Κάθε μισθωτός που απασχολείται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, είτε ορισμένου είτε αορίστου χρόνου, δικαιούται ετήσια άδεια με αποδοχές από την πρώτη ημέρα εργασίας του σε συγκεκριμένη επιχείρηση, χωρίς να απαιτείται η συμπλήρωση ελάχιστου χρόνου απασχόλησης [συνδυασμός των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 3302/2004 (ΦΕΚ 267/Α’/28-12-2004), της υπ’ αριθμ. 3392/01-03-2005 εγκυκλίου του Υπουργού Απασχόλησης, καθώς και του άρθρου 61 του ν.4808/21 (Α΄101)].
Η συγκεκριμένη άδεια χορηγείται από τον εργοδότη αναλογικά, ανάλογα με το χρονικό διάστημα που έχει εργαστεί ο εργαζόμενος στην επιχείρηση. Ο υπολογισμός της αναλογίας γίνεται με βάση ετήσια άδεια 20 εργάσιμων ημερών για πενθήμερη εργασία και 24 εργάσιμων ημερών για εξαήμερη εργασία, που αντιστοιχεί σε 12 μήνες συνεχούς απασχόλησης.
Ο εργοδότης υποχρεούται έως το τέλος του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους από εκείνο της πρόσληψης να χορηγήσει τμηματικά την κανονική άδεια με αποδοχές που αναλογεί στον χρόνο εργασίας του μισθωτού στην επιχείρηση. Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο εργαζόμενος δικαιούται την κανονική άδεια που αντιστοιχεί στον χρόνο απασχόλησής του και υπολογίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Η άδεια αυτή αυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε επιπλέον έτος απασχόλησης μετά το πρώτο, έως τις 26 εργάσιμες ημέρες για εξαήμερη εργασία και έως τις 22 εργάσιμες ημέρες για πενθήμερη εργασία. Από το τρίτο ημερολογιακό έτος και μετά, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του οποιαδήποτε στιγμή μέσα στο έτος.
Εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει 10 χρόνια υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή 12 χρόνια προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών σε εξαήμερη εργασία και 25 εργάσιμων ημερών σε πενθήμερη εργασία (αρ.3 της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2008/2009).
Από την 1η Ιανουαρίου 2008, μετά τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, οι εργαζόμενοι δικαιούνται μία επιπλέον ημέρα άδειας, δηλαδή συνολικά 31 εργάσιμες ημέρες για εξαήμερη εργασία και 26 εργάσιμες ημέρες για πενθήμερη εργασία.
Η περίοδος χορήγησης της άδειας καθορίζεται κατόπιν συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου. Σε κάθε περίπτωση, ο εργοδότης είναι υποχρεωμένος να εγκρίνει την αιτούμενη άδεια το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από την υποβολή του σχετικού αιτήματος (παρ. 1 του άρθρου 4 του Α.Ν. 539/1945).
Η κανονική άδεια πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη με τρόπο ώστε να έχει εξαντληθεί έως τις 31 Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους από αυτό στο οποίο αντιστοιχεί, ακόμη και αν δεν έχει ζητηθεί από τον εργαζόμενο [άρθρο 4 του Α.Ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 3 του Ν.4504/1966, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν.3302/2004 και το άρθρο 61 του ν.4808/21].
Μετά τη λήξη του πρώτου τριμήνου του επόμενου ημερολογιακού έτους από εκείνο στο οποίο αντιστοιχεί η άδεια, η αξίωση μετατρέπεται σε χρηματική, καθώς δεν επιτρέπεται η μεταφορά της άδειας σε επόμενο έτος, ακόμη και αν υπάρχει συναίνεση του εργαζομένου.
Ο χρόνος χορήγησης της άδειας
Ο χρόνος χορήγησης της άδειας καθορίζεται έπειτα από συμφωνία ανάμεσα σε εργοδότη και εργαζόμενο.
Τουλάχιστον οι μισοί εργαζόμενοι της επιχείρησης πρέπει να λαμβάνουν άδεια κατά το διάστημα από 1 Μαΐου έως 30 Σεπτεμβρίου.
Ο εργοδότης υποχρεούται να εγκρίνει την άδεια μέσα σε δύο μήνες από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος.
Παράλληλα, οφείλει να χορηγήσει την άδεια πριν από τη λήξη του ημερολογιακού έτους, ακόμη και αν ο εργαζόμενος δεν την έχει ζητήσει.
