Μικρή αλλά άμεση ενίσχυση στις καθαρές αποδοχές τους αναμένεται να δουν οι εργαζόμενοι από τη νέα μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα των ασφαλιστικών εισφορών τους, η οποία προγραμματίζεται να τεθεί σε εφαρμογή μαζί με την αύξηση του κατώτατου μισθού την 1η Απριλίου 2027.
Η επιλογή να εφαρμοστεί η νέα περικοπή στις εισφορές των εργαζομένων και όχι σε εκείνες των εργοδοτών συνδέεται με το γεγονός ότι οι εργοδοτικές εισφορές έχουν ήδη υποχωρήσει περισσότερο από το 2019 και μετά, ενώ πλέον βρίσκονται σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα αρκετών ευρωπαϊκών χωρών.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ, οι εργοδοτικές εισφορές στην Ελλάδα διαμορφώνονται στο 21,79%. Στη Γαλλία ανέρχονται στο 26,70%, στην Ιταλία στο 24%, στην Ισπανία στο 23,40% και στη Σουηδία στο 23,90%.
Υπάρχουν, ωστόσο, και ευρωπαϊκές χώρες όπου η επιβάρυνση των εργοδοτών είναι χαμηλότερη από την ελληνική. Στη Γερμανία οι εργοδοτικές εισφορές βρίσκονται στο 17,30%, στην Πορτογαλία στο 19,20%, στο Βέλγιο στο 21,40% και στην Πολωνία στο 11,20%.
Από την πλευρά των εργαζομένων, μετά τη νέα μείωση κατά 0,5 μονάδα τον ερχόμενο Απρίλιο, οι ασφαλιστικές εισφορές θα υποχωρήσουν στο 12,87%, παραμένοντας πάντως υψηλότερες σε σύγκριση με αρκετές άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Για παράδειγμα, στη Γαλλία οι εισφορές που καταβάλλει ο εργαζόμενος αντιστοιχούν στο 8,30%, στο Βέλγιο στο 11%, στη Σουηδία στο 5,30%, στην Πορτογαλία στο 8,90%, στην Ιταλία στο 7,20% και στην Ισπανία μόλις στο 5%.
Η κυβερνητική απόφαση να κατευθυνθεί ολόκληρη η μείωση του 0,5% προς την πλευρά των εργαζομένων αποσκοπεί στην ενίσχυση των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα. Μέσω της μικρότερης ασφαλιστικής κράτησης, οι εργαζόμενοι θα έχουν μια περιορισμένη αλλά άμεση αύξηση στο καθαρό μηνιαίο εισόδημά τους.
Μετά τη νέα παρέμβαση, η Ελλάδα αναμένεται να υποχωρήσει από την 4η στην 5η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στην εργασία. Από την 1η Απριλίου 2027, το συνολικό ποσοστό των ασφαλιστικών εισφορών θα διαμορφωθεί στο 34,66%, περίπου έξι ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ε.Ε.
Από το συνολικό ποσοστό του 34,66%, οι εισφορές των εργαζομένων θα αντιστοιχούν στο 12,87%, ενώ το υπόλοιπο 21,79% θα εξακολουθήσει να βαρύνει τους εργοδότες.
Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα θα τεθεί σε ισχύ ταυτόχρονα με τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, την 1η Απριλίου 2027. Ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να αυξηθεί στα 960 ευρώ, από τα 920 ευρώ που βρίσκεται σήμερα.
Η χαμηλότερη ασφαλιστική κράτηση θα προσθέσει σχεδόν 5 ευρώ επιπλέον στον καθαρό κατώτατο μισθό. Έτσι, οι καθαρές αποδοχές εκτιμάται ότι θα φτάσουν περίπου στα 804 ευρώ, αντί για 799 ευρώ που θα διαμορφώνονταν εάν δεν υπήρχε η συγκεκριμένη μείωση των εισφορών.
Για εργαζόμενο με μικτές μηνιαίες αποδοχές 1.600 ευρώ, το όφελος από τη μείωση των εισφορών υπολογίζεται περίπου στα 8 ευρώ. Οι καθαρές αποδοχές του αναμένεται έτσι να διαμορφωθούν από τον Απρίλιο του 2027 στα 1.241 ευρώ, έναντι 1.233 ευρώ σήμερα.
Μεγαλύτερο σε απόλυτο ποσό θα είναι το όφελος για υψηλότερους μισθούς. Στην περίπτωση μικτών αποδοχών 3.500 ευρώ, το μηνιαίο κέρδος μπορεί να φτάσει περίπου τα 15 ευρώ, ανεβάζοντας τις καθαρές αποδοχές στα 2.355 ευρώ από 2.340 ευρώ σήμερα.
Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο η νέα μείωση αποφασίστηκε να εφαρμοστεί στις εισφορές των εργαζομένων και όχι στις εργοδοτικές είναι η διαφορετική πορεία που έχουν ακολουθήσει οι δύο κατηγορίες από το 2019.
Οι εργοδοτικές εισφορές έχουν ήδη μειωθεί κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες μετά το 2019, ενώ οι εισφορές των εργαζομένων έχουν περιοριστεί κατά 2,4 μονάδες. Με τη νέα περικοπή, η συνολική μείωση για τους εργαζομένους θα φτάσει τις 2,9 ποσοστιαίες μονάδες.
Η νέα παρέμβαση μεταφέρει επομένως ολόκληρο το πρόσθετο όφελος στην πλευρά του εργαζομένου, χωρίς να μεταβάλλει τις εργοδοτικές εισφορές. Παρ’ όλα αυτά, το μεγαλύτερο τμήμα του συνολικού ασφαλιστικού κόστους εξακολουθεί να επιβαρύνει τον εργοδότη.
Με αυτή την κατανομή, η Ελλάδα προσεγγίζει περισσότερο το μοντέλο αρκετών ευρωπαϊκών χωρών στις οποίες ο εργοδότης αναλαμβάνει σαφώς μεγαλύτερο μέρος των ασφαλιστικών εισφορών σε σχέση με τον εργαζόμενο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Γαλλία, όπου οι εργοδοτικές εισφορές φτάνουν στο 26,70%, την ώρα που η αντίστοιχη επιβάρυνση για τον εργαζόμενο περιορίζεται στο 8,30%.
Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και σε άλλες χώρες. Στο Βέλγιο οι εργαζόμενοι καταβάλλουν εισφορές 11% και οι εργοδότες 21,40%. Στην Ιταλία τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 7,20% και 24%, ενώ στην Ισπανία οι εισφορές διαμορφώνονται στο 5% για τον εργαζόμενο και στο 23,40% για τον εργοδότη.
Διαφορετικό μοντέλο ακολουθεί η Γερμανία, όπου το ασφαλιστικό βάρος κατανέμεται σχεδόν ισόποσα μεταξύ των δύο πλευρών. Οι εισφορές των εργαζομένων ανέρχονται στο 17,80%, ενώ οι εργοδοτικές εισφορές βρίσκονται στο 17,30%, εμφανίζοντας μια πολύ πιο ισορροπημένη κατανομή.
Διαβάστε ακόμη
Οδικά έργα: Σε αναζήτηση νέου μοντέλου συμβάσεων παραχώρησης
Δυτική Αττική: Eργα εκατομμυρίων σε υποδομές, logistics και τουρισμό
Ναυτιλία: Οι Eλληνες εφοπλιστές ανεβάζουν ταχύτητα
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
