Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Μια αγορά 5,4 τρισ. δολαρίων έχει αναπτυχθεί γύρω από ένα από τα πιο αποτελεσματικά χρηματοοικονομικά εργαλεία των δισεκατομμυριούχων: τη δυνατότητα να αποκτούν μεγάλα ποσά μετρητών χωρίς να αποχωρίζονται τις μετοχές και τις υπόλοιπες επενδύσεις τους.

Αντί να πουλήσουν μέρος της περιουσίας τους όταν χρειάζονται ρευστότητα, οι εύποροι επενδυτές επιλέγουν να τη χρησιμοποιήσουν ως εγγύηση για τραπεζικό δανεισμό. Έτσι, συνεχίζουν να κατέχουν τα περιουσιακά τους στοιχεία, διατηρούν τον έλεγχο των συμμετοχών τους και αποφεύγουν την άμεση φορολογική επιβάρυνση που ενδέχεται να συνεπάγεται μια πώληση.

Η στρατηγική έχει γίνει γνωστή ως «Buy, Borrow and Die» («Αγόρασε, δανείσου, πέθανε») και, αν και για χρόνια συνδεόταν σχεδόν αποκλειστικά με την οικονομική ελίτ, αποκτά πλέον ολοένα ευρύτερη απήχηση.

Η παγκόσμια αγορά των συγκεκριμένων πιστώσεων αποτιμάται σε 5,4 τρισ. δολάρια, έχοντας αναπτυχθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό 12% την τελευταία δεκαετία. Η αύξηση του παγκόσμιου πλούτου και η ανατίμηση των επενδυτικών περιουσιακών στοιχείων έχουν δημιουργήσει ευνοϊκές συνθήκες για τη διεύρυνσή της.

Στην έρευνα που αποτυπώνει το μέγεθος της αγοράς συμμετείχαν 57 από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές τράπεζες και άλλοι χρηματοδότες διεθνώς.

Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στο ύψος των διαθέσιμων πιστώσεων και στα χρήματα που έχουν πράγματι δανειστεί οι πελάτες.

Τα 5,4 τρισ. δολάρια αφορούν τις εγκεκριμένες πιστωτικές γραμμές, ενώ το ποσό του πραγματικού δανεισμού εκτιμάται σε περίπου 1,6 τρισ. δολάρια.

Πώς οι μετοχές μετατρέπονται σε ρευστότητα χωρίς να πωληθούν

Η βασική αρχή του συγκεκριμένου μοντέλου είναι σχετικά απλή. Ένας επενδυτής που διαθέτει σημαντικό χαρτοφυλάκιο μετοχών, ομολόγων ή άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων μπορεί να το προσφέρει ως εξασφάλιση σε μια τράπεζα και να λάβει χρηματοδότηση.

Με αυτόν τον τρόπο δεν χρειάζεται να πουλήσει τις επενδύσεις του για να χρηματοδοτήσει μια μεγάλη αγορά ή οποιαδήποτε άλλη ανάγκη ρευστότητας.

Το πλεονέκτημα είναι διπλό: αποφεύγει την πιθανή άμεση φορολόγηση υπεραξίας που θα προκαλούσε μια ρευστοποίηση και ταυτόχρονα διατηρεί τα δικαιώματα ψήφου που απορρέουν από τις μετοχικές συμμετοχές του.

Η πρακτική είναι ευρέως γνωστή στην Ευρώπη και στην Ασία ως Lombard lending, δηλαδή δανεισμός με εξασφάλιση επενδυτικών τίτλων.

Οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν συνήθως μετοχές, ομόλογα και συμμετοχές σε επενδυτικά κεφάλαια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι τράπεζες αποδέχονται ακόμη και κρυπτονομίσματα.

Ο Έρικ Γκούτσβιλερ, επικεφαλής του τομέα πιστώσεων της Deloitte Switzerland, επισημαίνει ότι η μέση αναλογία δανείου προς την αξία των περιουσιακών στοιχείων που προσφέρονται ως εγγύηση διαμορφώνεται περίπου στο 50%.

Αυτό σημαίνει ότι ένα χαρτοφυλάκιο αξίας 1 εκατ. δολαρίων μπορεί, με βάση τη μέση αυτή αναλογία, να χρησιμοποιηθεί για δανεισμό περίπου 500.000 δολαρίων.

Όσον αφορά το κόστος χρηματοδότησης, το επιτόκιο βρίσκεται κατά μέσο όρο μία ποσοστιαία μονάδα υψηλότερα από τα επιτόκια αναφοράς.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκεντρώνουν περίπου το 30% της παγκόσμιας αγοράς, ενώ η Ελβετία και το Λιχτενστάιν αντιπροσωπεύουν από κοινού περίπου 12%.

