Μια ομάδα από λευκά πολυτελή σκάφη, με κατεβασμένα πανιά και ψηλά κατάρτια, περιμένει ανοιχτά της Κέρκυρας για να δέσει στη μαρίνα των Γουβιών. Είναι το πρώτο απόγευμα Παρασκευής του Σεπτεμβρίου και οι συνθήκες για ιστιοπλοΐα είναι ιδανικές: ζέστη, ήλιος και ένα ελαφρύ αεράκι που διακόπτει περιστασιακά την άπνοια, περιγράφουν σε εκτενές ρεπορτάζ τους οι Financial Times.
Η μαρίνα των Γουβιών βρίσκεται στη θέση ενός παλιού ενετικού ναυπηγείου, που κατασκευάστηκε το 1716, κατά τη διάρκεια οθωμανικής εισβολής. Σήμερα εκτείνεται σε περίπου 200.000 τετραγωνικά μέτρα προστατευμένων υδάτων, προσφέροντας καταφύγιο από την πιο ταραγμένη Μεσόγειο. Στις προβλήτες της μπορούν να ελλιμενιστούν 1.300 σκάφη, από μικρά μηχανοκίνητα μέχρι πολυώροφες θαλαμηγούς. Εκείνο το απόγευμα, ωστόσο, σχεδόν όλες οι θέσεις φαίνονται κατειλημμένες.
«Κάθε χρόνο βλέπουμε ολοένα περισσότερα σκάφη στη Μεσόγειο, ενώ η κατασκευή νέων μαρινών είναι εξαιρετικά δύσκολη», εξηγεί στους Financial Times ο Oliver Dörschuck, διευθύνων σύμβουλος της D-Marin, η οποία διαχειρίζεται τη μαρίνα των Γουβιών και περισσότερες από 20 ακόμη μαρίνες στην ευρύτερη περιοχή.
«Συνήθως έχουμε τρία έως τέσσερα σκάφη που ενδιαφέρονται για κάθε διαθέσιμη θέση», προσθέτει.
Η μαρίνα των Γουβιών συγκαταλέγεται στις περίπου 400 μαρίνες υψηλών προδιαγραφών της Μεσογείου, η οποία θεωρείται η παγκόσμια πρωτεύουσα του yachting και φιλοξενεί συνολικά περίπου 1.000 μαρίνες.

Βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με εμβληματικούς προορισμούς όπως το Port Hercule του Μονακό, όπου φιλοξενείται κάθε Σεπτέμβριο το Monaco Yacht Show, και το Porto Montenegro.
Ωστόσο, ενώ ο αριθμός των πολυτελών σκαφών αυξάνεται διαρκώς, οι διαθέσιμες μαρίνες δεν ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό. Οι αυστηρές αδειοδοτικές διαδικασίες, οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί και η έλλειψη κατάλληλων παράκτιων εκτάσεων καθιστούν την κατασκευή νέων εγκαταστάσεων μια εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.
Το deal του 1 δισ. ευρώ και η νέα επενδυτική αγορά
Αυτή η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης μετατρέπει έναν μέχρι πρότινος σχετικά παραγνωρισμένο κλάδο σε μεγάλη επενδυτική ευκαιρία.
Νωρίτερα φέτος, η D-Marin εξαγοράστηκε από τον γαλλικό επενδυτικό όμιλο InfraVia έναντι ποσού που ξεπερνά το 1 δισ. ευρώ, με πωλητή το private equity fund CVC.
Η διαδικασία πώλησης προσέλκυσε το ενδιαφέρον πολλών επιχειρήσεων, επιβεβαιώνοντας την αυξανόμενη ελκυστικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου των μαρινών. Στελέχη του κλάδου εκτιμούν ότι θα ακολουθήσουν και άλλες εξαγορές.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν περιορίζεται στις επιχειρηματικές συμφωνίες.
