Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Πριν από λίγα χρόνια τα βαρέλια αμερικανικού ουίσκι θεωρούνταν ένα από τα ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία για τις αποσταγματοποιίες και τους χρηματοδότες τους. Σήμερα, όμως, η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά. Η κρίση που πλήττει την αγορά του μπέρμπον και γενικότερα του αμερικανικού ουίσκι αποτυπώνεται πλέον όχι μόνο στη μείωση των πωλήσεων, αλλά και στις τεράστιες αποθήκες του Κεντάκι και του Τενεσί.

Εκεί, εκατομμύρια γαλόνια ουίσκι παραμένουν σε βαρέλια για πολυετή παλαίωση, με την προσδοκία ότι θα αποκτήσουν υψηλότερη αξία. Ωστόσο, οι τράπεζες διαπιστώνουν πλέον ότι αυτά τα αποθέματα είναι πολύ δυσκολότερο να μετατραπούν σε ρευστότητα σε σχέση με ό,τι συνέβαινε κατά την περίοδο της ισχυρής ανάπτυξης της αγοράς, όταν η ζήτηση αυξανόταν διαρκώς και οι αποτιμήσεις κινούνταν ανοδικά.

Η παραγωγή αμερικανικού ουίσκι έχει εκτοξευθεί σε επίπεδα-ρεκόρ, ξεπερνώντας πλέον τη ζήτηση τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά. Παράλληλα, οι εμπορικοί δασμοί έχουν περιορίσει σημαντικά τις εξαγωγές, ενώ η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών υποχωρεί μετά την έντονη άνοδο που καταγράφηκε στη διάρκεια της πανδημίας. Στην εικόνα προστίθενται και οι μεταβολές στις καταναλωτικές συνήθειες, όπως η ευρύτερη χρήση φαρμάκων για απώλεια βάρους, η αυξανόμενη στροφή προς έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής, αλλά και η νομιμοποίηση της κάνναβης σε αρκετές πολιτείες των ΗΠΑ, που επηρεάζει τις επιλογές μέρους των καταναλωτών.

Η νέα πραγματικότητα έχει ως αποτέλεσμα τα βαρέλια ουίσκι, τα οποία μέχρι πρότινος θεωρούνταν ισχυρή εγγύηση για τη χορήγηση τραπεζικών δανείων, να δυσκολεύονται πλέον να βρουν αγοραστές στις τιμές που είχαν υπολογιστεί. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο για τις μικρότερες αποσταγματοποιίες, οι οποίες διαθέτουν περιορισμένες οικονομικές αντοχές και εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη χρηματοδότηση. Όπως σημείωσε στο Bloomberg ο πρώην επικεφαλής της House Spirits Distillery, Thomas Mooney, η θεωρητική αποτίμηση των βαρελιών χάνει κάθε σημασία όταν η αγορά αδυνατεί να απορροφήσει τα διαθέσιμα αποθέματα και οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές είναι ελάχιστοι ή ζητούν σημαντικές εκπτώσεις.

Από τις αποθήκες στις δικαστικές διαμάχες

Οι συνέπειες της κρίσης έχουν ήδη μεταφερθεί και στις δικαστικές αίθουσες. Οι αντιπαραθέσεις δεν σχετίζονται με την ποιότητα του ουίσκι ή τη δυναμική των εμπορικών σημάτων, αλλά με τον τρόπο αποτίμησης των αποθεμάτων που εξακολουθούν να παλαιώνουν και δεν έχουν ακόμη εμφιαλωθεί. Η αξία τους αποτελεί πλέον αντικείμενο έντονης διαφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, τραπεζών και δικαστικών αρχών, καθώς η πραγματική τιμή που μπορούν να εξασφαλίσουν στην αγορά απέχει σημαντικά από τις λογιστικές εκτιμήσεις.

Ενδεικτική είναι η υπόθεση της Uncle Nearest στο Τενεσί. Περίπου 56.000 βαρέλια παλαιωμένου ουίσκι χρησιμοποιήθηκαν, μαζί με άλλα στοιχεία ενεργητικού, ως εξασφάλιση για δάνεια ύψους περίπου 100 εκατ. δολαρίων από τη Farm Credit Mid-America. Όταν οι καθυστερήσεις στις πληρωμές οδήγησαν την εταιρεία σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης, τα βαρέλια έπρεπε να αποτιμηθούν όχι με βάση τη δυνητική μελλοντική τους αξία ως premium προϊόν, αλλά ως περιουσιακά στοιχεία που θα μπορούσαν να ρευστοποιηθούν άμεσα για την ικανοποίηση των πιστωτών.

Η διαφορά ανάμεσα στις εκτιμήσεις αποτυπώνει το μέγεθος της κρίσης. Οι ιδρυτές της Uncle Nearest υποστήριξαν ότι κάθε βαρέλι θα μπορούσε να αποτιμηθεί έως και στα 1.495 δολάρια, ανεβάζοντας τη συνολική αξία των αποθεμάτων σε περίπου 81,2 εκατ. δολάρια. Όταν όμως επιχειρήθηκε η πώληση 10.000 βαρελιών με τιμή εκκίνησης τα 1.000 δολάρια ανά βαρέλι, εκδηλώθηκε μόλις μία προσφορά, η οποία αφορούσε μόνο 1.000 βαρέλια και σε τιμή μόλις 400 δολαρίων το καθένα, αποδεικνύοντας τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στη θεωρητική και την πραγματική αξία τους.

