Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Αντιμέτωπο με μια διπλή πρόκληση βρίσκεται το Δημόσιο, καθώς οι μεγάλες καθυστερήσεις στις διαδικασίες πρόσληψης συνδυάζονται με την αυξανόμενη απροθυμία υποψηφίων να αποδεχθούν θέσεις εργασίας, ακόμη και όταν έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τη διαδικασία επιλογής τους.

Παρότι οι ανάγκες στελέχωσης παραμένουν σημαντικές, ιδιαίτερα σε κρίσιμους τομείς όπως η Υγεία, η Εκπαίδευση και οι τεχνικές υπηρεσίες, το κράτος δυσκολεύεται όχι μόνο να ολοκληρώσει εγκαίρως τους διορισμούς, αλλά και να προσελκύσει εργαζομένους με τα απαραίτητα προσόντα.

Οι χαμηλές αποδοχές, το υψηλό κόστος διαβίωσης και οι απαιτητικές συνθήκες εργασίας αποτελούν βασικούς παράγοντες που αποτρέπουν πολλούς υποψηφίους από το να αναλάβουν καθήκοντα, δημιουργώντας πρόσθετα προβλήματα στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.

Το ζήτημα βρέθηκε στο επίκεντρο πρόσφατης συνάντησης αντιπροσωπείας της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ με τον πρόεδρο του ΑΣΕΠ, Θάνο Παπαϊωάννου, παρουσία της γενικής διευθύντριας της Ανεξάρτητης Αρχής, Δέσποινας Σιμιτζόγλου.

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης εξετάστηκε η πορεία των προσλήψεων, παρουσιάστηκαν τα χρονοδιαγράμματα των προκηρύξεων που βρίσκονται σε εξέλιξη και συζητήθηκαν οι δυσκολίες που εξακολουθούν να καθυστερούν την ολοκλήρωση των διαδικασιών.

Προσλήψεις 20.870 υπαλλήλων το 2027 με μεγάλες καθυστερήσεις

Σύμφωνα με τον προγραμματισμό, για το 2027 προβλέπονται 20.870 προσλήψεις στον δημόσιο τομέα. Ωστόσο, η υλοποίηση του σχεδιασμού εξακολουθεί να προσκρούει στις χρονοβόρες διαδικασίες που μεσολαβούν από την έγκριση των θέσεων μέχρι την ανάληψη υπηρεσίας.

Όπως επισημάνθηκε από στελέχη του ΑΣΕΠ, η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας πρόσληψης μπορεί να απαιτήσει έως και δύο χρόνια, υπολογίζοντας το χρονικό διάστημα από τη σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου έως τον τελικό διορισμό.

Μάλιστα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη συνάντηση, η ουσιαστική μείωση αυτού του χρόνου θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη.

Η διαπίστωση αυτή έρχεται παρά τις νομοθετικές παρεμβάσεις που είχαν προηγηθεί με στόχο την επιτάχυνση των προσλήψεων μέσω ΑΣΕΠ.

Πριν από δύο χρόνια είχε ψηφιστεί νόμος του υπουργείου Εσωτερικών, ο οποίος προέβλεπε την αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων και της διαλειτουργικότητας μεταξύ των δημόσιων υπηρεσιών, ώστε να περιοριστούν οι καθυστερήσεις στα επιμέρους στάδια.

Βασική επιδίωξη ήταν ο συνολικός χρόνος, που μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα τρία χρόνια, να μειωθεί στους 8 έως 12 μήνες, από την έγκριση του προγραμματισμού έως τον διορισμό και την ανάληψη καθηκόντων.

Ωστόσο, οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό πρόβλημα για τη στελέχωση των υπηρεσιών.

Υγεία: Τέσσερις στους δέκα διοριστέους δεν αποδέχονται τη θέση

Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η άρνηση σημαντικού αριθμού επιτυχόντων να αναλάβουν τις θέσεις στις οποίες έχουν επιλεγεί.

Σύμφωνα με όσα μετέφερε ο πρόεδρος του ΑΣΕΠ στην αντιπροσωπεία της ΑΔΕΔΥ, στον τομέα της Υγείας το ποσοστό των διοριστέων που τελικά δεν αποδέχονται τη θέση φτάνει το 40%.

Αντίστοιχες δυσκολίες καταγράφονται στα πανεπιστημιακά ιδρύματα, ενώ ιδιαίτερα περιορισμένη είναι η διαθεσιμότητα υποψηφίων σε ειδικότητες υψηλής ζήτησης, όπως οι μηχανικοί και οι επαγγελματίες πληροφορικής.

Μιλώντας στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ Γιώργος Πετρόπουλος επισημαίνει ότι, παρότι η διάρκεια των διαδικασιών παραμένει σημαντικό εμπόδιο, το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι πλέον η μειωμένη ελκυστικότητα των θέσεων του Δημοσίου.

Όπως εξηγεί, αρκετοί εργαζόμενοι στον χώρο της Υγείας αποφεύγουν να αποδεχθούν διορισμούς σε νοσοκομεία με ιδιαίτερα αυξημένο φόρτο εργασίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Ευαγγελισμός, όπου οι συνθήκες χαρακτηρίζονται εξαιρετικά απαιτητικές.

«Είναι αρκετοί εκείνοι στην Υγεία οι οποίοι δεν δέχονται έναν “άσχημο” διορισμό», αναφέρει ο κ. Πετρόπουλος, εξηγώντας ότι πρόκειται κυρίως για τοποθετήσεις σε νοσοκομεία πρώτης γραμμής.

Όπως σημειώνει, σε τέτοιες περιπτώσεις αρκετοί εργαζόμενοι προτιμούν να διατηρήσουν τη θέση τους ως επικουρικό προσωπικό, αντί να αναλάβουν μια μόνιμη θέση με δυσμενέστερες, κατά την εκτίμησή τους, συνθήκες εργασίας.

Εκπαίδευση: Διορίζονται αλλά παραιτούνται λόγω ενοικίων

Ανάλογα προβλήματα παρατηρούνται και στον χώρο της Εκπαίδευσης, όπου το αυξημένο κόστος στέγασης λειτουργεί ως βασικός αποτρεπτικός παράγοντας για την παραμονή των νεοδιοριζόμενων εκπαιδευτικών.

Σύμφωνα με τον Γιώργο Πετρόπουλο, αρκετοί εκπαιδευτικοί αποδέχονται αρχικά τον διορισμό τους, καθώς η άρνηση μπορεί να επιφέρει αποκλεισμό από τους πίνακες για δύο χρόνια.

Ωστόσο, όταν μετακινούνται στην περιοχή τοποθέτησής τους, διαπιστώνουν ότι οι οικονομικές απαιτήσεις της καθημερινότητας είναι δυσανάλογες προς τις αποδοχές τους.

Τα υψηλά ενοίκια και η περιορισμένη διαθεσιμότητα κατοικιών σε αρκετές περιοχές της χώρας δυσκολεύουν την εγκατάσταση των εκπαιδευτικών, οδηγώντας ορισμένους τελικά στην παραίτηση.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό για όσους καλούνται να εργαστούν μακριά από τον τόπο μόνιμης κατοικίας τους, καθώς στις μηνιαίες δαπάνες προστίθενται τα έξοδα μετακίνησης και διατήρησης δεύτερου νοικοκυριού.

Έτσι, ακόμη και όταν μια θέση καλύπτεται τυπικά μέσω διορισμού, δεν είναι δεδομένο ότι ο εργαζόμενος θα παραμείνει σε αυτήν.

Μισθοί και συνθήκες εργασίας απομακρύνουν τους εξειδικευμένους υποψηφίους

Πέρα από τις καθυστερήσεις και τις δυσκολίες εγκατάστασης, καθοριστικό ρόλο στη μειωμένη ελκυστικότητα του Δημοσίου διαδραματίζουν οι μισθολογικές διαφορές σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα.

Ο Γιώργος Πετρόπουλος υποστηρίζει ότι οι θέσεις στο Δημόσιο προσελκύουν κυρίως μακροχρόνια ανέργους και υποψηφίους με απολυτήριο Λυκείου, ενώ εργαζόμενοι με υψηλή εξειδίκευση και προσόντα συχνά στρέφονται προς την ιδιωτική αγορά εργασίας.

Το πρόβλημα είναι εντονότερο σε επαγγελματικούς κλάδους όπου η ζήτηση προσωπικού παραμένει υψηλή.

Ενδεικτική είναι η περίπτωση των ειδικών πληροφορικής, οι οποίοι μπορούν, σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της ΑΔΕΔΥ, να εξασφαλίσουν στον ιδιωτικό τομέα ακόμη και τριπλάσιες αποδοχές από την πρώτη τους εργασία, σε σύγκριση με μια αντίστοιχη θέση στο Δημόσιο.

Η μισθολογική αυτή απόκλιση περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα των δημόσιων υπηρεσιών να προσελκύσουν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Στα εμπόδια προστίθενται και οι δυσμενείς εργασιακές συνθήκες, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις περιορισμένες οικονομικές απολαβές, καθιστούν λιγότερο ελκυστική την προοπτική μιας σταθερής θέσης στον δημόσιο τομέα.

Ο κανόνας «μία πρόσληψη για κάθε αποχώρηση» και τα κενά στις υπηρεσίες

Ένα ακόμη ζήτημα που αναδεικνύει η ΑΔΕΔΥ αφορά στον περιορισμένο αριθμό προσλήψεων σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες των δημόσιων υπηρεσιών.

Ο κ. Πετρόπουλος επισημαίνει ότι ο κανόνας «1 προς 1», δηλαδή η αντιστοίχιση μίας πρόσληψης με κάθε αποχώρηση, εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα για την ενίσχυση του προσωπικού.

Μάλιστα, όπως υποστηρίζει, ακόμη και αυτή η αναλογία δεν επιτυγχάνεται πάντοτε στην πράξη, εξαιτίας των μεγάλων χρονικών διαστημάτων που απαιτούνται για την ολοκλήρωση των διαδικασιών πρόσληψης.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να παραμένουν κενές θέσεις για μεγάλο διάστημα, επιβαρύνοντας το ήδη υπηρετούν προσωπικό και δυσχεραίνοντας την καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών.

Η εικόνα που διαμορφώνεται αναδεικνύει ότι η στελέχωση του Δημοσίου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των εγκεκριμένων προσλήψεων.

Εξίσου κρίσιμη είναι η δυνατότητα έγκαιρης ολοκλήρωσης των διαδικασιών, αλλά και η διαμόρφωση συνθηκών που θα επιτρέπουν στο κράτος να προσελκύει και να διατηρεί εργαζομένους, ιδιαίτερα σε τομείς όπου οι ελλείψεις προσωπικού είναι μεγαλύτερες.