Η αγορά των μαρινών παραμένει κατακερματισμένη, με σχετικά λίγους μεγάλους παίκτες, ενώ η ζήτηση προέρχεται από πελάτες σε ολόκληρο τον κόσμο.
Εκείνο που κάνει την κατάσταση ακόμη πιο ιδιαίτερη είναι ότι οι πλουσιότεροι άνθρωποι του πλανήτη ανταγωνίζονται μεταξύ τους για έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό θέσεων ελλιμενισμού.
Μπορεί να διαθέτουν σχεδόν απεριόριστους οικονομικούς πόρους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν να δέσουν τα σκάφη τους όπου και όποτε επιθυμούν.
Η Josephine De Luca, η οποία διευθύνει ανεξάρτητη συμβουλευτική εταιρεία εκπροσώπησης ιδιοκτητών σκαφών, εξηγεί ότι πριν από την πανδημία δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερες δυσκολίες στην εξεύρεση θέσης στο Port Vauban της Αντίμπ, στη γαλλική Ριβιέρα.
Η κατάσταση άλλαξε δραστικά μετά την έκρηξη της ζήτησης για πολυτελή σκάφη.
«Το βασικό ζήτημα πλέον είναι η σπανιότητα. Δεν είναι μόνο ότι ο ελλιμενισμός έχει γίνει ακριβότερος. Τα σκάφη είναι μεγαλύτερα και οι θέσεις πεπερασμένες. Η πραγματική δυσκολία είναι να εξασφαλίσεις τη θέση που θέλεις», σημειώνει.
Η αδυναμία εξεύρεσης ιδανικής θέσης συχνά προκαλεί εκνευρισμό στους ιδιοκτήτες, οι οποίοι έχουν συνηθίσει να ικανοποιούνται οι επιθυμίες τους.
«Τα εγώ γίνονται ολοένα μεγαλύτερα», σχολιάζει η De Luca, προσθέτοντας ότι ορισμένοι νεοεισερχόμενοι στον κλάδο έχουν αποκτήσει πολύ γρήγορα τεράστιες περιουσίες, χωρίς πάντοτε να αντιλαμβάνονται τους άγραφους κανόνες συμπεριφοράς του χώρου.
Περισσότερα superyachts, λιγότερες θέσεις
Η εντυπωσιακή αύξηση του πλούτου την τελευταία δεκαετία, με σημαντική ώθηση από την άνοδο των χρηματιστηριακών αγορών, έχει δημιουργήσει μια νέα γενιά εξαιρετικά εύπορων καταναλωτών.
Και μία από τις πρώτες πολυτελείς αγορές στις οποίες στρέφονται είναι τα yachts.
Σύμφωνα με στοιχεία της McKinsey, ο συνολικός αριθμός σκαφών μήκους άνω των 12 μέτρων, τα οποία δεν μπορούν εύκολα να φυλαχθούν στη στεριά, αναμενόταν να φτάσει περίπου τις 210.000 μονάδες το 2025, αυξανόμενος κατά περίπου 8.000 ετησίως.
Την ίδια στιγμή, οι διαθέσιμες θέσεις ελλιμενισμού για σκάφη αυτής της κατηγορίας ανέρχονταν σε μόλις 160.000.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η ανάπτυξη στην κορυφή της αγοράς.

Ο παγκόσμιος στόλος των superyachts μήκους άνω των 30 μέτρων αυξήθηκε περίπου 40% μέσα στη δεκαετία έως το 2025, φτάνοντας τα 6.239 σκάφη, σύμφωνα με το εξειδικευμένο μέσο SuperYacht Times.
Μεταξύ των κορυφαίων ναυπηγείων που έχουν αναλάβει παραγγελίες για εξαιρετικά εύπορους πελάτες, όπως ο ιδρυτής της Amazon Τζεφ Μπέζος, βρίσκονται η ολλανδική Oceanco, η Feadship και η ιταλική Benetti.
Η πανδημία συνέβαλε καθοριστικά στη ζήτηση, καθώς πολλοί εύποροι καταναλωτές αναζήτησαν τη θάλασσα ως καταφύγιο από τους περιορισμούς.
Παράλληλα, η εξάπλωση του δορυφορικού διαδικτύου επιτρέπει πλέον την εργασία ακόμη και από απομονωμένους θαλάσσιους προορισμούς, ενισχύοντας τη νέα τάση του «yacht-desking», δηλαδή της εξ αποστάσεως εργασίας από σκάφος.
«Βλέπουμε σαφώς πολύ περισσότερους νέους ανθρώπους να αγοράζουν σκάφη, ιδιαίτερα πολύ μεγάλα», αναφέρει ο Merijn de Waard, ιδρυτής του SuperYacht Times. «Πολλοί αντιλαμβάνονται πλέον ότι μπορούν να εργάζονται εξ αποστάσεως μέσω του Starlink, έχοντας πολύ καλή σύνδεση στο διαδίκτυο. Και παράλληλα δημιουργείται τεράστιος νέος πλούτος».
Η παγκόσμια έλλειψη μαρινών
Από τις περίπου 6.000 παράκτιες μαρίνες παγκοσμίως, το 65% βρίσκεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με τη McKinsey. Οι υπόλοιπες είναι κατανεμημένες κυρίως στην Ευρώπη και την Καραϊβική, ενώ η αγορά της Ασίας και της Μέσης Ανατολής βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης.
Κάθε χρόνο παραδίδονται περίπου 6.500 νέα yachts, ενώ η κατασκευή μιας νέας μαρίνας απαιτεί συνήθως πέντε έως δέκα χρόνια και προσθέτει κατά μέσο όρο μόλις 300 θέσεις ελλιμενισμού.
«Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η ζήτηση ξεπερνά την προσφορά», δηλώνει ο John Nery, managing partner της Squircle Capital, η οποία ελέγχει τον όμιλο επισκευών superyachts MB92.
«Οι παράκτιες εκτάσεις είναι περιορισμένες και η εξασφάλιση αδειών είναι δύσκολη σχεδόν παντού. Τα εμπόδια εισόδου στον κλάδο είναι υψηλά».
Ενδεικτικά, σε μαρίνα κοντά στο Σιάτλ, περισσότερα από 200 σκάφη βρίσκονται σε λίστα αναμονής για θέσεις που μπορούν να φιλοξενήσουν σκάφη μήκους άνω των 20 μέτρων.
Έως 3.500 ευρώ τη βραδιά για ένα superyacht
Η Josephine De Luca ξεκίνησε την επαγγελματική της πορεία πριν από περίπου δύο δεκαετίες ως ορκωτή λογίστρια, προτού εγκαταλείψει την KPMG για να εργαστεί στον κόσμο του yachting. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τον Σουηδοκαναδό μεγιστάνα των μεταλλευτικών δραστηριοτήτων Lukas Lundin, ο οποίος είχε στην κατοχή του το μήκους 80 μέτρων superyacht Savannah.
Αρχικά ανέλαβε καθήκοντα οικονομικής και διοικητικής διαχείρισης στο σκάφος και αργότερα έγινε ουσιαστικά εκπρόσωπος του ιδιοκτήτη. Το Savannah, που καθελκύστηκε το 2015, ήταν το πρώτο superyacht παγκοσμίως με υβριδικό σύστημα πρόωσης και διαθέτει μεταξύ άλλων πισίνα, γυμναστήριο και ανελκυστήρα.
Το κόστος εβδομαδιαίας ναύλωσής του ανερχόταν περίπου σε 1,2 εκατ. ευρώ. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με το σκάφος, η οποία ολοκληρώθηκε το 2025, η De Luca είδε το κόστος ελλιμενισμού του στις κορυφαίες μαρίνες να εκτοξεύεται.
