Ένας εμπορικός πόλεμος ανάμεσα στις ΗΠΑ και τον Καναδά μπορεί να αποκτήσει πολύ πιο επικίνδυνες διαστάσεις εάν περάσει από τους δασμούς στα βαρέλια πετρελαίου. Οι δύο οικονομίες έχουν οικοδομήσει επί δεκαετίες ένα τόσο στενά διασυνδεδεμένο ενεργειακό σύστημα, ώστε μια απόπειρα της μίας πλευράς να χρησιμοποιήσει το πετρέλαιο ως μέσο πίεσης κινδυνεύει να προκαλέσει σημαντικό κόστος και στην ίδια.
Η απότομη κατάρρευση των εμπορικών διαπραγματεύσεων και η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης έχουν φέρει πλέον στο προσκήνιο αυτή την αλληλεξάρτηση. Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο τις εξαγωγές του Καναδά ή τα αμερικανικά διυλιστήρια, αλλά μια ενεργειακή σχέση εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως, μεγάλες επενδύσεις σε αγωγούς και, τελικά, το κόστος καυσίμων που πληρώνουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις εκατέρωθεν των συνόρων.
Η εξίσωση είναι δύσκολη και για τις δύο πλευρές. Οι ΗΠΑ χρειάζονται το βαρύ καναδικό αργό για ένα μεγάλο μέρος του συστήματος διύλισής τους, ενώ ο Καναδάς εξαρτάται από την αμερικανική αγορά για τη διάθεση του μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής του. Την ίδια ώρα, οι ανατολικές καναδικές επαρχίες παραμένουν εκτεθειμένες σε πιθανές αναταράξεις των ενεργειακών ροών από ή μέσω των ΗΠΑ, όπως γράφει το Forbes.
Με τους δασμούς 50% σε καναδικά προϊόντα και την Οτάβα να προαναγγέλλει αντίποινα, η ενεργειακή ασφάλεια μπαίνει πλέον στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης στην οποία τα διαθέσιμα «όπλα» μπορούν εύκολα να αποδειχθούν δίκοπα.
Τα 4 εκατ. βαρέλια που συνδέουν τις δύο οικονομίες
Το πετρέλαιο αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του βαθμού στον οποίο οι δύο χώρες έχουν συνδέσει τις οικονομίες τους.
Περισσότερα από 4 εκατ. βαρέλια καναδικού αργού περνούν καθημερινά στις ΗΠΑ, ποσότητα που το 2025 αντιστοιχούσε στο 63% των συνολικών αμερικανικών εισαγωγών αργού πετρελαίου.
Για τον Καναδά, οι συγκεκριμένες ροές αντιπροσωπεύουν τη συντριπτική πλειονότητα των πετρελαϊκών εξαγωγών του. Η αμερικανική αγορά βρίσκεται ακριβώς δίπλα, συνδέεται μέσω εκτεταμένου δικτύου αγωγών και διαθέτει διυλιστήρια κατασκευασμένα ώστε να επεξεργάζονται τις ποιότητες πετρελαίου που παράγει η Αλμπέρτα.
Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των εξαγωγών αποτελείται από βαρύ, όξινο αργό από τις πετρελαιοφόρες άμμους της Αλμπέρτα. Αυτή ακριβώς η ιδιαιτερότητα καθιστά δύσκολη μια γρήγορη αντικατάστασή του.
Τα σύνθετα αμερικανικά διυλιστήρια, κυρίως στη Μεσοδυτική και στην Ακτή του Κόλπου, έχουν επενδύσει επί δεκαετίες σε εγκαταστάσεις που μπορούν να μετατρέπουν αυτό το βαρύτερο πετρέλαιο σε προϊόντα υψηλότερης αξίας.
Δεν αρκεί, επομένως, να αντικατασταθούν αριθμητικά τέσσερα εκατομμύρια βαρέλια με αντίστοιχη ποσότητα άλλου αργού. Τα ελαφρύτερα πετρέλαια από τη Λεκάνη του Πέρμιαν, για παράδειγμα, έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά και δεν αποτελούν άμεσο υποκατάστατο για όλες τις μονάδες.
Το καναδικό αργό συνδυάζεται με ελαφρύτερες αμερικανικές ποιότητες και στηρίζει την παραγωγή βενζίνης, ντίζελ, αεροπορικών καυσίμων και άλλων προϊόντων που καταναλώνει καθημερινά η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Μια σοβαρή διακοπή αυτών των ροών θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερη αξιοποίηση της δυναμικότητας ορισμένων διυλιστηρίων, μικρότερη παραγωγή καυσίμων και τελικά ανοδικές πιέσεις στις τιμές βενζίνης και ντίζελ.
Γιατί η αντικατάσταση του καναδικού αργού είναι δύσκολη
Το διεθνές περιβάλλον καθιστά το πρόβλημα ακόμη πιο σύνθετο. Η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου παραμένει σφιχτή, ενώ τα διαθέσιμα περιθώρια πρόσθετης παραγωγής είναι περιορισμένα.
