Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ακόμη μεγαλύτερη σημασία αποκτά η επιλογή τιμολογίου ηλεκτρικής ενέργειας ενόψει του Νοεμβρίου, καθώς η νέα άνοδος των χονδρεμπορικών τιμών απειλεί να αυξήσει το κόστος για εκατομμύρια νοικοκυριά. Με τη διαφορά μεταξύ σταθερών και κυμαινόμενων προγραμμάτων να πλησιάζει τα 19 ευρώ τον μήνα, η κατηγορία τιμολογίου στην οποία βρίσκεται κάθε καταναλωτής μπορεί να επηρεάσει αισθητά τον οικογενειακό προϋπολογισμό, ιδιαίτερα κατά τους χειμερινούς μήνες.

Η εικόνα της αγοράς αναδεικνύει ένα σαφές πλεονέκτημα για ορισμένα μπλε σταθερά τιμολόγια, τα οποία προσφέρουν προστασία από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις της χονδρικής. Στον αντίποδα, περισσότεροι από 3,1 εκατομμύρια καταναλωτές που παραμένουν στα πράσινα προγράμματα βρίσκονται αντιμέτωποι με το ενδεχόμενο νέων επιβαρύνσεων, καθώς οι πάροχοι προετοιμάζουν τις χρεώσεις του επόμενου μήνα.

Η διαφορά αποτυπώνεται στις μέσες μηνιαίες χρεώσεις των τριών βασικών κατηγοριών τιμολογίων. Με βάση τα εξεταζόμενα προγράμματα, το κόστος διαμορφώνεται στα 84,29 ευρώ για τα πράσινα, στα 78,37 ευρώ για τα κίτρινα κυμαινόμενα και στα 65,32 ευρώ για τα μπλε σταθερά.

Πρόκειται για αποκλίσεις που αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία οι αυξημένες ενεργειακές ανάγκες του χειμώνα μπορούν να ενισχύσουν τη συνολική δαπάνη των νοικοκυριών.

Η διαφορά των 228 ευρώ και το προβάδισμα των σταθερών προγραμμάτων

Η σύγκριση των διαθέσιμων τιμολογίων δείχνει ότι τα πράσινα προγράμματα εμφανίζονται, κατά μέσο όρο, 18,97 ευρώ ακριβότερα τον μήνα από τα μπλε, διαφορά που αντιστοιχεί σε περίπου 29%.

Αντίστοιχα, οι καταναλωτές με κίτρινα κυμαινόμενα τιμολόγια επιβαρύνονται κατά 13,05 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή περίπου 20% περισσότερο σε σχέση με όσους έχουν επιλέξει μπλε πρόγραμμα.

Μικρότερη, αλλά επίσης υπολογίσιμη, είναι η απόσταση μεταξύ πράσινων και κίτρινων χρεώσεων. Τα πρώτα κοστίζουν κατά μέσο όρο 5,92 ευρώ περισσότερα, ή περίπου 7,6%.

Σε ετήσια βάση, εφόσον διατηρούνταν οι συγκεκριμένες μηνιαίες διαφορές, το πρόσθετο κόστος ενός πράσινου τιμολογίου έναντι ενός αντίστοιχου μπλε θα μπορούσε να φτάσει τα 228 ευρώ. Για τα κίτρινα προγράμματα, η διαφορά από τα σταθερά αντιστοιχεί σε περίπου 157 ευρώ τον χρόνο.

Οι υπολογισμοί βασίζονται στις μέσες χρεώσεις του Οκτωβρίου και λειτουργούν ως ενδεικτική σύγκριση, καθώς δεν προεξοφλούν τις τιμές που θα ισχύσουν τους επόμενους μήνες.

Το πλεονέκτημα των μπλε προγραμμάτων συνδέεται με τη δυνατότητα διατήρησης μιας προκαθορισμένης τιμής προμήθειας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνήθως 12 ή 24 μηνών.

Έτσι, οι καταναλωτές μπορούν να περιορίσουν την έκθεσή τους στις αυξομειώσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, αποκτώντας μεγαλύτερη προβλεψιμότητα ως προς το ενεργειακό κόστος.

Στο επίκεντρο 3,1 εκατομμύρια καταναλωτές

Το μεγαλύτερο μέρος της αβεβαιότητας αφορά τα νοικοκυριά που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πράσινα τιμολόγια.

Περισσότεροι από 3,1 εκατομμύρια καταναλωτές παραμένουν στη συγκεκριμένη κατηγορία, στην οποία οι χρεώσεις μπορούν να μεταβάλλονται από μήνα σε μήνα, ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς και την τιμολογιακή πολιτική των προμηθευτών.

Η έκθεση αυτή στις μεταβολές των τιμών αποκτά μεγαλύτερη σημασία ενόψει της χειμερινής περιόδου, όταν η χρήση ηλεκτρικής ενέργειας για θέρμανση μπορεί να αυξήσει σημαντικά την κατανάλωση.

