Η Γερμανία μπαίνει στη νέα χειμερινή περίοδο με ένα ενεργειακό απόθεμα που απέχει αισθητά από τα επίπεδα των προηγούμενων ετών. Στα μέσα Σεπτεμβρίου, οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης της χώρας περιείχαν περίπου 141 τεραβατώρες φυσικού αερίου, ποσότητα που αντιστοιχεί μόλις στο 57% της συνολικής χωρητικότητας.
Το επίπεδο αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο εφοδιασμού. Η εικόνα, όμως, είναι αρκετά διαφορετική σε σχέση με το παρελθόν και περιορίζει τα περιθώρια ασφαλείας σε περίπτωση ενός ιδιαίτερα ψυχρού χειμώνα ή μιας αναστάτωσης στις εισαγωγές.
Τον περασμένο χειμώνα, οι γερμανικές αποθήκες έχασαν λίγο λιγότερες από 134 τεραβατώρες φυσικού αερίου. Θεωρητικά, επομένως, η σημερινή ποσότητα επαρκεί για να καλύψει μια αντίστοιχη κατανάλωση. Το ζήτημα είναι ότι η αγορά δεν λειτουργεί μόνο με βάση το απόθεμα που βρίσκεται αποθηκευμένο, αλλά και με βάση τη δυνατότητα αναπλήρωσης των ποσοτήτων και την πρόσβαση σε εναλλακτικές πηγές.
Το χαμηλό απόθεμα και η συζήτηση για τον χειμώνα
Η εξέλιξη έχει ήδη προκαλέσει πολιτικές αντιδράσεις στη Γερμανία. Ο πρωθυπουργός της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ ζήτησε παρέμβαση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, ενώ οι Πράσινοι άσκησαν κριτική στην πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομίας.
Η ανησυχία επικεντρώνεται στο ενδεχόμενο οι χαμηλές ποσότητες αποθήκευσης να εξελιχθούν σε πραγματικό πρόβλημα εάν οι θερμοκρασίες υποχωρήσουν σημαντικά ή υπάρξει διαταραχή στις εισαγωγές. Ωστόσο, οι αρμόδιες αρχές δεν θεωρούν ότι η χώρα βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με έλλειψη φυσικού αερίου.
Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων αξιολογεί ως χαμηλό τον κίνδυνο στενότητας στις προμήθειες και υπογραμμίζει ότι ο εφοδιασμός παραμένει σταθερός. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών Υποθέσεων και Ενέργειας, το οποίο παρακολουθεί τις εξελίξεις χωρίς να διαπιστώνει προς το παρόν ενδείξεις επικείμενης έλλειψης.
Το γεγονός ότι η Γερμανία διαθέτει πλέον διαφοροποιημένες πηγές εφοδιασμού αποτελεί κρίσιμο παράγοντα. Η χώρα δεν εξαρτάται σήμερα από έναν και μόνο προμηθευτή όπως συνέβαινε πριν από το 2022, ενώ έχουν ενισχυθεί οι δυνατότητες εισαγωγής LNG και οι εναλλακτικές οδοί μεταφοράς φυσικού αερίου.
Το στοίχημα της πλήρωσης των αποθηκών
Το μεγαλύτερο ερωτηματικό αφορά πλέον τον ρυθμό με τον οποίο μπορούν να αυξηθούν τα αποθέματα μέχρι την έναρξη της χειμερινής περιόδου.
Οι εγκαταστάσεις θα μπορούσαν τεχνικά να φτάσουν περίπου στο 77%, όμως για να επιτευχθεί αυτό απαιτείται σημαντικά υψηλότερος ρυθμός πλήρωσης από εκείνον που καταγράφεται σήμερα. Εάν η υφιστάμενη τάση παραμείνει χωρίς ουσιαστική μεταβολή, το επίπεδο των αποθηκών θα μπορούσε να διαμορφωθεί περίπου στο 65% την 1η Νοεμβρίου.
Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι θα υπάρξει πρόβλημα επάρκειας. Σημαίνει, όμως, ότι η αγορά θα διαθέτει μικρότερο περιθώριο ασφαλείας και θα είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε απρόβλεπτες μεταβολές της ζήτησης ή της προσφοράς.