Τους μήνες υψηλής ζήτησης, η τιμή μπορούσε να φτάσει περίπου τις 3.500 ευρώ ανά διανυκτέρευση. «Το κόστος περίπου διπλασιάστηκε μέσα σε δέκα χρόνια, ειδικά στις πιο περιζήτητες τοποθεσίες», αναφέρει.
«Αυτή είναι η τιμολόγηση της σπανιότητας. Αν είσαι ιδιοκτήτης ενός καινούργιου yacht 80 μέτρων, θέλεις να βρίσκεται στη νότια Γαλλία».
Ο Bob Hoogendoorn, πρώην επικεφαλής του τομέα yachting της McKinsey και πλέον ιδρυτικός εταίρος του ομίλου μαρινών Balmaris, συγκρίνει την εξασφάλιση μιας καλής θέσης με την προσπάθεια να βρει κανείς εισιτήρια για ένα μεγάλο αθλητικό γεγονός. «Είναι σχεδόν σαν το Wimbledon, μόνο που εδώ δεν υπάρχει καν κάποια παράκαμψη», σημειώνει.
«Όταν διαθέτεις ένα yacht, το τελευταίο πράγμα στο οποίο θέλεις να κάνεις συμβιβασμούς είναι η θέση ελλιμενισμού».

Οι απαιτήσεις των δισεκατομμυριούχων και η σημασία του πληρώματος
Ο τρόπος και ο τόπος ελλιμενισμού εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος του σκάφους. Τα yachts μήκους έως περίπου 50 μέτρων δεν διαθέτουν γενικά τις δυνατότητες για υπερωκεάνια ταξίδια και συνήθως κινούνται σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, εξασφαλίζοντας ετήσιες ή πολυετείς θέσεις.
Αντίθετα, τα μεγαλύτερα superyachts μπορούν να ταξιδεύουν σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ένα τυπικό πρόγραμμα περιλαμβάνει καλοκαιρινή παραμονή στη Μεσόγειο, χειμερινή μετακίνηση στην Καραϊβική και ενδιάμεσες στάσεις για συντήρηση ή ξεκούραση του πληρώματος.
Επειδή τα σκάφη αυτά περνούν μεγάλο μέρος του χρόνου στη θάλασσα, οι λιγοστές ημέρες παραμονής σε μαρίνες πρέπει να συνδυάζουν κορυφαίες τοποθεσίες, ασφάλεια και υπηρεσίες υψηλών προδιαγραφών.
Στο Port Vauban της Αντίμπ, από τις 1.500 συνολικά θέσεις, οι 18 προορίζονται για superyachts άνω των 54 μέτρων και βρίσκονται σε ξεχωριστή προβλήτα.
Η ασφάλεια περιλαμβάνει ακόμη και επιτήρηση με drones, ενώ οι πελάτες μπορούν να φτάσουν μέσω ελικοδρομίου, να χρησιμοποιήσουν τις εγκαταστάσεις του νέου yacht club και να αξιοποιήσουν ειδικές υπηρεσίες για τα πληρώματα.
Το πλήρωμα, που στα μεγαλύτερα yachts μπορεί να αριθμεί δεκάδες άτομα, επηρεάζει σημαντικά την επιλογή λιμανιού.
«Θέλεις το πλήρωμα να έχει πρόσβαση σε γυμναστήρια, πολιτιστικές δραστηριότητες και αθλητισμό», εξηγεί ο Tim Clarke, επικεφαλής της εταιρείας στελέχωσης σκαφών Quay Group.
«Δεν θέλεις, όμως, να βρίσκεσαι σε μια περιοχή όπου η νυχτερινή ζωή είναι υπερβολικά έντονη, γιατί αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα».
Αναφέρει ως παραδείγματα την Ίμπιζα, όπου υπάρχει κίνδυνος εμπλοκής μελών πληρωμάτων σε περιστατικά νυχτερινής διασκέδασης, και τη Βαρκελώνη, όπου έχουν καταγραφεί περιστατικά εγκληματικότητας εις βάρος τους.