Το δικαστήριο εκτίμησε τελικά ότι η συνολική αξία της εταιρείας κυμαίνεται μεταξύ 50 και 125 εκατ. δολαρίων, επίπεδο αισθητά χαμηλότερο από τις συνολικές υποχρεώσεις της, οι οποίες φτάνουν περίπου τα 208 εκατ. δολάρια. Οι ιδρυτές εξακολουθούν να αμφισβητούν την κρίση περί αφερεγγυότητας, υποστηρίζοντας ότι μια αναγκαστική εκποίηση των αποθεμάτων δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία που θα μπορούσαν να αποκτήσουν τα βαρέλια εάν υπήρχε ο απαιτούμενος χρόνος για την ωρίμανση της αγοράς και την ανάκαμψη της ζήτησης.

Παρόμοιες δυσκολίες καταγράφηκαν και στην υπόθεση της Kentucky Owl, η οποία προσέφυγε το 2024 στις διαδικασίες προστασίας του Chapter 11 του αμερικανικού πτωχευτικού κώδικα. Το αρμόδιο δικαστήριο απέρριψε σχέδιο αναδιάρθρωσης που προέβλεπε την εξόφληση της Fifth Third Bank μέσω της μεταβίβασης περίπου 30.000 βαρελιών ουίσκι και αποθεμάτων έτοιμου προϊόντος έναντι οφειλής που ξεπερνούσε τα 77 εκατ. δολάρια.

Σύμφωνα με την απόφαση, οι τιμές των βαρελιών ακολουθούν σταθερά καθοδική πορεία, καθώς οι μεγάλες αποσταγματοποιίες συνεχίζουν να αυξάνουν την παραγωγή, εντείνοντας την υπερπροσφορά. Βαρέλια που πριν από λίγα χρόνια απαιτούσαν περίπου 950 δολάρια για να γεμίσουν, σήμερα κοστίζουν σχεδόν τα μισά, καθώς πολλές επιχειρήσεις διατηρούν τις γραμμές παραγωγής τους σε λειτουργία παρά τη μειωμένη ζήτηση.

Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δύσκολη όταν πρόκειται για νεότερα βαρέλια. Στην περίπτωση της Kentucky Owl, σχεδόν τα μισά αποθέματα είχαν ηλικία μικρότερη των τεσσάρων ετών, γεγονός που περιόριζε σημαντικά την εμπορική τους αξία και καθιστούσε αναπόφευκτες μεγάλες εκπτώσεις σε περίπτωση πώλησης. Έτσι, για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα τα συγκεκριμένα αποθέματα δεν αποτελούν πλέον μια ασφαλή μορφή εξασφάλισης, όπως συνέβαινε στο παρελθόν.

Η κρίση επεκτείνεται σε ολόκληρο τον κλάδο

Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στις μικρές επιχειρήσεις, αλλά επηρεάζουν συνολικά τον κλάδο του αμερικανικού ουίσκι, συμπεριλαμβανομένων γνωστών εμπορικών σημάτων και νεοσύστατων εταιρειών που αναπτύχθηκαν ραγδαία στα χρόνια της άνθησης των premium αποσταγμάτων. Από το 2024 περισσότερες από 30 αποσταγματοποιίες έχουν καταθέσει αίτηση πτώχευσης, ενώ αρκετές ακόμη διέκοψαν οριστικά τη λειτουργία τους.

Σύμφωνα με στοιχεία της American Craft Spirits Association, οι ενεργές craft αποσταγματοποιίες στις Ηνωμένες Πολιτείες μειώθηκαν από 3.069 σε 2.282 μέσα σε μόλις δώδεκα μήνες έως τον Αύγουστο του 2024, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική επιδείνωση των συνθηκών στην αγορά.

Από την πλευρά τους, οι τράπεζες αποφεύγουν πλέον να αποκτούν στην κατοχή τους μεγάλα αποθέματα ουίσκι, καθώς η ρευστοποίησή τους αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολη, οι τιμές συνεχίζουν να υποχωρούν και ο αριθμός των δυνητικών αγοραστών παραμένει περιορισμένος. Για τον λόγο αυτό, μεγάλο μέρος της αγοράς τηρεί στάση αναμονής, ελπίζοντας ότι η ζήτηση θα ανακάμψει σταδιακά και θα αποκαταστήσει μέρος της αξίας των αποθεμάτων που σήμερα παραμένουν εγκλωβισμένα στις αποθήκες.

Διαβάστε ακόμη

Πιερρακάκης στο συνέδριο του Economist: Θέλουμε ένα ξεκάθαρο τεχνολογικό δόγμα στην Ευρώπη

Αν η Lacoste ήταν ηλεκτρικό αυτοκίνητο αγώνων

Γιατί τα καρπούζια της Ηλείας θεωρούνται κορυφαία στην Ευρώπη

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα