη ουκρανική ηγεσία, ανήσυχοι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και ένα Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που εμφανίζεται ολοένα πιο διχασμένο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ.

Starlink: Οι υποψίες για τον Τραμπ και η προειδοποίηση του Μασκ

Η αιφνίδια αλλαγή στη λειτουργία των δορυφορικών επικοινωνιών προκάλεσε συναγερμό στο Κίεβο, καθώς τα συγκεκριμένα συστήματα αποτελούν κρίσιμο εργαλείο για τις ουκρανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Η SpaceX αρνήθηκε να σχολιάσει το περιστατικό την Τετάρτη. Ωστόσο, ο Έλον Μασκ παρενέβη μέσω των κοινωνικών δικτύων, διευκρινίζοντας ότι οι περιορισμοί στη στρατιωτική πλατφόρμα Starshield καθορίζονται από το Πεντάγωνο και, σε τελικό επίπεδο, από τον Αμερικανό Πρόεδρο.

«Τα συστήματα Starshield ανήκουν και ελέγχονται από την αμερικανική κυβέρνηση. Οποιοιδήποτε περιορισμοί στην ταχύτητα ή στη χρήση αποφασίζονται από τον αμερικανικό στρατό και τελικά από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ», έγραψε ο Μασκ.

Στην ανάρτησή του δεν αναφέρθηκε συγκεκριμένα στην Ουκρανία.

Ο Λευκός Οίκος απέφυγε επίσης να απαντήσει σε ερωτήσεις σχετικά με το Starlink.

Σε ανακοίνωσή του περιορίστηκε να επισημάνει ότι ο Πρόεδρος και η ομάδα του παραμένουν προσηλωμένοι στην προσπάθεια τερματισμού του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και αισιοδοξούν ότι τελικά θα επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία.

Η δυσκολία πρόσβασης της Ουκρανίας στα δορυφορικά συστήματα σημειώθηκε έπειτα από προειδοποιήσεις, σύμφωνα με ανώτερους Ευρωπαίους και Ουκρανούς αξιωματούχους, ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να διακόψει την ανταλλαγή πληροφοριών ή τις πωλήσεις στρατιωτικού εξοπλισμού προς το Κίεβο.

Αμερικανοί αξιωματούχοι, πάντως, αρνούνται ότι διατυπώθηκαν τέτοιες απειλές.

Οργή στο Κογκρέσο: «Θα υπάρξουν συνέπειες»

Η υπόθεση έχει προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Μπράιαν Φιτζπάτρικ, από την Πενσιλβάνια, δήλωσε ότι το Κογκρέσο θα παρέμβει εάν αποδειχθεί πως η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε περιορισμούς στην πρόσβαση της Ουκρανίας στο στρατιωτικό Starlink.

«Είναι ένα τεράστιο πρόβλημα και θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για να το διορθώσουμε», ανέφερε.

Ο Φιτζπάτρικ, ο οποίος αντιμετωπίζει μια δύσκολη μάχη επανεκλογής, προειδοποίησε ότι ενδεχόμενη διακοπή της υποστήριξης προς την Ουκρανία δεν θα μείνει χωρίς συνέπειες.

«Εάν αρχίσουμε να αφήνουμε την Ουκρανία στο σκοτάδι, θα υπάρξουν συνέπειες. Να θυμάστε τα λόγια μου», δήλωσε στη Wall Street Journal.

Ερωτηθείς τι εννοεί, εξήγησε ότι το Κογκρέσο θα μπορούσε να μπλοκάρει τη χρηματοδότηση ομοσπονδιακών υπηρεσιών που θα θεωρούνταν υπεύθυνες για τους περιορισμούς.

«Οι υπηρεσίες δεν θα λαμβάνουν χρηματοδότηση εάν δεν κάνουν τη δουλειά τους», σημείωσε.

Ζελένσκι: «Είναι κρίμα που χάνουμε έναν ισχυρό εταίρο»

Η ουκρανική ηγεσία και Ευρωπαίοι σύμμαχοι εμφανίζονται ιδιαίτερα δυσαρεστημένοι με τη στρατηγική του Τραμπ.

Σύμφωνα με ανώτερους Ευρωπαίους αξιωματούχους, θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον ακολουθεί λανθασμένη προσέγγιση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Κατά την άποψή τους, η πίεση πρέπει να αυξηθεί προς τη Ρωσία και όχι προς την Ουκρανία, καθώς οποιαδήποτε οικονομική διευκόλυνση προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση της ρωσικής πολεμικής προσπάθειας.

