Ο ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ

Το γαϊτανάκι του ΔΕΣΦΑ

  • newsroom


Ούτε ένας, ούτε δύο αλλά τρία παρά... 20 ημέρες κρατά το γαϊτανάκι της πώλησης του ΔΕΣΦΑ. Συγκεκριμένα, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2013 - 21 Δεκεμβρίου , για την ακρίβεια- η ελληνική κυβέρνηση προχωρά στην υπογραφή συμφωνίας που αφορά στην πώληση του 66% του ΔΕΣΦΑ, ήτοι 31% για το ΤΑΙΠΕΔ και 35% για τα ΕΛΠΕ, με τίμημα 400 εκατομμύρια ευρώ.

Ούτε ένας, ούτε δύο αλλά τρία παρά… 20 ημέρες κρατά το γαϊτανάκι της πώλησης του ΔΕΣΦΑ. Συγκεκριμένα, λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2013 – 21 Δεκεμβρίου , για την ακρίβεια- η ελληνική κυβέρνηση προχωρά στην υπογραφή συμφωνίας που αφορά στην πώληση του 66% του ΔΕΣΦΑ, ήτοι 31% για το ΤΑΙΠΕΔ και 35% για τα ΕΛΠΕ, με τίμημα 400 εκατομμύρια ευρώ.

Για την ιστορία και μόνο: «Aθήνα, 21 Δεκεμβρίου 2013 – Υπεγράφη σήμερα η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών (SPA) του ΔΕΣΦΑ από το ΤΑΙΠΕΔ και την ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΑ Α.Ε. στην αζέρικη εταιρεία «State oil Company of the Republic of Azerbaijan» (SOCAR) με την παρουσία του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κ. Γιάννη Μανιάτη, του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κ. Ασημάκη Παπαγεωργίου και του Προέδρου της SOCAR, κ. Rovnag Abdullayev. Ταυτόχρονα, υπεγράφη και η Συμφωνία Μετόχων (SHA), μεταξύ του Δημοσίου, του ΤΑΙΠΕΔ και της SOCAR, η οποία αφορά στη διοίκηση του ΔΕΣΦΑ μετά τη μεταβίβαση των μετοχών στη SOCAR». Το απόσπασμα είναι από το σχετικό δελτίο Τύπου του ΤΑΙΠΕΔ.

Στη συνέχεια ήρθαν οι… μέλισσες. Στην αρχή ήταν οι αντιδράσεις της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών που δεν ήθελαν να περάσει η ιδιοκτησίας της εταιρείας σε μια κρατική επιχείρηση μιας «τρίτης χώρας» εκτός Έυρ. Ένωσης. Μετά, έγιναν εκλογές και ήρθε ο ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτα ο Παναγιώτης Λαφαζάνης για να ακολουθήσει ο Πάνος Σκουρλέτης. Στο μεταξύ «πλάκωσαν» και οι Ιταλοί της μειοψηφίας, οι διαπραγματεύσεις του Πάνου Σκουρλέτη προς όλες και με όλες τις πλευρές, η κόντρα με τον Στέργιο Πιτσιόρλα κα.

Η κατάληξη είναι γνωστή. Οι Αζέροι επιστρέφουν στα πάτρια εδάφη και η κυβέρνηση προσπαθεί να περισώσει τις εντυπώσεις για μια ιδιωτικοποίηση – που σε διαφορετικές συνθήκες και με διαφορετικούς συνομιλητές και εταίρους – θα είχε νόημα και ουσία για το σύνολο της αγοράς και της εθνικής οικονομίας.