Από τον Έλον Μασκ και τον Λάρι Έλισν στη μαζικότερη αγορά

Ανάμεσα στους επιχειρηματίες που έχουν χρησιμοποιήσει τις μετοχές τους ως εγγύηση για δανεισμό βρίσκονται ο Έλον Μασκ και ο Λάρι Έλισον.

Και οι δύο έχουν αξιοποιήσει συμμετοχές στις εταιρείες που ίδρυσαν για να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση, χωρίς να χρειαστεί να περιορίσουν την ιδιοκτησιακή τους παρουσία σε αυτές.

Στην περίπτωση του Έλισον, ο δανεισμός αυξήθηκε όταν επιδίωξε να υποστηρίξει την προσπάθεια του γιου του να εξαγοράσει τη Warner Bros. μέσω της Skydance. Για τη χρηματοδότηση της κίνησης προσέφερε ως εγγύηση μετοχές που κατέχει σε άλλες επιχειρήσεις.

Οι πολύ εύποροι πελάτες εξακολουθούν να κυριαρχούν σε αυτή τη δραστηριότητα.

Περίπου το 45% των πιστωτικών γραμμών ξεπερνά τα 2,5 εκατ. δολάρια, γεγονός που δείχνει ότι οι μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις παραμένουν συγκεντρωμένες στα υψηλά περιουσιακά στρώματα.

Ωστόσο, η αγορά αρχίζει να αλλάζει.

«Στο παρελθόν ήταν περισσότερο ένα προϊόν διαχείρισης πλούτου και όχι ένα προϊόν για το ευρύ κοινό», εξηγεί ο Γκούτσβιλερ.

Πλέον, η χρηματοδότηση με εγγύηση επενδυτικά χαρτοφυλάκια εξετάζεται και από πελάτες με μικρότερη περιουσία, ακόμη και από μεμονωμένους ιδιώτες επενδυτές.

Η μετάβαση αυτή ανοίγει έναν νέο κύκλο ανάπτυξης, καθώς τραπεζικοί και επενδυτικοί οργανισμοί επιδιώκουν να κάνουν την υπηρεσία προσβάσιμη σε περισσότερους πελάτες.

Η Charles Schwab και η επέκταση των δανείων σε μικρότερα χαρτοφυλάκια

Ενδεικτική της αλλαγής είναι η περίπτωση της αμερικανικής Charles Schwab.

Στα μέσα Οκτωβρίου, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι η ανάπτυξη του δανεισμού με εξασφάλιση επενδυτικά περιουσιακά στοιχεία συνέβαλε στην αύξηση των τραπεζικών της δανείων κατά 35%, στα 72,3 δισ. δολάρια κατά το τρίτο τρίμηνο.

Το συγκεκριμένο προϊόν απευθύνεται σε πελάτες που διαθέτουν τουλάχιστον 100.000 δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία εκτός συνταξιοδοτικών λογαριασμών.

Σημαντικό ρόλο στην επέκταση της δραστηριότητας διαδραματίζει και η τεχνολογία.

Η Charles Schwab αποδίδει μέρος της ανάπτυξης στην ψηφιοποίηση της διαδικασίας χορήγησης δανείων, η οποία επιτρέπει την έγκριση ορισμένων αιτήσεων ακόμη και μέσα σε λίγα λεπτά.

Αντίστοιχη στρατηγική ακολουθεί η βρετανική Monument Bank, η οποία σχεδιάζει να αρχίσει να παρέχει δάνεια με εξασφάλιση επενδυτικά χαρτοφυλάκια στις αρχές του 2027.

Η υπηρεσία της δεν θα περιορίζεται σε δισεκατομμυριούχους ή πελάτες με περιουσίες πολλών εκατομμυρίων, αλλά θα απευθύνεται και σε επενδυτές που διαθέτουν μερικές εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει πώς ένα χρηματοοικονομικό εργαλείο που είχε ταυτιστεί με τις μεγάλες ιδιωτικές τράπεζες αποκτά σταδιακά χαρακτηριστικά προϊόντος ευρύτερης τραπεζικής χρήσης.

Γιατί οι τράπεζες βλέπουν μια ιδιαίτερα κερδοφόρα αγορά

Τα οφέλη του συγκεκριμένου μηχανισμού δεν περιορίζονται στους δανειολήπτες. Για τις τράπεζες, η χορήγηση δανείων με εγγύηση εμπορεύσιμους τίτλους αποτελεί σημαντική πηγή κερδοφορίας.

Σε αντίθεση με άλλες μορφές χρηματοδότησης, τα συγκεκριμένα δάνεια εξασφαλίζονται από περιουσιακά στοιχεία των οποίων η αξία μπορεί να προσδιοριστεί σχετικά εύκολα μέσα από τις αγορές.