Ο τρόπος χορήγησης της άδειας
Η άδεια κατά το πρώτο ημερολογιακό έτος χορηγείται τμηματικά. Ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι το τέλος του πρώτου ημερολογιακού έτους πρόσληψης να αποδώσει στον εργαζόμενο την αναλογία της κανονικής άδειας.
Κατά το δεύτερο ημερολογιακό έτος, ο εργαζόμενος δικαιούται τμηματική άδεια με αποδοχές, αναλογικά με τον χρόνο εργασίας του μέσα στο ίδιο έτος. Ο υπολογισμός γίνεται με βάση τις 20 ημέρες για πενθήμερη εργασία και τις 24 ημέρες για εξαήμερη εργασία.
Μέσα στο ίδιο έτος και με τη συμπλήρωση 12 μηνών εργασίας, η άδεια αυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα. Ο εργοδότης υποχρεούται έως το τέλος του δεύτερου ημερολογιακού έτους να χορηγήσει αναλογικά ή ολόκληρη την άδεια, η οποία φτάνει έως τις 21 εργάσιμες ημέρες για πενθήμερο και τις 25 για εξαήμερο.
Κατά το τρίτο ημερολογιακό έτος και τα επόμενα, ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την άδειά του οποιαδήποτε στιγμή του έτους. Η άδεια φτάνει τις 22 εργάσιμες ημέρες για πενθήμερο και τις 26 για εξαήμερο, εφόσον έχουν συμπληρωθεί δύο χρόνια απασχόλησης μέσα στο τρίτο ημερολογιακό έτος.
Οι εργαζόμενοι με προϋπηρεσία τουλάχιστον 10 ετών στον ίδιο εργοδότη ή 12 ετών συνολικά δικαιούνται 25 εργάσιμες ημέρες άδειας σε πενθήμερο και 30 εργάσιμες ημέρες σε εξαήμερο με αποδοχές (ΕΓΣΣΕ 2000-2001, άρθρο 6).
Επιπλέον, από 1-1-2008, μετά τη συμπλήρωση 25 ετών υπηρεσίας ή προϋπηρεσίας, προβλέπεται μία επιπλέον εργάσιμη ημέρα άδειας, δηλαδή 26 ημέρες για πενθήμερο και 31 ημέρες για εξαήμερο (ΕΓΣΣΕ 2008-2009, άρθρο 3).
Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάτμηση της άδειας σε περιπτώσεις σοβαρής ή επείγουσας ανάγκης της επιχείρησης ή έπειτα από αίτηση του εργαζομένου για δικαιολογημένη αιτία και πάντα με έγκριση της αρμόδιας περιφερειακής υπηρεσίας του Υπουργείου Εργασίας.
Στην περίπτωση αυτή, το πρώτο τμήμα της άδειας πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον 6 ημέρες. Για ανηλίκους κάτω των 18 ετών απαιτούνται τουλάχιστον 12 εργάσιμες ημέρες.
Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου για τη διάρκεια της άδειας ή τον χρόνο χορήγησής της, αποφασίζει τριμελής επιτροπή της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, έπειτα από αίτηση των ενδιαφερομένων.
Αποδοχές άδειας και χρόνος καταβολής
Ο εργαζόμενος δικαιούται κατά τη διάρκεια της άδειάς του τις αποδοχές που θα λάμβανε εάν εργαζόταν κανονικά με πλήρη απασχόληση. Στις αποδοχές περιλαμβάνονται όλα τα μηνιαία επιδόματα και οι προσαυξήσεις.
Δικαιούται επίσης επίδομα άδειας ίσο με τις αποδοχές των ημερών άδειας, με ανώτατο όριο το μισό μηνιαίο μισθό για όσους αμείβονται με μισθό ή τα 13 ημερομίσθια για όσους αμείβονται με ημερομίσθιο.
Ο εργοδότης υποχρεούται να προκαταβάλει τόσο τις αποδοχές όσο και το επίδομα άδειας κατά την έναρξη της άδειας.
Διαβάστε ακόμη
ΑΑΔΕ: Ανοίγει λογαριασμούς, ταξίδια και οικογενειακά έξοδα για 690 επαγγελματίες
Πού πάνε τα bitcoin όταν ο κάτοχός τους φεύγει από τη ζωή;
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.