Μια σημαντική ελάφρυνση στην αντλία θα μπορούσε θεωρητικά να προκύψει από μια γενναία μείωση της φορολογίας στα καύσιμα, όμως τα περιθώρια για μια τέτοια παρέμβαση είναι πολύ πιο περιορισμένα απ’ όσο δείχνει η διαφορά μεταξύ της τιμής προ φόρων και της τελικής τιμής που πληρώνει ο οδηγός. Δύο είναι τα βασικά εμπόδια: τα ελάχιστα επίπεδα Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης που ισχύουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η μεγάλη απώλεια εσόδων που θα προκαλούσε στον κρατικό προϋπολογισμό μια οριζόντια μείωση.
Το ευρωπαϊκό πλαίσιο καθορίζει συγκεκριμένα κατώτατα επίπεδα φορολόγησης, κάτω από τα οποία δεν μπορεί να κινηθεί μια χώρα με μια απλή εθνική απόφαση.
Για την αμόλυβδη βενζίνη, ο ΕΦΚ βρίσκεται σήμερα στα 700 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, όταν το χαμηλότερο επιτρεπόμενο επίπεδο είναι 359 ευρώ ανά 1.000 λίτρα. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και στο ακραίο σενάριο πλήρους αξιοποίησης του διαθέσιμου περιθωρίου, η μέγιστη μείωση του φόρου μπορεί να φτάσει τα 341 ευρώ ανά 1.000 λίτρα ή 0,341 ευρώ ανά λίτρο.
Στο πετρέλαιο κίνησης, όπου ο σημερινός συντελεστής ανέρχεται στα 410 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, το ευρωπαϊκό κατώτατο όριο διαμορφώνεται στα 330 ευρώ. Συνεπώς, το διαθέσιμο περιθώριο είναι πολύ μικρότερο και περιορίζεται στα 0,080 ευρώ ανά λίτρο.
Μεγαλύτερη απόσταση από το κατώτατο όριο υπάρχει στο πετρέλαιο θέρμανσης. Ο σημερινός ΕΦΚ ανέρχεται στα 280 ευρώ ανά 1.000 λίτρα, έναντι ελάχιστου επιτρεπόμενου επιπέδου 21 ευρώ. Θεωρητικά, επομένως, υπάρχει δυνατότητα μείωσης κατά 259 ευρώ ανά 1.000 λίτρα ή 0,259 ευρώ ανά λίτρο.
Έως 42,3 λεπτά το λίτρο το όφελος στη βενζίνη
Η επίδραση μιας μείωσης του ΕΦΚ στην τελική τιμή είναι μεγαλύτερη από την ονομαστική περικοπή του φόρου. Αυτό συμβαίνει επειδή ο ΦΠΑ 24% επιβάλλεται και επί του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, με αποτέλεσμα η υποχώρηση του ΕΦΚ να μειώνει παράλληλα και το ποσό του ΦΠΑ που πληρώνει ο καταναλωτής.
Εάν λοιπόν η φορολογία περιοριζόταν έως τα χαμηλότερα επίπεδα που επιτρέπονται στην ΕΕ και η ελάφρυνση μεταφερόταν εξ ολοκλήρου στις τιμές λιανικής, το συνολικό όφελος στην αμόλυβδη βενζίνη θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 42,3 λεπτά ανά λίτρο.
Στο diesel κίνησης, λόγω του σαφώς μικρότερου διαθέσιμου περιθωρίου στον ΕΦΚ, η μείωση στην τελική τιμή θα ήταν μόλις 9,9 λεπτά ανά λίτρο. Στο πετρέλαιο θέρμανσης, αντίθετα, η διαφορά θα μπορούσε να φτάσει τα 32,1 λεπτά ανά λίτρο, δημιουργώντας αισθητή ελάφρυνση για τα νοικοκυριά κατά τους μήνες αυξημένης κατανάλωσης.
Ο λογαριασμός των 190 εκατ. ευρώ τον μήνα
Η άλλη όψη μιας τέτοιας παρέμβασης είναι το ιδιαίτερα υψηλό δημοσιονομικό κόστος. Οι μεγάλες ποσότητες καυσίμων που καταναλώνονται κάθε μήνα σημαίνουν ότι ακόμη και λίγα λεπτά χαμηλότερου φόρου ανά λίτρο μετατρέπονται σε δεκάδες εκατομμύρια ευρώ λιγότερων κρατικών εσόδων.
