search icon

Εργασιακά

Μισθοί: Η μεγάλη «ψαλίδα» με το κόστος ζωής – Γιατί οι νέοι δυσκολεύονται να φύγουν από το πατρικό (vid)

Ένας στους τρεις εργαζομένους αμείβεται με λιγότερα από 1.000 ευρώ τον μήνα, την ώρα που το αυξημένο κόστος στέγασης και η ακρίβεια περιορίζουν την πραγματική αγοραστική δύναμη

chatgpt

Παρά τις αυξήσεις που έχουν γίνει στον κατώτατο μισθό, το υψηλό στεγαστικό κόστος και οι συνεχείς ανατιμήσεις εξακολουθούν να δυσκολεύουν την οικονομική αυτονόμηση πολλών νέων.

Η συζήτηση γύρω από τους μισθούς στην Ελλάδα δεν εξαντλείται πλέον στις ετήσιες αναπροσαρμογές του κατώτατου μισθού. Για έναν νέο εργαζόμενο, μεγαλύτερη σημασία έχει το ποσό που τελικά μένει διαθέσιμο στο τέλος κάθε μήνα, μετά την πληρωμή του ενοικίου, των λογαριασμών, των τροφίμων και των μετακινήσεων, αλλά και κατά πόσο οι αποδοχές του τού επιτρέπουν να ζήσει πραγματικά ανεξάρτητα.

 

Πρόκειται για μία από τις βασικότερες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει σήμερα η νέα γενιά. Οι αυξήσεις στις κατώτατες αποδοχές βελτιώνουν σε ονομαστικούς όρους το εισόδημα ενός μέρους των εργαζομένων, όμως η ακρίβεια και κυρίως η μεγάλη επιβάρυνση από το κόστος κατοικίας απορροφούν σημαντικό τμήμα αυτής της ενίσχυσης.

Το αποτέλεσμα είναι η οικονομική αυτονόμηση να μετατίθεται χρονικά και η οικογένεια να παραμένει σημαντικό οικονομικό στήριγμα για αρκετούς νέους. Η βοήθεια από τους γονείς συχνά συνεχίζεται και μετά την ενηλικίωση, καθώς οι μισθοί δεν επαρκούν πάντα για να καλύψουν τα έξοδα μιας ανεξάρτητης ζωής.

Το ενοίκιο «φρενάρει» την ανεξαρτησία των νέων

Το κόστος στέγασης αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαφοράς ανάμεσα στην ονομαστική αύξηση ενός μισθού και στην πραγματική βελτίωση του επιπέδου ζωής.

Για έναν νέο που επιδιώκει να εγκαταλείψει το πατρικό σπίτι, το ενοίκιο αποτελεί μόνο την αρχή των μηνιαίων υποχρεώσεων. Σε αυτό προστίθενται το ηλεκτρικό ρεύμα, τα κοινόχρηστα, οι τηλεπικοινωνίες, οι αγορές τροφίμων, οι μετακινήσεις και όλα τα υπόλοιπα καθημερινά έξοδα.

Όταν η κατοικία απορροφά μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος, τα περιθώρια τόσο για αποταμίευση όσο και για την κάλυψη έκτακτων αναγκών περιορίζονται σημαντικά. Έτσι, ακόμη και άνθρωποι που διαθέτουν σταθερή εργασία μπορεί να δυσκολεύονται να συντηρήσουν αυτόνομα το δικό τους νοικοκυριό.

Ακόμη εντονότερες είναι οι πιέσεις για τους εργαζομένους που βρίσκονται στις χαμηλότερες μισθολογικές βαθμίδες. Ένας στους τρεις εργαζομένους λαμβάνει λιγότερα από 1.000 ευρώ τον μήνα, ενώ περίπου έξι στους δέκα αμείβονται με έως 1.200 ευρώ μικτά.

Με αυτά τα επίπεδα αποδοχών, η εύρεση κατοικίας σε περιοχές όπου οι τιμές των ενοικίων έχουν αυξηθεί σημαντικά μετατρέπεται σε ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση. Για αρκετούς νέους, επομένως, η παραμονή στο πατρικό σπίτι δεν είναι τόσο προσωπική επιλογή όσο αποτέλεσμα οικονομικής ανάγκης.

Γιατί οι αυξήσεις του κατώτατου δεν περνούν σε όλους

Ένα ακόμη κρίσιμο θέμα είναι το κατά πόσο οι διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού μεταφέρονται συνολικά στην αγορά εργασίας.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού ωφελεί άμεσα τους εργαζομένους που αμείβονται με τις χαμηλότερες νόμιμες αποδοχές. Ταυτόχρονα, μπορεί να δημιουργήσει πιέσεις προς τα πάνω και για μισθούς που βρίσκονται λίγο πάνω από το κατώτατο όριο.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού οδηγεί αυτόματα σε αντίστοιχη αναπροσαρμογή ολόκληρης της μισθολογικής κλίμακας.

Όσο περισσότερο απέχει ο μισθός ενός εργαζομένου από τον κατώτατο, τόσο μεγαλύτερο ρόλο στην εξέλιξη των αποδοχών του παίζουν παράγοντες όπως η συμφωνία με τον εργοδότη, η ειδικότητα, οι ανάγκες της αγοράς για προσωπικό, η εργασιακή εμπειρία και, κυρίως, η κάλυψη από συλλογική σύμβαση.

