Βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής, πέρα από την αύξηση του ΑΕΠ και τη διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, είναι και η διατήρηση της οικονομίας κοντά σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης, όπως επισημαίνεται στο εβδομαδιαίο οικονομικό δελτίο της Eurobank «7 ημέρες Οικονομία».

Αντίστοιχη επιδίωξη υπάρχει και στις ΗΠΑ, όπου ένας από τους κεντρικούς στόχους της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) είναι η μέγιστη απασχόληση. Σύμφωνα με τον ορισμό της Fed, πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο απασχόλησης ή το χαμηλότερο ποσοστό ανεργίας που μπορεί να διατηρηθεί χωρίς να διαταράσσεται η σταθερότητα των τιμών. Η οικονομική βιβλιογραφία εξετάζει τη στενότητα ή τη χαλαρότητα της αγοράς εργασίας για να διαπιστώσει κατά πόσο η οικονομία πλησιάζει αυτόν τον στόχο, όπως σημειώνουν οι αναλυτές της Eurobank.

Σε μελέτη τους για τις ΗΠΑ, οι Michaillat και Saez (2022) επιχειρούν να απαντήσουν στο ερώτημα αν μια αγορά εργασίας λειτουργεί αποτελεσματικά — δηλαδή αν βρίσκεται σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης — και, όταν δεν συμβαίνει αυτό, πόσο απέχει από το επιθυμητό επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό εισήγαγαν ένα μέτρο που λαμβάνει υπόψη το οικονομικό κόστος της ανεργίας. Το κόστος αυτό προκύπτει αφενός από την αδράνεια των ανέργων, η οποία συνεπάγεται χαμηλότερη παραγωγή για την οικονομία, και αφετέρου από τη διαδικασία αντιστοίχισης ανέργων με κενές θέσεις εργασίας, κατά την οποία καταναλώνονται πόροι σε δραστηριότητες που δεν παράγουν άμεσα προϊόν.

Από αυτή τη συλλογιστική προκύπτει η έννοια του αποτελεσματικού ποσοστού ανεργίας, που αποτελεί έναν ικανοποιητικό δείκτη πλήρους απασχόλησης και αντιστοιχεί στο κοινωνικά επιθυμητό επίπεδο ανεργίας, καθώς περιορίζει τη σπατάλη πόρων που συνδέεται τόσο με την ανεργία όσο και με τη διαδικασία κάλυψης κενών θέσεων εργασίας.

Με βάση στοιχεία της Eurostat για το ποσοστό ανεργίας (u) και το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας (v) στην Ελλάδα την περίοδο από το πρώτο τρίμηνο του 2009 έως το τρίτο τρίμηνο του 2025, για τους κλάδους Β-Σ — δηλαδή για το μεγαλύτερο μέρος της οικονομίας — κατασκευάστηκε η καμπύλη αποτελεσματικής ανεργίας. Υπενθυμίζεται ότι το ποσοστό ανεργίας ορίζεται ως ο αριθμός των ανέργων προς το εργατικό δυναμικό, ενώ το ποσοστό κενών θέσεων εργασίας ως ο αριθμός των κενών θέσεων προς το σύνολο κενών και κατειλημμένων θέσεων.

Σύμφωνα με το σχετικό διάγραμμα, η καμπύλη αποτελεσματικής ανεργίας εμφανίζει σημαντικές διακυμάνσεις, ενώ από το 2018 ακολουθεί καθοδική πορεία που αναστρέφεται μετά το 2020. Το μέσο ποσοστό αποτελεσματικής ανεργίας για την περίοδο αυτή διαμορφώνεται στο 3,8%. Σε σύγκριση με τη μελέτη των Michaillat και Saez (2022) για τις ΗΠΑ — η οποία καλύπτει την περίοδο από το πρώτο τρίμηνο του 1930 έως το πρώτο τρίμηνο του 2022 — η ελληνική καμπύλη παρουσιάζει μεγαλύτερη μεταβλητότητα, αν και καλύπτει μικρότερο χρονικό διάστημα.

Αφού υπολογιστεί η αποτελεσματική ανεργία, μπορεί να προσδιοριστεί και το χάσμα ανεργίας, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του πραγματικού ποσοστού ανεργίας και του αποτελεσματικού ποσοστού (u − u∗). Τα στοιχεία δείχνουν ότι στην Ελλάδα το χάσμα ανεργίας δεν γίνεται ποτέ μηδενικό ή αρνητικό κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά εργασίας δεν λειτουργεί πλήρως αποτελεσματικά, ενώ το γεγονός ότι το χάσμα παραμένει θετικό υποδηλώνει χαλαρότητα στην αγορά εργασίας. Το χάσμα κορυφώθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης και στη συνέχεια μειώθηκε, επιστρέφοντας σε επίπεδα πριν από την κρίση. Ιδιαίτερα μετά το 2020 παρατηρείται σημαντική μείωση της χαλαρότητας στην αγορά εργασίας.

Παρά τη βελτίωση, η ύπαρξη θετικού χάσματος ανεργίας δείχνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να απέχει από την πλήρη αποτελεσματικότητα στην αγορά εργασίας, όπως αυτή ορίζεται από τους Michaillat και Saez (2022).

Σύμφωνα με τη Eurobank, η συνολική εικόνα δείχνει ότι η χαλαρότητα στην ελληνική αγορά εργασίας έχει περιοριστεί αισθητά και ότι η οικονομία πλησιάζει το σημείο, όπου το ποσοστό ανεργίας ελαχιστοποιεί το άθροισμα ανέργων και κενών θέσεων εργασίας, καθιστώντας την αγορά εργασίας αποτελεσματική.

Την ίδια στιγμή, ορισμένοι κλάδοι αντιμετωπίζουν το αντίθετο φαινόμενο — στενότητα στην αγορά εργασίας — καθώς οι επιχειρήσεις δυσκολεύονται να βρουν εργαζόμενους με συγκεκριμένες δεξιότητες. Η αναντιστοιχία δεξιοτήτων μεταξύ εργατικού δυναμικού και αναγκών της αγοράς είναι πιο έντονη σε τομείς που αναμένεται να συμβάλουν καθοριστικά στη μακροχρόνια ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, όπως η μεταποίηση, ο αγροτοδιατροφικός τομέας, η υγεία, η εκπαίδευση, ο τουρισμός και οι κατασκευές.

Το φαινόμενο αυτό περιορίζει την παραγωγικότητα, δυσκολεύει την προσαρμογή των επιχειρήσεων στις διαρθρωτικές αλλαγές και υπογραμμίζει την ανάγκη για πολιτικές ενίσχυσης της επαγγελματικής κατάρτισης, της διά βίου μάθησης και της σύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.

Παράλληλα, αν και το ποσοστό ανεργίας συνεχίζει να μειώνεται, ο ρυθμός αποκλιμάκωσης έχει επιβραδυνθεί. Η ανεργία εξακολουθεί να επηρεάζει δυσανάλογα τους νέους, τις γυναίκες, τους μακροχρόνια ανέργους και τα άτομα με αναπηρία. Στην Ελλάδα, τα ποσοστά συμμετοχής των νέων και των γυναικών στην αγορά εργασίας παραμένουν χαμηλότερα από τον μέσο όρο της ΕΕ-27, ενώ τα αντίστοιχα μέσα ποσοστά της εξεταζόμενης περιόδου συγκαταλέγονται στα χαμηλότερα μεταξύ των κρατών-μελών.

Ανάλογη εικόνα παρατηρείται και στη μακροχρόνια ανεργία. Η Ελλάδα παρουσιάζει σχεδόν σε όλη την εξεταζόμενη περίοδο υψηλότερο ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας από τον μέσο όρο της ΕΕ-27 και καταγράφει το δεύτερο υψηλότερο μέσο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών. Συνεπώς, η περαιτέρω μείωση της ανεργίας και η μετάβαση σε μια αποτελεσματική αγορά εργασίας — δηλαδή σε συνθήκες πλήρους απασχόλησης — προϋποθέτει την αύξηση της συμμετοχής περισσότερων ατόμων στην αγορά εργασίας και τη βελτίωση της αντιστοίχισης των δεξιοτήτων τους με τις ανάγκες των επιχειρήσεων.

Διαβάστε ακόμη 

Alpha Bank: Που οφείλεται το παράδοξο στην αγορά κατοικίας στην Ελλάδα – Στεγαστική κρίση με υψηλή ιδιοκατοίκηση

Γιώργος Γεράρδος: Το αντίο στον επιχειρηματία που έχτισε ένα από τα μεγαλύτερα success stories (pics)

Moody’s: Ανοίγει «πληγές» στις τράπεζες η απόφαση του Αρείου Πάγου

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα