Τα τατουάζ έχουν πάψει εδώ και χρόνια να θεωρούνται περιθωριακή επιλογή. Βρίσκονται πλέον παντού: σε αθλητές, μουσικούς, πολιτικούς, στελέχη επιχειρήσεων και επαγγελματίες κάθε κλάδου. Η κοινωνική αποδοχή τους έχει αυξηθεί θεαματικά, όμως η αγορά εργασίας δεν έχει απαλλαγεί πλήρως από τις παλιές προκαταλήψεις.
Η αλλαγή είναι ιδιαίτερα εμφανής στη Βρετανία, όπου περίπου τέσσερις στους δέκα πολίτες ηλικίας 25 έως 49 ετών έχουν τουλάχιστον ένα τατουάζ. Το επάνω μέρος του μπράτσου παραμένει το δημοφιλέστερο σημείο, γεγονός που δεν είναι τυχαίο: μπορεί να είναι ορατό στην καθημερινότητα, αλλά ταυτόχρονα καλύπτεται εύκολα σε ένα πιο αυστηρό επαγγελματικό περιβάλλον.
Από τους αστέρες της μουσικής και του αθλητισμού μέχρι τον Βρετανό πρωθυπουργό Άντι Μπέρναμ, ο οποίος έχει μια μέλισσα στο μπράτσο του, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ένα εμφανές τατουάζ αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο σε κάθε χώρο εργασίας.
Η διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική αποδοχή και την επαγγελματική αποδοχή εξακολουθεί να είναι υπαρκτή. Και συχνά δεν κρίνεται μόνο από το αν κάποιος έχει τατουάζ, αλλά από το σημείο όπου βρίσκεται, το σχέδιο και τον κλάδο στον οποίο επιδιώκει να εργαστεί.
Το σημείο του σώματος εξακολουθεί να μετρά
Η μεγαλύτερη διαχωριστική γραμμή φαίνεται να αφορά την ορατότητα.
Ένα τατουάζ στο μπράτσο ή στην πλάτη, το οποίο μπορεί εύκολα να καλυφθεί από τα ρούχα, συνήθως προκαλεί λιγότερες αντιδράσεις. Διαφορετική είναι η εικόνα όταν το σχέδιο βρίσκεται στα χέρια, στον λαιμό ή στο πρόσωπο, όπου δεν μπορεί να «εξαφανιστεί» σε ένα επαγγελματικό ραντεβού ή μια συνέντευξη.
Ο κοινωνιολόγος Μάικλ Ρις αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιφύλαξης. Παρότι σήμερα έχει τατουάζ στα χέρια και στον λαιμό, επέλεξε να περιμένει μέχρι να εξασφαλίσει την πρώτη του μόνιμη ακαδημαϊκή θέση προτού τα κάνει.
Ακόμη και σε ένα πανεπιστημιακό περιβάλλον, φοβόταν ότι τα εμφανή σχέδια θα μπορούσαν να περιορίσουν τις επαγγελματικές του προοπτικές ή να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο θα τον αξιολογούσαν συνάδελφοι και εργοδότες.
Η ανησυχία αυτή δεν είναι αβάσιμη. Περίπου 63% των Βρετανών θεωρούσε αντιεπαγγελματικά τα τατουάζ στο πρόσωπο και στον λαιμό, ενώ την ίδια στιγμή το 64% δεν αντιμετώπιζε ως αντιεπαγγελματικά τα ορατά τατουάζ σε άλλα σημεία του σώματος.
Το συμπέρασμα είναι ότι η θέση του τατουάζ μπορεί να επηρεάζει την αντίληψη σχεδόν όσο και η ύπαρξή του.
Δεν είναι όλα τα σχέδια «ίσα» στην αγορά εργασίας
Το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο του σχεδίου.
Η αντίδραση ενός εργοδότη μπορεί να διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το τι απεικονίζεται. Ένα κρανίο, ένα μαχαίρι ή ένα επιθετικό σύμβολο μπορεί να οδηγήσει ασυνείδητα τον παρατηρητή να αποδώσει στον κάτοχό του χαρακτηριστικά όπως μεγαλύτερη ροπή προς τον κίνδυνο ή επιθετικότητα.
Αντίθετα, ένα τριαντάφυλλο, ένα βοτανικό σχέδιο ή ένα πιο αφηρημένο καλλιτεχνικό μοτίβο μπορεί να συνδεθεί ευκολότερα με δημιουργικότητα, αισθητική και προσωπική έκφραση.
Οι αντιλήψεις αυτές δεν σημαίνουν ότι ανταποκρίνονται στην προσωπικότητα του ανθρώπου που φέρει το τατουάζ. Δείχνουν, όμως, ότι τα στερεότυπα εξακολουθούν να επηρεάζουν την πρώτη εντύπωση.