Σύμφωνα με τον πρώην καπετάνιο του Savannah, Chris Durham, οι στάσεις σε δημοφιλείς μαρίνες πρέπει να οργανώνονται τουλάχιστον τρεις έως τέσσερις μήνες νωρίτερα.
Ακόμη κι αυτό, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε αρκετό.
«Αν πρόκειται για κάτι ιδιαίτερο, όπως το Grand Prix του Μονακό ή το Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, πρέπει να προγραμματίσεις πολύ νωρίτερα», σημειώνει.
Οι προσωπικές σχέσεις και η επαγγελματική συμπεριφορά του καπετάνιου και του πληρώματος παραμένουν καθοριστικές σε μια αγορά όπου, όπως λέει, «όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους».
Μια αγορά 15 δισ. δολαρίων με ανάπτυξη 8% ετησίως
Παρότι σχετικά μικρός, ο κλάδος των μαρινών προσελκύει ολοένα μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια. «Δύο παράγοντες τον καθιστούν εξαιρετικά ελκυστικό», εξηγεί ο John Nery της Squircle Capital. «Ο πρώτος είναι η διαρθρωτική αύξηση της ζήτησης για yachts και ο δεύτερος είναι ο εγγενώς περιορισμένος αριθμός θέσεων ελλιμενισμού».
Ο συνδυασμός αυτός μετατρέπει τις μαρίνες σε μια νέα κατηγορία επενδύσεων υποδομών, κάτι που πριν από δέκα ή είκοσι χρόνια λίγοι επενδυτές είχαν αναγνωρίσει.
Πράγματι, ο κλάδος συγκεντρώνει χαρακτηριστικά που ενδιαφέρουν ιδιαίτερα τα private equity funds: αυξανόμενη ζήτηση, περιορισμένη προσφορά, επαναλαμβανόμενα έσοδα και πολλές δυνατότητες εξαγορών και συγκέντρωσης.
Σύμφωνα με τη McKinsey, η παγκόσμια αγορά μαρινών αποτιμάται σε περίπου 15 δισ. δολάρια και προβλέπεται να αναπτύσσεται με ετήσιο ρυθμό περίπου 8% έως το 2030.
Όπως εξηγεί επενδυτής του κλάδου, όταν ένα περιουσιακό στοιχείο μπορεί να αυξάνει συνεχώς τις τιμές του και ταυτόχρονα να διατηρεί υψηλή πληρότητα, διαθέτει συνήθως χαρακτηριστικά αμυντικής επένδυσης.
Αυτό ακριβώς εντόπισαν οι επενδυτές στις μαρίνες.
Χαρακτηριστική ήταν η κίνηση της Blackstone, η οποία πέρυσι κατέβαλε 5,7 δισ. δολάρια για την εξαγορά της Safe Harbor Marinas, της μεγαλύτερης επιχείρησης διαχείρισης μαρινών και εξυπηρέτησης superyachts στις ΗΠΑ.
Στη συνέχεια, τον Αύγουστο, η Safe Harbor συμφώνησε να εξαγοράσει τη MarineMax έναντι 1,5 δισ. δολαρίων, προσφέροντας τίμημα με premium σχεδόν 100% σε σχέση με την τιμή της μετοχής πριν δημοσιοποιηθεί το ενδιαφέρον εξαγοράς.
Η εισροή μεγάλων κεφαλαίων συνοδεύεται από σχέδια επέκτασης μέσω νέων εξαγορών ανεξάρτητων, συχνά οικογενειακών μαρινών, αλλά και επενδύσεων σε τεχνολογία.
D-Marin: Από την Αλικαρνασσό στην Κέρκυρα και τις μεγάλες επενδυτικές συμφωνίες
Η πορεία της D-Marin αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ανάπτυξης του κλάδου. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2003 από τουρκικό επιχειρηματικό όμιλο, με την πρώτη της μαρίνα στη χερσόνησο της Αλικαρνασσού.
