Η Γερμανία μπορεί να έχει αναδειχθεί το 2025 στη μεγαλύτερη παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από αιολικά και φωτοβολταϊκά στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο οι καταναλωτές της εξακολουθούν να πληρώνουν από τους υψηλότερους λογαριασμούς ρεύματος στην Ευρώπη. Παρά τη μαζική διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη σταδιακή απομάκρυνση από τον άνθρακα, το κόστος ηλεκτρισμού παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σημειώνει σε ανάλυσή του το Euronews.
Τα γερμανικά νοικοκυριά καταβάλλουν περίπου ένα τρίτο περισσότερα για ηλεκτρική ενέργεια σε σχέση με τον μέσο πολίτη της ΕΕ, γεγονός που αναδεικνύει τις προκλήσεις της ενεργειακής μετάβασης ακόμη και για τις χώρες που πρωταγωνιστούν στην ανάπτυξη καθαρών μορφών ενέργειας.
Σύμφωνα με το ενεργειακό think tank Ember, η Γερμανία συγκαταλέγεται πλέον στους παγκόσμιους ηγέτες της πράσινης ενέργειας, καθώς το 59% της ηλεκτροπαραγωγής της το 2025 προήλθε από καθαρές πηγές.
Η μεταμόρφωση είναι εντυπωσιακή. Από την εφαρμογή του νόμου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας το 2000, η συμμετοχή των αιολικών και φωτοβολταϊκών στην παραγωγή ηλεκτρισμού εκτινάχθηκε από λιγότερο του 2% σε σχεδόν 45% το 2024. Την ίδια περίοδο, ο άνθρακας, που επί δεκαετίες κυριαρχούσε στο γερμανικό ενεργειακό σύστημα, περιορίστηκε από ποσοστά άνω του 50% σε μόλις 21%.
Η Ember επισημαίνει ότι η Γερμανία παρήγαγε το 2025 περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από αιολικά και φωτοβολταϊκά από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το ένα τέταρτο της συνολικής παραγωγής αυτών των τεχνολογιών στην ΕΕ.
Οι ακριβότεροι λογαριασμοί στην Ευρώπη
Παρά τη θετική αυτή εικόνα, ανάλυση της ενεργειακής εταιρείας 1KOMMA5° δείχνει ότι η Γερμανία παραμένει μία από τις ακριβότερες αγορές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη.
Με βάση στοιχεία της Eurostat για το δεύτερο εξάμηνο του 2025, η μέση τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ διαμορφώνεται στα 0,29 ευρώ ανά κιλοβατώρα, συμπεριλαμβανομένων φόρων και τελών. Στη Γερμανία, όμως, το αντίστοιχο κόστος φτάνει τα 0,39 ευρώ ανά κιλοβατώρα.
Για ένα μονοπρόσωπο νοικοκυριό με ετήσια κατανάλωση 1.500 kWh, η διαφορά μεταφράζεται σε περίπου 150 ευρώ επιπλέον ετησίως σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ. Για μια οικογένεια που καταναλώνει 5.000 kWh τον χρόνο, η επιβάρυνση αγγίζει τα 500 ευρώ.
Την πρώτη θέση στην ευρωπαϊκή κατάταξη κατέχει η Ιρλανδία, όπου η τιμή ηλεκτρικής ενέργειας φτάνει τα 0,40 ευρώ ανά κιλοβατώρα, λίγο υψηλότερα από τη Γερμανία. Ακολουθούν το Βέλγιο με 0,35 ευρώ, η Δανία και η Αυστρία με 0,33 ευρώ, ενώ η Ελλάδα βρίσκεται χαμηλότερα με μέση τιμή 0,24 ευρώ ανά κιλοβατώρα.
Στον αντίποδα, τα χαμηλότερα τιμολόγια καταγράφονται στην Ουγγαρία με 0,11 ευρώ ανά κιλοβατώρα, στη Μάλτα με 0,13 ευρώ και στη Βουλγαρία με 0,14 ευρώ.
Ο μηχανισμός που κρατά ψηλά τις τιμές
Το παράδοξο της Γερμανίας εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Παρότι οι ανανεώσιμες πηγές παράγουν ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό του ηλεκτρισμού, η τελική τιμή καθορίζεται μέσω της αρχής merit order.
Με βάση αυτό το σύστημα, η τιμή διαμορφώνεται από την ακριβότερη μονάδα παραγωγής που χρειάζεται για να καλυφθεί η ζήτηση. Έτσι, όταν οι ανανεώσιμες πηγές δεν επαρκούν, ενεργοποιούνται μονάδες φυσικού αερίου ή άνθρακα, οι οποίες ανεβάζουν το συνολικό κόστος για όλους τους καταναλωτές.
Οι ειδικοί θεωρούν ότι η περαιτέρω αύξηση της συμμετοχής των ΑΠΕ μπορεί να περιορίσει αυτή την εξάρτηση. Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Από το 2019, η ισχυρή ανάπτυξη της αιολικής και της ηλιακής ενέργειας έχει μειώσει κατά 75% την επίδραση των μονάδων ορυκτών καυσίμων στη διαμόρφωση της τιμής του ηλεκτρισμού.
Παρότι Ισπανία και Γερμανία παρουσίασαν το 2025 παρόμοια παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά, η Ισπανία διαθέτει μεγαλύτερη συμμετοχή υδροηλεκτρικών και πυρηνικών μονάδων. Ως αποτέλεσμα, η καθαρή ενέργεια αντιστοιχούσε στο 75% του ενεργειακού της μίγματος, έναντι 59% στη Γερμανία.