Η Αλίσα Γκρόκατ, η οποία έχει μελετήσει τις αντιλήψεις γύρω από τα τατουάζ στους χώρους εργασίας, διαπίστωσε ότι οι υποψήφιοι με εμφανή σχέδια εξακολουθούν συνολικά να έχουν ελαφρώς χαμηλότερες πιθανότητες πρόσληψης σε σχέση με όσους δεν έχουν.
Η απόσταση, πάντως, δεν είναι ίδια παντού. Σε δημιουργικά επαγγέλματα, στη μόδα, στη μουσική, στις τέχνες ή στην επιχειρηματικότητα, ένα ιδιαίτερο τατουάζ μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο ως στοιχείο προσωπικού brand παρά ως μειονέκτημα.
Σε πιο συντηρητικούς κλάδους, αντίθετα, η εικόνα παραμένει διαφορετική.
Από τα «job stoppers» στην κανονικότητα
Μέχρι πριν από περίπου μία δεκαετία, τα τατουάζ σε ιδιαίτερα εμφανή σημεία ήταν τόσο αμφιλεγόμενα ώστε είχαν αποκτήσει ακόμη και συγκεκριμένο όνομα μέσα στην ίδια τη βιομηχανία: «job stoppers».
Ο όρος χρησιμοποιούνταν κυρίως για τατουάζ στα χέρια, τον λαιμό και το πρόσωπο, επειδή θεωρούνταν ικανά να κλείσουν επαγγελματικές πόρτες. Δεν ήταν ασυνήθιστο tattoo artists να αρνούνται να τα πραγματοποιήσουν σε νεότερους πελάτες, γνωρίζοντας ότι μπορεί να επηρεάσουν σοβαρά τη μελλοντική τους σταδιοδρομία.
Η αντίληψη αυτή συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με την ιστορία του τατουάζ στη Δύση.
Για πολλές δεκαετίες, τα σχέδια πάνω στο σώμα συνδέονταν κυρίως με ναυτικούς, εγκληματικές ομάδες, τη punk κουλτούρα και λέσχες μοτοσικλετιστών. Η εικόνα παρέμενε έντονα συνδεδεμένη με την αντικουλτούρα και την απόρριψη των κοινωνικών συμβάσεων.
Η μεγάλη μεταβολή άρχισε από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, όταν τα τατουάζ πέρασαν σταδιακά από τις υποκουλτούρες στη mainstream κουλτούρα.
Από τον Ντέιβιντ Μπέκαμ στους Χάρι Στάιλς και Εντ Σίραν
Καθοριστικό ρόλο στην αλλαγή έπαιξαν οι διασημότητες.
Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ, ο οποίος έκανε το πρώτο του τατουάζ το 1999, θεωρείται μία από τις προσωπικότητες που συνέβαλαν σημαντικά στο να γίνει το tattoo περισσότερο αποδεκτό από το ευρύ κοινό. Σε πρώιμες έρευνες γύρω από το φαινόμενο, το όνομά του εμφανιζόταν συχνά ως επιρροή.
Σήμερα, η εικόνα ενός διάσημου με δεκάδες τατουάζ δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση. Καλλιτέχνες όπως ο Χάρι Στάιλς και ο Εντ Σίραν έχουν περισσότερα από 50 σχέδια ο καθένας, ενώ αντίστοιχη εικόνα συναντάται στον αθλητισμό, στην τηλεόραση και τη μόδα.
Τη διάδοση βοήθησαν επίσης τηλεοπτικές εκπομπές αφιερωμένες στην τέχνη του tattoo, αλλά και η ανάδειξη των tattoo artists ως δημιουργών με προσωπικό καλλιτεχνικό ύφος.
Η αγορά έχει αλλάξει αισθητά. Πολλοί καλλιτέχνες προέρχονται πλέον από σχολές καλών τεχνών, διαθέτουν αναγνωρίσιμο προσωπικό ύφος και προσελκύουν πελάτες που επιλέγουν περισσότερο τον δημιουργό παρά ένα συγκεκριμένο έτοιμο σχέδιο.
Τεχνικές όπως το fine line και το dot work έχουν ανοίξει ακόμη περισσότερο την αγορά, προσελκύοντας ανθρώπους που παλαιότερα δύσκολα θα περνούσαν την πόρτα ενός tattoo studio.
Επαγγελματίες υγείας, εκπαιδευτικοί, κοινωνικοί λειτουργοί και εργαζόμενοι γραφείου αποτελούν πλέον σημαντικό κομμάτι της πελατείας.
Το σώμα ως προσωπικός καμβάς
Για αρκετούς ανθρώπους, ένα τατουάζ δεν αντιμετωπίζεται πλέον απλώς ως διακόσμηση, αλλά ως πρωτότυπο έργο τέχνης που αποκτάται σε σχετικά προσιτή τιμή.