Στη βενζίνη, με μηνιαία κατανάλωση περίπου 250 εκατ. λίτρων, η απώλεια εσόδων από την πλήρη μείωση του ΕΦΚ έως το ευρωπαϊκό κατώτατο επίπεδο υπολογίζεται σε 105,75 εκατ. ευρώ τον μήνα.
Για το diesel κίνησης, με κατανάλωση περίπου 300 εκατ. λίτρων μηνιαίως, το αντίστοιχο κόστος διαμορφώνεται στα 29,7 εκατ. ευρώ.
Στο πετρέλαιο θέρμανσης, όπου η μηνιαία κατανάλωση κατά τη χειμερινή περίοδο εκτιμάται στα 175 εκατ. λίτρα, η απώλεια για τα δημόσια έσοδα θα έφτανε περίπου τα 56,18 εκατ. ευρώ για κάθε μήνα εφαρμογής.
Συνολικά, κατά τους μήνες στους οποίους συνυπάρχει η κατανάλωση και των τριών κατηγοριών, μια μείωση των συντελεστών στα χαμηλότερα επιτρεπόμενα επίπεδα θα δημιουργούσε δημοσιονομική επιβάρυνση που προσεγγίζει τα 190 εκατ. ευρώ τον μήνα. Όσο μεγαλύτερη θα ήταν η διάρκεια του μέτρου, τόσο περισσότερο θα αυξανόταν το συνολικό κόστος για τον προϋπολογισμό.
Τα δημοσιονομικά όρια και η δυσκολία επαναφοράς
Το πρόβλημα δεν εξαντλείται στην άμεση απώλεια φορολογικών εσόδων. Με βάση το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις καθαρές πρωτογενείς δαπάνες, η υστέρηση εσόδων επιβαρύνει τη δημοσιονομική εικόνα, εφόσον δεν συνοδεύεται από αντίστοιχες παρεμβάσεις που θα καλύπτουν το κόστος.
Μια μεγάλη και διαρκής μείωση του ΕΦΚ θα απαιτούσε, επομένως, ισόποσα μόνιμα αντισταθμιστικά μέτρα ή τη δυνατότητα ενεργοποίησης ειδικής ρήτρας εξαίρεσης, ώστε να μην τεθούν σε κίνδυνο οι δημοσιονομικοί στόχοι.
Υπάρχει, τέλος, μια κρίσιμη διαφορά μεταξύ της φορολογικής μείωσης και των προσωρινών μέτρων στήριξης. Οι επιδοτήσεις στην αντλία μπορούν να θεσπιστούν και να προσαρμοστούν σχετικά γρήγορα μέσω υπουργικών αποφάσεων, γεγονός που επιτρέπει στην κυβέρνηση να τις αποσύρει όταν αποκλιμακωθούν οι διεθνείς τιμές.
Η αλλαγή του ΕΦΚ, αντίθετα, προϋποθέτει νομοθετική ρύθμιση και ψήφιση από τη Βουλή. Αυτό σημαίνει ότι μια μεγάλη μείωση του συντελεστή είναι θεσμικά δυσκολότερο να αντιστραφεί όταν περάσει η ενεργειακή κρίση, καθώς η επαναφορά του φόρου θα απαιτούσε νέα νομοθετική παρέμβαση και θα μεταφραζόταν σε άμεση αύξηση των τιμών στην αντλία.
Έτσι, παρά το σημαντικό όφελος που θα μπορούσε να προκύψει για οδηγούς και νοικοκυριά, κυρίως στη βενζίνη και στο πετρέλαιο θέρμανσης, το ευρωπαϊκό φορολογικό πλαίσιο και κυρίως ο δημοσιονομικός λογαριασμός περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες μιας γενικευμένης μείωσης του ΕΦΚ.
Διαβάστε ακόμη
Bloomberg: Ομόλογα και δημόσιο χρέος «στοιχειώνουν» την Ευρώπη – Νο1 κίνδυνος η μετάδοση
Τέλος τα μετρητά στις παραδόσεις δεμάτων με courier – Υποχρεωτικές οι ηλεκτρονικές πληρωμές
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.