Ο ίδιος ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, σε συνέντευξή του την Τετάρτη στον Βρετανό παρουσιαστή Πιρς Μόργκαν, δήλωσε ότι αισθάνεται προδομένος από την πρόταση του Τραμπ να αγοράσει ντίζελ από τη Ρωσία.

«Είναι κρίμα που χάνουμε έναν ισχυρό εταίρο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Δεν μπορούμε να είμαστε αδύναμοι. Διαφορετικά, δεν μπορούμε να επιβιώσουμε», πρόσθεσε.

Η στρατηγική Τραμπ: Πρώτα αποκλιμάκωση, μετά οικονομικά ανταλλάγματα στη Μόσχα

Αξιωματούχοι της αμερικανικής κυβέρνησης υπερασπίζονται τη στρατηγική του Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι παραμένει αποφασισμένος να τερματίσει τον πόλεμο.

Σύμφωνα με τους ίδιους, ο Αμερικανός Πρόεδρος είναι ο μοναδικός ηγέτης που μπορεί να διαπραγματευτεί αποτελεσματικά τόσο με τον Πούτιν όσο και με τον Ζελένσκι, προκειμένου να επιτευχθεί μια βιώσιμη ειρηνευτική συμφωνία.

Το σχέδιο της Ουάσιγκτον προβλέπει αρχικά αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών και στη συνέχεια την υποβολή νέας πρότασης προς τη Μόσχα, η οποία θα περιλαμβάνει οικονομικά και πολιτικά οφέλη υπό την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα τηρήσει μια πιο μόνιμη εκεχειρία.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση του Τραμπ για αγορά ρωσικού ντίζελ.

Αμερικανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η κίνηση εξυπηρετεί δύο στόχους: αφενός τη μείωση των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ και αφετέρου τη δημιουργία οικονομικού κινήτρου για την επιστροφή του Πούτιν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Παράλληλα, επισημαίνουν ότι ο Τραμπ παραμένει ανοιχτός στην προοπτική μελλοντικής οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας, εφόσον επιλυθεί η σύγκρουση.

Το ρωσικό ντίζελ διχάζει τους Ρεπουμπλικανούς

Η συμφωνία με τη Μόσχα έχει προκαλέσει αντιφατικές αντιδράσεις στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.

Ορισμένοι βουλευτές χαιρέτισαν την πρωτοβουλία ως μια αναγκαία παρέμβαση για την ανακούφιση των Αμερικανών καταναλωτών από τις υψηλές τιμές της ενέργειας.

Άλλοι, ωστόσο, τη χαρακτηρίζουν αδικαιολόγητη παραχώρηση προς τον Πούτιν, υποστηρίζοντας ότι ο Ρώσος Πρόεδρος δεν έχει επιδείξει πραγματική πρόθεση να τερματίσει τον πόλεμο.

Μεταξύ εκείνων που έχουν επικρίνει τη συμφωνία βρίσκονται ακόμη και στενοί σύμμαχοι του Τραμπ που διεκδικούν εκλογικές νίκες στις ενδιάμεσες εκλογές.

Συγκεκριμένα, αντιδράσεις έχουν εκφράσει η Άσλεϊ Χίνσον, υποψήφια των Ρεπουμπλικανών για τη Γερουσία στην Αϊόβα, και ο Μάικ Ρότζερς, υποψήφιος στο Μίσιγκαν.

Επικριτικά έχουν τοποθετηθεί επίσης ο γερουσιαστής Τομ Τίλις, από τη Βόρεια Καρολίνα, και ο βουλευτής Ντον Μπέικον, από τη Νεμπράσκα, οι οποίοι αποχωρούν από το Κογκρέσο και έχουν κατά καιρούς διαφωνήσει με τις πολιτικές του Προέδρου.

Η αντιπαράθεση αποκαλύπτει ένα βαθύτερο ρήγμα στην αμερικανική Δεξιά σχετικά με το κατά πόσο η επιδίωξη χαμηλότερων ενεργειακών τιμών δικαιολογεί οικονομικές παραχωρήσεις προς τη Ρωσία.

Η συνάντηση στη Νέα Υόρκη που άλλαξε τις σχέσεις Τραμπ – Ζελένσκι

Σύμφωνα με αξιωματούχους που επικαλείται η Wall Street Journal, η πρόσφατη επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ Τραμπ και Ζελένσκι ξεκίνησε από μια συνάντησή τους στη Νέα Υόρκη, στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Ο Ουκρανός Πρόεδρος είχε ταξιδέψει στις Ηνωμένες Πολιτείες για τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, θεωρώντας ότι η κατάσταση εξελισσόταν ευνοϊκά για τη χώρα του.