Η βασική διαφορά από έναν πίνακα ή ένα γλυπτό είναι προφανής: ο καμβάς είναι το ίδιο το σώμα και η επιλογή συνοδεύει τον άνθρωπο για μεγάλο μέρος της ζωής του.
Πίσω από τη μεγάλη δημοτικότητα βρίσκεται και η ανάγκη για προσωπική αυθεντικότητα. Τα σχέδια συχνά αποτυπώνουν μια σχέση, μια οικογενειακή ιστορία, μια περίοδο ζωής, μια μουσική επιρροή, μια δύσκολη εμπειρία ή ακόμη και την ανάρρωση από έναν εθισμό.
Η 44χρονη Κάθριν Χίμπερτ, για παράδειγμα, περίμενε σχεδόν δύο δεκαετίες μέχρι να κάνει το πρώτο της τατουάζ. Πλέον σχεδιάζει να αποκτά ένα νέο για κάθε έτος της δεκαετίας των 40.
Στο μπράτσο της έχει γεωμετρικά σχήματα που αντιπροσωπεύουν ανθρώπους και σημαντικές στιγμές της οικογένειάς της, μετατρέποντας το σχέδιο σε ένα είδος προσωπικού αρχείου.
Αυτή η διάσταση εξηγεί και γιατί για αρκετούς ανθρώπους η μονιμότητα δεν αποτελεί απαραίτητα μειονέκτημα. Αντίθετα, είναι ακριβώς αυτό που προσδίδει αξία: η ιστορία παραμένει πάνω στο σώμα ακόμη και όταν η ζωή αλλάζει.
Το ερώτημα της μεταμέλειας
Η πιθανότητα μεταμέλειας, φυσικά, δεν εξαφανίζεται.
Οι τάσεις αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι άνθρωποι. Ένα σχέδιο που στα 20 φαίνεται απόλυτα αντιπροσωπευτικό μπορεί να αντιμετωπίζεται εντελώς διαφορετικά στα 40 ή στα 60.
Η αγορά αφαίρεσης τατουάζ έχει αναπτυχθεί ακριβώς πάνω σε αυτή την πραγματικότητα, αν και η διαδικασία παραμένει συχνά χρονοβόρα, ακριβή και όχι πάντοτε πλήρως αποτελεσματική.
Για όσους όμως θεωρούν τα σχέδια καταγραφή διαφορετικών κεφαλαίων της ζωής τους, το γεγονός ότι ένα παλιό τατουάζ μπορεί να μην εκφράζει πλέον τον σημερινό τους εαυτό δεν αποτελεί απαραίτητα λόγο διαγραφής του.
Μπορεί απλώς να αποτελεί υπενθύμιση του ανθρώπου που υπήρξαν κάποτε.
Η κοινωνία άλλαξε ταχύτερα από ορισμένα γραφεία
Η πορεία των τελευταίων δύο δεκαετιών δείχνει ότι τα τατουάζ έχουν πλέον κατακτήσει σε μεγάλο βαθμό την κοινωνική κανονικότητα. Το ίδιο, όμως, δεν ισχύει χωρίς προϋποθέσεις για κάθε εργασιακό περιβάλλον.
Σε ορισμένους κλάδους, κανείς δεν θα δώσει σημασία σε ένα εμφανές σχέδιο. Σε άλλους, το ίδιο τατουάζ μπορεί να εξακολουθεί να επηρεάζει την πρώτη εντύπωση ενός recruiter, ενός πελάτη ή ενός εργοδότη.
Η ηλικία, το είδος της δουλειάς, η εταιρική κουλτούρα, το σημείο του σώματος και το ίδιο το σχέδιο συνεχίζουν να παίζουν ρόλο.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά εργασίας σε μεταβατική φάση. Τα τατουάζ δεν αποτελούν πλέον αυτομάτως «job stoppers», αλλά δεν έχουν πάψει και να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται ένας υποψήφιος.
Η γραμμή μεταξύ προσωπικής έκφρασης και επαγγελματικής εικόνας γίνεται ολοένα πιο ελαστική, χωρίς να έχει εξαφανιστεί. Και μέχρι να συμβεί αυτό, ένα τατουάζ μπορεί να λειτουργήσει είτε ως ισχυρή προσωπική υπογραφή είτε ως ένα σχεδόν αόρατο εμπόδιο στην επαγγελματική εξέλιξη.
Διαβάστε ακόμη
Πλειστηριασμοί: Με ποια βαριά σφυριά μπαίνει ο Σεπτέμβριος (pics)
ΚΤΕΟ: Νέα «ραβασάκια» με πρόστιμο 400 ευρώ – Ποιοι κινδυνεύουν
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