Δημιουργείται, συνεπώς, μια συνθήκη στην αγορά εργασίας κατά την οποία οι χαμηλότερες αμοιβές μπορούν να κινούνται ανοδικά, χωρίς όμως να αυξάνονται με αντίστοιχο ρυθμό οι μισθοί εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων που βρίσκονται στα αμέσως υψηλότερα επίπεδα.

Άλλο ο μισθός, άλλο η αγοραστική δύναμη

Καθοριστική είναι επίσης η διαφορά μεταξύ του ονομαστικού μισθού και του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος.

Ένας εργαζόμενος μπορεί σήμερα να λαμβάνει περισσότερα χρήματα σε σύγκριση με πριν από δύο ή τρία χρόνια, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα ότι βρίσκεται σε καλύτερη οικονομική θέση. Η πραγματική εικόνα εξαρτάται από το πόσο έχουν μεταβληθεί οι τιμές των προϊόντων και των υπηρεσιών που χρειάζεται στην καθημερινότητά του.

Αν οι αποδοχές αυξάνονται με μικρότερο ρυθμό από το ενοίκιο, τα τρόφιμα, την ενέργεια και το κόστος των μετακινήσεων, τότε η πραγματική αγοραστική δύναμη μπορεί να υποχωρεί, παρά την ονομαστική αύξηση του μισθού.

Αυτή ακριβώς η διαφορά βοηθά να εξηγηθεί γιατί οι αυξήσεις στις κατώτατες αποδοχές δεν γίνονται πάντοτε αισθητές στην καθημερινότητα στον ίδιο βαθμό που υποδηλώνουν τα ποσά στα χαρτιά.

Τι αλλάζει στον κατώτατο μισθό από το 2028

Νέα δεδομένα αναμένεται να δημιουργήσει από το 2028 η αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο θα υπολογίζεται ο κατώτατος μισθός.

Ο νέος μηχανισμός θα στηρίζεται σε μαθηματικό τύπο, στον οποίο θα λαμβάνονται υπόψη οικονομικοί δείκτες, μεταξύ των οποίων η εξέλιξη του πληθωρισμού και η πορεία των μισθών.

Με τη νέα διαδικασία, η ετήσια μεταβολή του κατώτατου μισθού θα εξαρτάται σε μικρότερο βαθμό από αμιγώς πολιτικές αποφάσεις και θα συνδέεται περισσότερο με συγκεκριμένους δείκτες της οικονομίας.

Οι εκτιμήσεις θέλουν τον κατώτατο μισθό να μπορεί να πλησιάσει τα 1.000 ευρώ έως το 2030. Ακόμη όμως και αν το συγκεκριμένο σενάριο γίνει πραγματικότητα, το βασικό ζήτημα δεν θα είναι μόνο εάν επιτευχθεί αυτό το ονομαστικό επίπεδο αποδοχών.

Το σημαντικότερο θα είναι ποια πραγματική αγοραστική αξία θα έχουν τα 1.000 ευρώ εκείνη την περίοδο και, κυρίως, σε ποια επίπεδα θα βρίσκονται τότε τα ενοίκια, οι τιμές των τροφίμων, το ενεργειακό κόστος και οι υπόλοιπες βασικές δαπάνες ενός νοικοκυριού.

Οι συλλογικές συμβάσεις ως «κλειδί» για αυξήσεις

Η μεγαλύτερη πρόκληση αφορά όσους εργαζομένους λαμβάνουν αποδοχές υψηλότερες από τον κατώτατο μισθό. Για αυτούς δεν προβλέπεται κάποιος αυτόματος μηχανισμός που να μεταφέρει αναλογικά κάθε αύξηση του κατώτατου και στα επόμενα μισθολογικά κλιμάκια.

Σε αυτό το πεδίο ιδιαίτερα σημαντικός γίνεται ο ρόλος των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Μέσω των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι δυνατόν να συμφωνηθούν μισθολογικές βαθμίδες, επιδόματα, αυξήσεις λόγω προϋπηρεσίας και γενικότερα καλύτεροι όροι αμοιβής για μεγαλύτερες ομάδες εργαζομένων.

Η διεύρυνση, επομένως, της κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό μηχανισμό ώστε οι αυξήσεις των αποδοχών να επεκτείνονται πέρα από εκείνους που αμείβονται αποκλειστικά με τον κατώτατο μισθό.

Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα της οικονομικής ανεξαρτησίας των νέων δεν μπορεί να λυθεί αποκλειστικά με υψηλότερες αποδοχές. Το επίπεδο των μισθών και το κόστος της κατοικίας έχουν εξελιχθεί σε δύο άμεσα συνδεδεμένα προβλήματα.

Όσο το κόστος στέγασης εξακολουθεί να δεσμεύει δυσανάλογα μεγάλο τμήμα του μηνιαίου εισοδήματος, μια μισθολογική αύξηση μπορεί να βελτιώνει την εικόνα των αποδοχών σε ονομαστικό επίπεδο, χωρίς να μεταβάλλει ουσιαστικά την καθημερινότητα. Μέχρι να αλλάξει αυτή η σχέση, το πατρικό σπίτι θα εξακολουθεί για πολλούς νέους να αποτελεί το βασικό οικονομικό στήριγμα στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν πραγματική ανεξαρτησία.

Διαβάστε ακόμη

Saint Laurent: Οι «χρυσές» μπίζνες σε Μύκονο και Αθηναϊκή Ριβιέρα

«Αρωγή Θεσσαλίας»: Βρέθηκε «μνηστήρας» για το πρώην κέντρο αποκατάστασης της Euromedica (pics)

Εντυπωσιακές κατοικίες που έκαψαν καρδιές στο σινεμά

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version