Θεωρητικά, οι αμερικανικές εταιρείες θα μπορούσαν να αναζητήσουν εναλλακτικές ποσότητες από άλλους παραγωγούς. Στην πράξη, όμως, η δυνατότητα γρήγορης αντικατάστασης εκατομμυρίων βαρελιών κατάλληλης ποιότητας είναι πολύ πιο περιορισμένη.
Πηγές εφοδιασμού όπως η Βενεζουέλα και η Μέση Ανατολή συνοδεύονται από γεωπολιτικούς, εμπορικούς ή εφοδιαστικούς κινδύνους. Επιπλέον, η μεταφορά πετρελαίου από μακρινές περιοχές με δεξαμενόπλοια αυξάνει το κόστος και δημιουργεί μεγαλύτερη έκθεση σε προβλήματα των διεθνών θαλάσσιων αλυσίδων εφοδιασμού.
Αντίθετα, το πετρέλαιο από τον Καναδά φτάνει μέσω μιας εδραιωμένης χερσαίας υποδομής σε διυλιστήρια που είναι ήδη προσαρμοσμένα στα χαρακτηριστικά του.
Η χρονική συγκυρία είναι επίσης κρίσιμη, καθώς τα αμερικανικά διυλιστήρια λειτουργούν σε υψηλά επίπεδα για να αξιοποιήσουν τα ισχυρά περιθώρια διύλισης, ιδιαίτερα στην αγορά του ντίζελ. Μια αιφνίδια ανατροπή στον εφοδιασμό θα μπορούσε επομένως να μεταδοθεί γρήγορα στην αγορά πετρελαϊκών προϊόντων.
Το πετρέλαιο ως «όπλο» και ο κίνδυνος για τον Καναδά
Η ενεργειακή αλληλεξάρτηση αποτελεί πηγή σταθερότητας όταν οι πολιτικές και εμπορικές σχέσεις λειτουργούν ομαλά. Σε περίοδο σύγκρουσης, όμως, μπορεί να μετατραπεί σε αμοιβαία ευπάθεια.
Η κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών, η επιβολή δασμών 50% σε καναδικά προϊόντα αξίας δισεκατομμυρίων και η προαναγγελία αντιποίνων από την κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνι δημιουργούν ακριβώς το περιβάλλον αβεβαιότητας που δυσκολεύει επενδυτικές αποφάσεις και ενεργειακά σχέδια.
Η ένταση ανέβηκε ακόμη περισσότερο μετά τη δήλωση του Καναδού πρωθυπουργού ότι οι συνομιλίες κατέρρευσαν επειδή η χώρα «δέχθηκε επίθεση» και ότι, όταν κάποιος δέχεται επίθεση, βρίσκεται σε πόλεμο. Παράλληλα, ο Κάρνι άφησε ανοιχτή την πιθανότητα αξιοποίησης του πετρελαίου ως μέσου πίεσης.
Μια τέτοια επιλογή, ωστόσο, θα έκρυβε σημαντικούς κινδύνους και για την Οτάβα.
Οι εξαγωγές προς τις ΗΠΑ αποτελούν κρίσιμη πηγή εσόδων για την καναδική οικονομία και δεν μπορούν να διοχετευθούν από τη μία ημέρα στην άλλη σε άλλες αγορές. Ακόμη και με την ανάπτυξη νέων εξαγωγικών δυνατοτήτων, η αμερικανική αγορά εξακολουθεί να διαθέτει γεωγραφικά και υποδομικά πλεονεκτήματα που δύσκολα αναπληρώνονται.
Υπάρχει όμως και μία δεύτερη ευπάθεια. Οι ανατολικές επαρχίες του Καναδά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό είτε από απευθείας αμερικανικές εισαγωγές πετρελαίου είτε από αγωγούς που μεταφέρουν παραγωγή της Αλμπέρτα προς τα ανατολικά περνώντας από αμερικανικό έδαφος.
Τμήματα αυτών των δικτύων διέρχονται από πολιτείες όπως η Μινεσότα, το Ουισκόνσιν και το Μίσιγκαν πριν επανέλθουν στον Καναδά.
Το γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή στις ανατολικές επαρχίες βρίσκεται η πλειονότητα του καναδικού πληθυσμού, μαζί με μεγάλα αστικά κέντρα όπως το Τορόντο, το Μόντρεαλ και η Οτάβα. Μια παρατεταμένη αναστάτωση στον εφοδιασμό τους θα προκαλούσε σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις.
Εάν λοιπόν η εμπορική αντιπαράθεση μετατραπεί πράγματι σε ενεργειακό «πόλεμο», και οι δύο πλευρές διαθέτουν μέσα πίεσης. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι αρκετά από αυτά μπορούν να επιστρέψουν ως μπούμερανγκ.