Η σκιά της εξόδου από τα πυρηνικά
Σημαντικό ρόλο στη σημερινή εικόνα παίζει και η απόφαση της Γερμανίας να εγκαταλείψει την πυρηνική ενέργεια.
Σύμφωνα με την έκθεση Clean Power Progress της Montel, το 2022 οι πυρηνικοί σταθμοί κάλυπταν ακόμη το 6,6% της ηλεκτροπαραγωγής της χώρας. Η απόσυρση αυτής της σταθερής πηγής χαμηλών εκπομπών δημιούργησε ένα ενεργειακό κενό που έπρεπε να καλυφθεί είτε με περισσότερα ορυκτά καύσιμα είτε με ακόμη ταχύτερη ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών.
Παρά τις δυσκολίες, οι αναλυτές εκτιμούν ότι τα οφέλη της ενεργειακής μετάβασης θα γίνουν πιο εμφανή από το 2026 και μετά, καθώς η αύξηση της παραγωγής από ΑΠΕ θα συνεχίσει να εκτοπίζει τα ορυκτά καύσιμα.
Γιατί χάνεται τόσο μεγάλη ποσότητα καθαρής ενέργειας
Ένα ακόμη πρόβλημα αφορά την αδυναμία του δικτύου να αξιοποιήσει πλήρως την παραγόμενη πράσινη ενέργεια.
Όπως επισημαίνει ο συνιδρυτής της 1KOMMA5°, Γιάνικ Σαλ, το πρόβλημα της Γερμανίας δεν είναι ότι παράγει υπερβολικά μεγάλη ποσότητα φθηνής αιολικής και ηλιακής ενέργειας, αλλά ότι διαθέτει περιορισμένη ευελιξία στη διαχείρισή της.
Το 2025 δαπανήθηκαν περίπου 435 δισ. ευρώ για μέτρα περιορισμού παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές. Οι παρεμβάσεις αυτές περιλαμβάνουν τη σκόπιμη διακοπή παραγωγής σε περιοχές όπου υπάρχει υπερπροσφορά και την ενίσχυση παραγωγής σε άλλες περιοχές του δικτύου.
Οι παραγωγοί αποζημιώνονται όταν δεν μπορούν να διοχετεύσουν το ρεύμα τους στο δίκτυο, ενώ καταβάλλονται πρόσθετες πληρωμές σε άλλες μονάδες για να καλυφθούν οι ανάγκες του συστήματος.
Το φαινόμενο εμφανίζεται συχνά σε περιόδους έντονης ηλιοφάνειας ή ισχυρών ανέμων, όταν παράγεται περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από όση μπορεί να απορροφήσει το δίκτυο. Σε ακραίες περιπτώσεις, η υπερπροσφορά οδηγεί ακόμη και σε αρνητικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι μπαταρίες και το πρόβλημα του δικτύου
Η αντιμετώπιση αυτής της πρόκλησης δεν είναι εύκολη, καθώς τα ευρωπαϊκά δίκτυα σχεδιάστηκαν για ένα σύστημα κεντρικών σταθμών παραγωγής και όχι για χιλιάδες αποκεντρωμένες μονάδες ανανεώσιμων πηγών.
Γι’ αυτόν τον λόγο, τα συστήματα αποθήκευσης ενέργειας με μπαταρίες θεωρούνται κρίσιμο εργαλείο για την καλύτερη αξιοποίηση της πράσινης παραγωγής.
Σύμφωνα με την Solar Power Europe, η εγκατεστημένη ισχύς μπαταριών στην ΕΕ έχει δεκαπλασιαστεί από το 2021 και πλέον ξεπερνά τις 77 GWh. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρώπη εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τα επίπεδα που απαιτούνται για την επίτευξη των ενεργειακών στόχων της.
Για να επιτευχθούν οι στόχοι του 2030, η αποθηκευτική ικανότητα θα πρέπει να αυξηθεί εκ νέου σχεδόν δέκα φορές, φτάνοντας περίπου τις 750 GWh μέσα στην επόμενη πενταετία. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ανάπτυξη των συστημάτων BESS διαδραματίζουν σήμερα η Γερμανία και η Ιταλία.
Το βάρος των φόρων και των τελών
Πέρα από τη δομή της αγοράς και τα προβλήματα του δικτύου, καθοριστικό ρόλο στις υψηλές τιμές διαδραματίζουν οι φόροι και οι χρεώσεις χρήσης δικτύου.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της 1KOMMA5°, χωρίς αυτές τις επιβαρύνσεις το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τα γερμανικά νοικοκυριά θα περιοριζόταν στα 0,26 ευρώ ανά κιλοβατώρα. Σε αυτή την περίπτωση, το γερμανικό ρεύμα θα ήταν φθηνότερο από εκείνο στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και την Ολλανδία.
Όπως σημειώνει ο Γιάνικ Σαλ, σημαντική μείωση των χρεώσεων θα μπορούσε να επιτευχθεί εάν περιορίζονταν οι δαπανηρές παρεμβάσεις εξισορρόπησης του δικτύου. Ένα πιο έξυπνο σύστημα διαχείρισης, που θα αξιοποιεί καλύτερα τις μπαταρίες και τους ευέλικτους καταναλωτές, θα μπορούσε να μειώσει το κόστος λειτουργίας και τελικά να οδηγήσει σε χαμηλότερους λογαριασμούς για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Διαβάστε ακόμη
Aμυνα: Νέο κύμα IPOs στην Ευρώπη καθώς αυξάνονται οι στρατιωτικές δαπάνες (γράφημα)
Η μάχη του espresso: H Lavazza πρώτη λανσάρει ταμπλέτες καφέ αντί για κάψουλες
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.