Οι χρηματοδότες μπορούν να αξιολογήσουν γρήγορα τη ρευστότητα και την αξία των τίτλων, να υπολογίσουν το ύψος της διαθέσιμης χρηματοδότησης και να καθορίσουν τους όρους αποπληρωμής.

Έτσι, η διαδικασία αξιολόγησης και έγκρισης μπορεί να είναι ταχύτερη σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες δανείων.

Το συγκεκριμένο μοντέλο επιτρέπει επίσης στις τράπεζες να αναπτύσσουν τις πιστωτικές τους εργασίες αξιοποιώντας περιουσιακά στοιχεία που οι πελάτες τους διατηρούν ήδη σε επενδυτικούς λογαριασμούς.

Για ορισμένες παραδοσιακές ιδιωτικές τράπεζες, ιδιαίτερα στην Ελβετία, οι χρηματοδοτήσεις με εγγύηση επενδυτικά χαρτοφυλάκια αντιπροσωπεύουν το 25% έως 30% των ετήσιων κερδών τους.

Το γεγονός αυτό εξηγεί το ισχυρό ενδιαφέρον του τραπεζικού τομέα για περαιτέρω επέκταση της αγοράς, καθώς η δραστηριότητα συνδυάζει τη ζήτηση χρηματοδότησης με την αξιοποίηση υφιστάμενων επενδυτικών σχέσεων.

Η παγίδα της πτώσης των αγορών και οι αναγκαστικές πωλήσεις

Παρά τα πλεονεκτήματα, η δυνατότητα δανεισμού χωρίς πώληση μετοχών συνοδεύεται από σημαντικούς κινδύνους, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονης χρηματιστηριακής μεταβλητότητας.

Εάν η αξία του χαρτοφυλακίου που έχει χρησιμοποιηθεί ως εγγύηση υποχωρήσει σημαντικά, η τράπεζα μπορεί να κρίνει ότι οι εξασφαλίσεις δεν επαρκούν πλέον για την κάλυψη του δανείου.

Σε αυτή την περίπτωση, ο δανειολήπτης ενδέχεται να κληθεί να προσφέρει πρόσθετες εξασφαλίσεις ή να μειώσει το ανεξόφλητο ποσό της χρηματοδότησης.

Εάν δεν ανταποκριθεί στις απαιτήσεις, ο πιστωτής μπορεί να προχωρήσει σε αναγκαστική ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν δεσμευθεί ως εγγύηση.

Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να έχει σημαντικές συνέπειες, καθώς οι τίτλοι μπορεί να πωληθούν σε μια περίοδο κατά την οποία η χρηματιστηριακή τους αξία έχει ήδη υποχωρήσει.

Παράλληλα, μια τέτοια πώληση μπορεί να δημιουργήσει και φορολογικές υποχρεώσεις, ακυρώνοντας στην πράξη μέρος των πλεονεκτημάτων που επιδίωκε αρχικά να εξασφαλίσει ο δανειολήπτης.

Οι εποπτικές αρχές έχουν προειδοποιήσει ότι οι πελάτες πρέπει να ενημερώνονται με σαφήνεια τόσο για τον κίνδυνο αναγκαστικής πώλησης όσο και για τις πιθανές φορολογικές επιπτώσεις.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτούν οι περιπτώσεις στις οποίες οι εξασφαλίσεις αποτελούνται από πιο σύνθετα ή ευμετάβλητα περιουσιακά στοιχεία, όπως τα κρυπτονομίσματα.

Ορισμένες τράπεζες έχουν αρχίσει να εξειδικεύονται σε τέτοιου είδους χρηματοδοτήσεις, προσφέροντας σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δάνεια που φτάνουν ακόμη και το 90% της αξίας των εξασφαλίσεων.

Η υψηλή αυτή αναλογία αφήνει μικρότερο περιθώριο προστασίας σε περίπτωση απότομης υποχώρησης των τιμών.

Όπως προειδοποιεί ο Γκούτσβιλερ, οι δανειστές ενδέχεται να αποδειχθούν ιδιαίτερα αυστηροί όταν ενεργοποιείται η διαδικασία ρευστοποίησης, προχωρώντας άμεσα στην πώληση των περιουσιακών στοιχείων.

Έτσι, το μοντέλο που επιτρέπει στους επενδυτές να διατηρούν τις μετοχές τους και να αποκτούν ταυτόχρονα ρευστότητα μπορεί, υπό δυσμενείς συνθήκες, να οδηγήσει ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα: στην υποχρεωτική πώληση των επενδύσεών τους, τη στιγμή που οι αγορές βρίσκονται υπό πίεση.