Στον αέρα και επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε αγωγούς
Η πολιτική σύγκρουση δεν απειλεί μόνο τις σημερινές ροές. Δημιουργεί ερωτήματα και για τις μελλοντικές διασυνοριακές ενεργειακές υποδομές, στις οποίες θα απαιτηθούν επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα ταχθεί υπέρ της αναβίωσης του Keystone XL, του μεγάλου έργου που ακυρώθηκε έπειτα από πολυετή πολιτική και περιβαλλοντική αντιπαράθεση. Λίγο πριν από την κατάρρευση των συνομιλιών, επανέφερε δημόσια την ιδέα, υποστηρίζοντας ουσιαστικά ότι το σχέδιο θα μπορούσε να «επιστρέψει από τον τάφο».
Η πλήρης επανεκκίνηση του Keystone XL παραμένει δύσκολη. Ωστόσο, μια αναθεωρημένη πρόταση, το Prairie Connector, έχει σημειώσει ουσιαστικότερη πρόοδο.
Το σχέδιο αξιοποιεί μέρος της υφιστάμενης υποδομής Keystone στον Καναδά και περιλαμβάνει συνεργασία με αμερικανικό εταίρο. Έχουν ήδη εξασφαλιστεί δεσμεύσεις μεταφοράς για έως 550.000 βαρέλια ημερησίως, ενώ η τελική επενδυτική απόφαση αναμένεται το 2027.
Παράλληλα, εξετάζονται πρόσθετες επεκτάσεις υφιστάμενων δικτύων και νέοι διάδρομοι που θα μπορούσαν να αυξήσουν κατά εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια ημερησίως τη δυνατότητα μεταφοράς καναδικού πετρελαίου προς τις ΗΠΑ.
Η επιδείνωση των σχέσεων δημιουργεί πλέον αβεβαιότητα και γύρω από αυτά τα έργα. Ένας διασυνοριακός αγωγός χρειάζεται πολύ περισσότερα από κεφάλαια και τεχνικό σχεδιασμό. Προϋποθέτει πολιτική σταθερότητα, ρυθμιστική συνεργασία και προβλεψιμότητα των εμπορικών σχέσεων για δεκαετίες.
Δασμοί, αντίποινα και απειλές για περιορισμό των ενεργειακών ροών μπορούν να αλλάξουν την οικονομική αξιολόγηση ενός έργου πριν καν ξεκινήσει η κατασκευή του.
Το ενεργειακό κόστος μιας παρατεταμένης σύγκρουσης
Για τις ΗΠΑ, η πραγματικότητα παραμένει ότι ένα σημαντικό μέρος του συστήματος διύλισης είναι στενά συνδεδεμένο με το βαρύ καναδικό αργό. Η αντικατάσταση αυτών των ποσοτήτων ούτε απλή ούτε άμεση είναι.
Από την άλλη πλευρά, ο Καναδάς χρειάζεται την αμερικανική αγορά για να διατηρήσει τα πετρελαϊκά έσοδά του, ενώ ταυτόχρονα οι ανατολικές περιοχές του εξαρτώνται από ενεργειακές διαδρομές που συνδέονται άμεσα με τις ΗΠΑ.
Μια παρατεταμένη πολιτική κρίση δεν μπορεί να δημιουργήσει νέες ποσότητες βαρέος αργού για τα αμερικανικά διυλιστήρια ούτε να κατασκευάσει μέσα σε λίγους μήνες εναλλακτικούς καναδικούς αγωγούς.
Μπορεί, αντίθετα, να οδηγήσει σε στενότερη αγορά καυσίμων, υψηλότερες τιμές για καταναλωτές και επιχειρήσεις, μεγαλύτερο κόστος μεταφοράς και αναβολή ενεργειακών επενδύσεων.
Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα και για τις δύο χώρες, ακριβώς επειδή επηρεάζει την οικονομική δραστηριότητα, τις μεταφορές, τη βιομηχανία και τελικά την εθνική ασφάλεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η πραγματική ισχύς δεν κρίνεται από το ποια πλευρά μπορεί να διατυπώσει τη μεγαλύτερη εμπορική απειλή. Κρίνεται από το εάν τα βαρέλια φτάνουν στα διυλιστήρια, οι αγωγοί χρηματοδοτούνται και κατασκευάζονται και οι ενεργειακές αλυσίδες παραμένουν λειτουργικές.
Η κατάρρευση των εμπορικών συνομιλιών έχει καταστήσει αυτή την ισορροπία πολύ πιο εύθραυστη. Και όσο η ένταση μεταξύ Ουάσιγκτον και Οτάβας παραμένει υψηλή, τόσο μεγαλώνει ο κίνδυνος μια εμπορική σύγκρουση να μετατραπεί σε ενεργειακό πρόβλημα με κόστος και στις δύο πλευρές των συνόρων.
Διαβάστε ακόμη
Attica: Πατάει γκάζι στο β΄ εξάμηνο – Νέα καταστήματα και ισχυρές διανομές
Η γενιά της δεύτερης δουλειάς – Γιατί ένας μισθός δεν φτάνει
Ενα ξενοδοχείο-ησυχαστήριο στην άκρη του Βορρά
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.