Οι ουκρανικές δυνάμεις είχαν καταφέρει να ανακόψουν ρωσικές προελάσεις στο πεδίο των μαχών, ενώ ο Ζελένσκι είχε πραγματοποιήσει σειρά θετικών συναντήσεων με τον Τραμπ.

Μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν και η ιδιαίτερα φιλική συνάντησή τους στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο.

Ωστόσο, στη Νέα Υόρκη το κλίμα άλλαξε.

Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις συζητήσεις, ο Τραμπ πίεσε τον Ζελένσκι να εξηγήσει γιατί η Ουκρανία συνέχιζε να επιτίθεται σε ρωσικά διυλιστήρια.

Οι επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές αποτελούν βασικό στοιχείο της ουκρανικής στρατηγικής, καθώς στοχεύουν στη μείωση των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική μηχανή.

Το Κίεβο θεωρεί ότι πλήττοντας τον πετρελαϊκό τομέα της Ρωσίας μπορεί να ασκήσει ουσιαστική οικονομική πίεση στη Μόσχα.

Οι επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια και η οργή του Τραμπ

Σύμφωνα με αναλυτές, η ουκρανική εκστρατεία επιθέσεων με drones έχει θέσει εκτός λειτουργίας περίπου 40% έως 50% του ρωσικού δικτύου διύλισης.

Η εξέλιξη αυτή έχει προκαλέσει σοβαρές δυσκολίες στη ρωσική παραγωγή πετρελαϊκών προϊόντων.

Ωστόσο, οι αναλυτές της ενεργειακής αγοράς συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι η βασική αιτία της ανόδου των διεθνών τιμών της ενέργειας, και ιδιαίτερα του ντίζελ, είναι ο πόλεμος στο Ιράν.

Μετά τη συνάντηση της Νέας Υόρκης, η αμερικανική κυβέρνηση ζήτησε από την Ουκρανία περίπου έξι φορές να σταματήσει τις επιθέσεις στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις συνομιλίες.

Οι Ουκρανοί αξιωματούχοι απάντησαν ότι θα αποδέχονταν οποιαδήποτε αμοιβαία ενεργειακή εκεχειρία με τη Ρωσία.

Ωστόσο, καθώς η Μόσχα αρνήθηκε, το Κίεβο συνέχισε τις επιχειρήσεις του.

Κατά τη διάρκεια του επόμενου μήνα, ο Τραμπ άρχισε να εμφανίζεται ολοένα πιο δυσαρεστημένος με τον Ζελένσκι.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Αμερικανός Πρόεδρος ενοχλήθηκε ιδιαίτερα από το γεγονός ότι η Ουκρανία χρησιμοποιούσε αμερικανικούς πόρους για να πλήττει ρωσικές ενεργειακές εξαγωγές, με τρόπο που ο ίδιος θεωρούσε ότι θα μπορούσε να αυξήσει το κόστος για τους Αμερικανούς καταναλωτές.

Το μυστικό εξάωρο στο Μαϊάμι και η έκπληξη για τη συμφωνία με τη Ρωσία

Στις αρχές Οκτωβρίου, ανώτεροι Ουκρανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι ταξίδεψαν στο Μαϊάμι, επιδιώκοντας να αναζωογονήσουν τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Η κρίσιμη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 9 Οκτωβρίου, υπό τον συντονισμό δύο στενών συνεργατών του Τραμπ: του γαμπρού του, Τζάρεντ Κούσνερ, και του ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ.

Στόχος των συνομιλιών ήταν η επεξεργασία νέων προτάσεων για τον τερματισμό του πολέμου, οι οποίες θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές τόσο από τη Ρωσία όσο και από την Ουκρανία.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, όμως, οι Κούσνερ και Γουίτκοφ αποκάλυψαν ότι ο Τραμπ εξέταζε συμφωνία για την αγορά ρωσικού ντίζελ.

Σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν τις συζητήσεις, η πληροφορία προκάλεσε έκπληξη και έντονη δυσφορία στους Ευρωπαίους και Ουκρανούς αξιωματούχους.

Η συνάντηση διήρκεσε έξι ώρες, με τους δύο Αμερικανούς διαπραγματευτές να πιέζουν τις άλλες πλευρές να διαμορφώσουν νέο πακέτο προτάσεων που θα μπορούσε να παρουσιαστεί στη Μόσχα.

Την ίδια ημέρα, ο Τραμπ είχε τηλεφωνική συνομιλία διάρκειας 90 λεπτών με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Λίγο μετά την ολοκλήρωση της επικοινωνίας, ανακοίνωσε τη συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ.

Τα οργισμένα τηλεφωνήματα στον Λευκό Οίκο

Η ανακοίνωση προκάλεσε άμεσες αντιδράσεις στο Κογκρέσο.

Σύμφωνα με βουλευτές και Αμερικανούς αξιωματούχους, αρκετοί Ρεπουμπλικανοί επικοινώνησαν οργισμένοι με τον Λευκό Οίκο, διαμαρτυρόμενοι για την απόφαση.

Υποστήριξαν ότι η συμφωνία προσέφερε στη Ρωσία ένα σημαντικό οικονομικό όφελος χωρίς να εξασφαλίζει οποιαδήποτε παραχώρηση από τη Μόσχα.

Παράλληλα, έθεσαν ζήτημα συμβατότητας της πρωτοβουλίας με αμερικανικό νόμο του 2022, ο οποίος απαγορεύει τις εισαγωγές ρωσικής ενέργειας χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Κογκρέσο.

Η αντίδραση ανέδειξε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο Τραμπ στην προσπάθειά του να συνδυάσει τη μείωση των τιμών των καυσίμων με τη διαπραγματευτική του στρατηγική απέναντι στη Ρωσία.

Η «εκεχειρία» που η Μόσχα παραβίασε σχεδόν αμέσως

Η ένταση κορυφώθηκε την Κυριακή, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ενεργειακή εκεχειρία μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, δηλώνοντας ότι θα τεθεί αμέσως σε ισχύ.

Ωστόσο, λίγο μετά την ανακοίνωση, η Ρωσία εξαπέλυσε επίθεση εναντίον μονάδας ηλεκτροπαραγωγής στην ουκρανική πόλη Χάρκοβο.

Το περιστατικό προκάλεσε νέα ερωτήματα για το κατά πόσο υπήρχε πραγματική συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών.

Όταν ο Τραμπ ρωτήθηκε σχετικά με τις παραβιάσεις της εκεχειρίας, απάντησε με χαρακτηριστικό τρόπο:

«Συμφώνησαν. Ξέρετε γιατί; Επειδή εγώ είπα ότι συμφωνήσατε. Γι’ αυτό. Συμφώνησαν επειδή εγώ είπα ότι συμφώνησαν, και αυτό το ζήτημα πρέπει να διευθετηθεί».

Η δήλωση αποτυπώνει την προσέγγιση του Αμερικανού Προέδρου, ο οποίος επιδιώκει να επιταχύνει τη διπλωματική διαδικασία, ακόμη και όταν οι θέσεις των δύο εμπόλεμων πλευρών παραμένουν αντικρουόμενες.

Για το Κίεβο, ωστόσο, οι τελευταίες εξελίξεις έχουν δημιουργήσει ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον.

Οι υποψίες για περιορισμούς στο Starshield, η απειλή διακοπής της ανταλλαγής πληροφοριών, η οικονομική προσέγγιση Ουάσιγκτον και Μόσχας και η πίεση για τον τερματισμό των επιθέσεων στα ρωσικά διυλιστήρια συνθέτουν μια νέα πραγματικότητα.

Η ουκρανική ηγεσία φοβάται ότι η προσπάθεια του Τραμπ να επιτύχει γρήγορα μια ειρηνευτική συμφωνία ενδέχεται να οδηγήσει σε παραχωρήσεις προς τη Ρωσία χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις για την ασφάλεια της Ουκρανίας.

Και καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, η αντιπαράθεση αποκτά ολοένα μεγαλύτερη εσωτερική πολιτική διάσταση, με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην υποστήριξη προς τον Τραμπ και στις ανησυχίες για τη στάση του απέναντι στον Πούτιν.

Διαβάστε ακόμη 

Επίδομα θέρμανσης: Πώς θα πάρετε αυξημένη προκαταβολή πριν από τα Χριστούγεννα

Metlen: Η μεγάλη μπαταρία της Λάρισας «κουμπώνει» με το Αλουμίνιο

Ρetrossian: Η οικογένεια προσφύγων που έμαθε στον κόσμο το χαβιάρι

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version