Τα τελευταία πέντε έως έξι χρόνια εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους διαχειριστές πολυτελών μαρινών στη Μεσόγειο, με σχεδόν δύο δωδεκάδες εγκαταστάσεις.
Ο εμπορικός διευθυντής Matthias Gehring αναδεικνύει τη δυνατότητα ηλεκτρονικής κράτησης θέσεων ελλιμενισμού, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές διαδικασίες που εξακολουθούν να κυριαρχούν σε μεγάλο μέρος της αγοράς.

Η εταιρεία επενδύει επίσης σε συστήματα απομακρυσμένης παρακολούθησης της θερμοκρασίας των σκαφών, εισροής υδάτων και τάσης μπαταριών, καθώς και σε οδηγίες πλοήγησης προς συγκεκριμένες θέσεις μέσω επαυξημένης πραγματικότητας.
«Το μοντέλο μας επιτρέπει να δημιουργήσουμε μια πλατφόρμα και να επεκτείνουμε τις δραστηριότητές μας σε μεγαλύτερη κλίμακα», εξηγεί ο επιχειρησιακός διευθυντής Andrea De Santis.
Ο κίνδυνος να χαθεί ο χαρακτήρας των μαρινών
Η αυξανόμενη παρουσία μεγάλων επενδυτικών ομίλων προκαλεί, ωστόσο, και προβληματισμό. Στελέχη του κλάδου αναγνωρίζουν ότι η συνεχής αναβάθμιση των μαρινών σε ακριβότερες και πολυτελέστερες εγκαταστάσεις ενδέχεται να αλλοιώσει τον παραδοσιακό χαρακτήρα τους.
Η είσοδος ισχυρών κεφαλαίων έχει συμπέσει με τη ραγδαία αύξηση των τιμών και τον εξευγενισμό περιοχών γύρω από δημοφιλείς μαρίνες.
Στο West Palm Beach της Φλόριντα, κοντά στη μαρίνα Rybovich και όχι μακριά από το θέρετρο Mar-a-Lago του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ένας καπετάνιος θυμάται με νοσταλγία ένα οικονομικό καφέ όπου συναντιούνταν τα πληρώματα.
Τα τελευταία χρόνια, το συγκεκριμένο κατάστημα μετατράπηκε σε πολυτελές εστιατόριο με υπηρεσία στάθμευσης αυτοκινήτων.
«Ήταν ένα μέρος με λογικές τιμές, όπου όλοι μπορούσαν να συναντηθούν και να κοινωνικοποιηθούν. Δυστυχώς μετατράπηκε σε ένα πολύ ακριβό εστιατόριο, που δεν είναι πλέον προσιτό στα πληρώματα», αναφέρει.
Επενδυτής του κλάδου επισημαίνει ότι πολλές μαρίνες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι των τοπικών κοινωνιών, ιδιαίτερα στις ΗΠΑ και τη νότια Ευρώπη.
Η είσοδος private equity funds και μεγάλων εμπορικών ομίλων μπορεί να προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, καθώς οι παραδοσιακοί χρήστες αισθάνονται ότι χάνουν τη θέση τους.
Απέναντι σε αυτή τη λογική βρίσκονται δημόσια ελεγχόμενες εγκαταστάσεις όπως το Port Vauban, το οποίο ανήκει στην τοπική αυτοδιοίκηση.
«Είμαστε δημόσιος φορέας, γεγονός που κάνει μεγάλη διαφορά», εξηγεί ο Olivier Astolfi, διευθυντής των λιμένων της περιοχής.
«Δεν λειτουργούμε με στόχο τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων για τους μετόχους, αλλά προς όφελος της πόλης και της περιφέρειάς μας. Έχουμε πιο μακροπρόθεσμη προσέγγιση στη βιώσιμη ανάπτυξη».
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.