Μια σύνθετη και συχνά αντιφατική εικόνα για τη σχέση δεξιοτήτων, εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας στην Ελλάδα αποτυπώνει η μεγαλύτερη έως σήμερα πανελλαδική έρευνα εργαζομένων του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η οποία βασίστηκε σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα από ολόκληρη τη χώρα.
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις από τις εταιρείες Alco, Metron Analysis και Prorata μεταξύ Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2025, καταγράφει σημαντικές αναντιστοιχίες ανάμεσα στις σπουδές, στα προσόντα και στο πραγματικό αντικείμενο εργασίας, ενώ παράλληλα αναδεικνύει τη χαμηλή διείσδυση της συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης στην καθημερινότητα των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 42,6% των εργαζομένων δηλώνει ότι το αντικείμενο σπουδών ή τα προσόντα του σχετίζονται λίγο ή καθόλου με την εργασία που ασκεί σήμερα, ενώ μόλις το 44,2% θεωρεί ότι υπάρχει μεγάλη ή πολύ μεγάλη συνάφεια. Το εύρημα αποτυπώνει τη διαχρονικά αδύναμη σύνδεση μεταξύ εκπαιδευτικού συστήματος και αγοράς εργασίας.
Η έρευνα δείχνει επίσης ότι η αναντιστοιχία είναι εντονότερη στις πιο επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Σχεδόν τρεις στους τέσσερις εργαζομένους με εκ περιτροπής εργασία δηλώνουν ότι οι σπουδές τους δεν αξιοποιούνται ουσιαστικά στη θέση εργασίας τους, ενώ αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στη μερική απασχόληση.
Παράλληλα, σχεδόν δύο στους τρεις εργαζομένους, ποσοστό 65%, θεωρούν ότι διαθέτουν ακριβώς το επίπεδο δεξιοτήτων που απαιτεί η θέση τους, ενώ το 29% δηλώνει ότι διαθέτει περισσότερες δεξιότητες από όσες αξιοποιούνται στην εργασία του. Μόλις το 3,6% θεωρεί ότι υπολείπεται των απαιτήσεων της θέσης.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η αγορά εργασίας δεν αντιμετωπίζει μόνο πρόβλημα ελλείψεων δεξιοτήτων, αλλά και σοβαρό ζήτημα υποαξιοποίησης του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού.
Οι εργαζόμενοι που δηλώνουν ότι διαθέτουν περισσότερες δεξιότητες από όσες απαιτεί η θέση τους αποδίδουν το φαινόμενο κυρίως στους περιορισμούς της αγοράς εργασίας. Το 39% αναφέρει ότι αποδέχθηκε τη θέση προκειμένου να βρει άμεσα εργασία, ακόμη κι αν ήταν υπερκαταρτισμένο, ενώ περίπου ένας στους πέντε επικαλείται είτε την ανάγκη εργασιακής σταθερότητας είτε τη μικρή διαθεσιμότητα θέσεων στον τομέα εξειδίκευσής του.
Από την άλλη πλευρά, όσοι θεωρούν ότι οι δεξιότητές τους υπολείπονται των απαιτήσεων της θέσης συνδέουν κυρίως το πρόβλημα με την περιορισμένη εργασιακή εμπειρία, αλλά και με την απουσία κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα γύρω από τις δεξιότητες που οι ίδιοι οι εργαζόμενοι θεωρούν ότι πρέπει να ενισχύσουν. Σχεδόν οι μισοί, ποσοστό 48,6%, τοποθετούν τις ψηφιακές δεξιότητες στην πρώτη θέση, ενώ ακολουθούν οι κοινωνικο-συναισθηματικές, οι γνωστικές, οι οργανωτικές και οι τεχνικές δεξιότητες.
Παρά τη δημόσια συζήτηση γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τις τεχνολογικές αλλαγές, μόνο το 24,1% θεωρεί αρκετά ή πολύ πιθανό να καταστούν παρωχημένες οι δεξιότητες του επαγγέλματός του μέσα στην επόμενη πενταετία. Αντίθετα, σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι εκτιμούν ότι κάτι τέτοιο είναι λίγο ή καθόλου πιθανό.
Η έρευνα αναδεικνύει ακόμη ότι η τυπική εκπαίδευση και η προηγούμενη εργασιακή εμπειρία παραμένουν οι βασικές πηγές αξιοποίησης γνώσεων στην εργασία, ενώ τα προγράμματα κατάρτισης εμφανίζουν σαφώς χαμηλότερη χρησιμότητα. Περισσότεροι από τους μισούς εργαζομένους δηλώνουν ότι αξιοποιούν γνώσεις από σεμινάρια και επιμορφωτικά προγράμματα μόνο σε μέτριο ή μικρό βαθμό, στοιχείο που παραπέμπει και σε ζητήματα ποιότητας του ίδιου του συστήματος κατάρτισης.
Παράλληλα, οι εργαζόμενοι εμφανίζουν υψηλή αίσθηση επαγγελματικής επάρκειας. Το 88,8% δηλώνει ότι ανταποκρίνεται σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης εργασίας του, γεγονός που, σύμφωνα με το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, δείχνει ότι η συζήτηση για τις δεξιότητες δεν μπορεί να στηρίζεται στη λογική της «ανεπάρκειας» των εργαζομένων.
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ευρήματα αφορά τη χαμηλή συμμετοχή στη συνεχιζόμενη επαγγελματική κατάρτιση. Το 74,5% των εργαζομένων δηλώνει ότι δεν παρακολούθησε κανένα πρόγραμμα κατάρτισης ή επιμόρφωσης τον τελευταίο χρόνο.
Η συμμετοχή διαφοροποιείται έντονα ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο και το εισόδημα. Οι κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερη συμμετοχή σε προγράμματα κατάρτισης, ενώ τα ποσοστά πέφτουν αισθητά στους αποφοίτους χαμηλότερων βαθμίδων εκπαίδευσης και στα χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια.
Τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με την έρευνα, δείχνουν ότι η κατάρτιση δεν λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης ανισοτήτων, αλλά συχνά ενισχύει τις ήδη υπάρχουσες διαφοροποιήσεις.
Ανάμεικτη εμφανίζεται και η στάση των επιχειρήσεων απέναντι στη συνεχιζόμενη κατάρτιση. Περισσότερο από το ένα τρίτο των εργαζομένων δηλώνει ότι η επιχείρηση στην οποία εργάζεται δεν υποστηρίζει τη συμμετοχή σε προγράμματα επιμόρφωσης, ενώ η στήριξη αυξάνεται όσο μεγαλώνει το μέγεθος της επιχείρησης.
Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η πολιτική δεξιοτήτων δεν μπορεί να περιορίζεται σε αποσπασματικά προγράμματα κατάρτισης ούτε να μεταφέρεται αποκλειστικά ως ατομική ευθύνη προσαρμογής στους εργαζομένους. Όπως αναφέρει, απαιτείται ένα συνολικότερο πλαίσιο που θα συνδέει τη συνεχή κατάρτιση με την ποιότητα της εργασίας, τις ανάγκες των επιχειρήσεων και τον παραγωγικό μετασχηματισμό της οικονομίας.
Διαβάστε ακόμη
Μητσοτάκης σε Τασούλα: Σε ένα χρόνο οι εκλογές, η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού δεν μας αφορά
Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς: Μνημόνιο συνεργασίας με την FSRA του Abu Dhabi Global Market
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.