Η ανθεκτικότητα του γερμανικού συστήματος έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά την ενεργειακή κρίση. Οι νέοι τερματικοί σταθμοί LNG, οι πρόσθετες οδοί εισαγωγής και οι δυνατότητες αντίστροφης ροής έχουν περιορίσει την εξάρτηση από συγκεκριμένες πηγές και διαδρομές.
Ωστόσο, οι υποδομές από μόνες τους δεν αρκούν. Η πραγματική επάρκεια θα κριθεί από τον συνδυασμό των αποθηκευμένων ποσοτήτων, των εισαγωγών, των συμβολαίων προμήθειας και της ζήτησης που θα διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια του χειμώνα.
Οι τιμές ανεβαίνουν πριν από το κρύο
Ήδη η αγορά έχει αρχίσει να προεξοφλεί μεγαλύτερη πίεση. Τα προθεσμιακά συμβόλαια φυσικού αερίου, τα οποία κατά το δεύτερο τρίμηνο κινούνταν περίπου στα 46 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έχουν πλέον ξεπεράσει τα 80 ευρώ.
Η άνοδος συνδέεται με την είσοδο της αγοράς στην περίοδο υψηλότερης ζήτησης. Όσο πλησιάζει ο χειμώνας και αυξάνονται οι ανάγκες για θέρμανση, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτούν τα διαθέσιμα αποθέματα.
Ένας ψυχρός χειμώνας θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την κατανάλωση και να αυξήσει τις πιέσεις στις τιμές. Αντίστοιχα, μια διαταραχή στις εισαγωγές θα μπορούσε να προκαλέσει γρήγορη ανατίμηση, ακόμη και χωρίς να εμφανιστεί πραγματική έλλειψη φυσικού αερίου.
Αυτό είναι και το βασικό σημείο της τρέχουσας κατάστασης: το πρόβλημα δεν είναι σήμερα η φυσική ανεπάρκεια, αλλά το κόστος της πρόσθετης ασφάλειας εφοδιασμού.
Η ανάγκη για νέα κίνητρα
Η χαμηλότερη πληρότητα των αποθηκών δεν οφείλεται αποκλειστικά σε τεχνικούς περιορισμούς. Ένας από τους παράγοντες είναι και η οικονομική λογική των επιχειρήσεων. Η αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων φυσικού αερίου δεν ήταν πάντοτε συμφέρουσα, ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες της αγοράς δεν προσέφεραν επαρκή κίνητρα για έγκαιρες αγορές.
Για τον λόγο αυτό, στη Γερμανία ενισχύεται η συζήτηση για ένα νέο πλαίσιο κινήτρων που θα διασφαλίζει υψηλότερα αποθέματα σε μόνιμη βάση.
Οι προτάσεις περιλαμβάνουν οικονομικά κίνητρα, υποχρεώσεις ή έναν συνδυασμό των δύο, με στόχο οι επιχειρήσεις να μην αποφασίζουν αποκλειστικά με βάση τη βραχυπρόθεσμη τιμή αγοράς. Παράλληλα, ζητείται καλύτερη διαχείριση του κινδύνου, ώστε να λαμβάνεται υπόψη και το ενδεχόμενο η πραγματική κατανάλωση να αποκλίνει σημαντικά από τις αρχικές προβλέψεις.
Η Γερμανία, επομένως, δεν αντιμετωπίζει σήμερα μια κρίση επάρκειας φυσικού αερίου. Βρίσκεται όμως αντιμέτωπη με μια αγορά πολύ πιο ευαίσθητη στις διεθνείς εξελίξεις και με μικρότερο απόθεμα ασφαλείας σε σχέση με προηγούμενα χρόνια. Το πόσο δύσκολος θα είναι τελικά ο χειμώνας θα εξαρτηθεί από έναν συνδυασμό παραγόντων: τη θερμοκρασία, τις εισαγωγές, τις διεθνείς τιμές και την ταχύτητα με την οποία θα μπορέσουν να αναπληρωθούν οι αποθήκες.
Διαβάστε ακόμη
Σπίτια χωρίς τραπεζαρία: Ολοι τρώνε στην κουζίνα, το σαλόνι ή το κρεβάτι
«Ανακαινίζω»: Μέσα στον Οκτώβριο ο φάκελος και ο έλεγχος για την επιδότηση έως 36.000 ευρώ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