Η ανοδική πορεία της χονδρικής ενισχύει την πιθανότητα νέων αναπροσαρμογών, χωρίς ωστόσο να είναι δεδομένο ότι κάθε πάροχος θα μεταφέρει το αυξημένο κόστος στον ίδιο βαθμό.

Οι εμπορικές εκπτώσεις, οι επιμέρους χρεώσεις και η δυνατότητα απορρόφησης μέρους της αύξησης θα επηρεάσουν τις τελικές τιμές που θα ανακοινωθούν για τον Νοέμβριο.

Για τους καταναλωτές, επομένως, η σύγκριση δεν περιορίζεται πλέον στην τιμή ανά κιλοβατώρα, αλλά επεκτείνεται στη συνολική μηνιαία επιβάρυνση που προκύπτει από κάθε πρόγραμμα.

Άνοδος σχεδόν 15% στη χονδρική μέσα στον Οκτώβριο

Οι εξελίξεις στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας εξηγούν γιατί οι επόμενες ανακοινώσεις των προμηθευτών αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Κατά το διάστημα 1–23 Οκτωβρίου, η μέση χονδρεμπορική τιμή διαμορφώθηκε στα 179,41 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 156,31 ευρώ τον Σεπτέμβριο.

Η αύξηση φτάνει το 14,78%, αποτυπώνοντας την ένταση των πιέσεων που έχουν αναπτυχθεί στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής.

Ακόμη υψηλότερα κινήθηκε η τιμή την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου, όταν έφτασε τα 225,80 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επιβεβαιώνοντας τις μεγάλες διακυμάνσεις που χαρακτηρίζουν την αγορά.

Οι αυξήσεις αυτές έρχονται να προστεθούν στις ανατιμήσεις που είχαν ήδη καταγραφεί στα πράσινα τιμολόγια τον Οκτώβριο, οι οποίες κυμάνθηκαν μεταξύ 6,7% και 26,7%, ανάλογα με τον προμηθευτή.

Πρόσθετη πίεση ασκείται από το φυσικό αέριο, με τις τιμές του να βρίσκονται κοντά στα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα, επηρεάζοντας το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Το κατά πόσο οι συγκεκριμένες εξελίξεις θα αποτυπωθούν πλήρως στους λογαριασμούς του Νοεμβρίου θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις των παρόχων και από τις εκπτώσεις που θα επιλέξουν να εφαρμόσουν.

Η τελική διαμόρφωση των χρεώσεων παραμένει συνεπώς ανοιχτή, παρότι η κατεύθυνση της χονδρικής δημιουργεί αυξημένες πιθανότητες επιβαρύνσεων για τα κυμαινόμενα προγράμματα.

Οι παγίδες των μπλε τιμολογίων και τι πρέπει να προσέχουν οι καταναλωτές

Παρά το οικονομικό προβάδισμα που εμφανίζουν στη συγκεκριμένη σύγκριση, τα σταθερά τιμολόγια δεν αποτελούν αυτομάτως τη φθηνότερη επιλογή για κάθε νοικοκυριό.

Η τελική επιβάρυνση εξαρτάται από περισσότερους παράγοντες, όπως το μηνιαίο πάγιο, οι εκπτώσεις συνέπειας, το ύψος της κατανάλωσης και οι συμβατικοί όροι κάθε προγράμματος.

Ένα μπλε τιμολόγιο με χαμηλή τιμή κιλοβατώρας μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο συμφέρον για έναν καταναλωτή με μικρή κατανάλωση, εάν συνοδεύεται από υψηλό πάγιο.

Αντίστοιχα, οι εκπτώσεις που προϋποθέτουν εμπρόθεσμη εξόφληση μπορούν να επηρεάσουν το πραγματικό κόστος, ενώ οι ρήτρες πρόωρης αποχώρησης ενδέχεται να δημιουργήσουν πρόσθετη επιβάρυνση σε περίπτωση αλλαγής προμηθευτή ή προγράμματος.

Σημαντική παράμετρος είναι και η διάρκεια της σταθερής τιμής. Ο καταναλωτής που δεσμεύεται για 12 ή 24 μήνες προστατεύεται από ενδεχόμενες αυξήσεις, αλλά μπορεί να μην επωφεληθεί άμεσα εάν οι τιμές της αγοράς υποχωρήσουν αισθητά.

Επομένως, η επιλογή πρέπει να βασίζεται στη σύγκριση του συνολικού κόστους και όχι αποκλειστικά στην κατηγορία ή στη διαφημιζόμενη χρέωση του προγράμματος.

Με τα τιμολόγια Νοεμβρίου να αναμένονται και τις ενεργειακές ανάγκες των νοικοκυριών να αυξάνονται όσο πλησιάζει ο χειμώνας, η σωστή αξιολόγηση των διαθέσιμων επιλογών αποκτά ουσιαστική οικονομική σημασία.

Η διαφορά ανάμεσα στα πράσινα, κίτρινα και μπλε προγράμματα μπορεί να μεταφραστεί σε εκατοντάδες ευρώ σε ετήσια βάση, αλλά το τελικό όφελος εξαρτάται από το προφίλ κατανάλωσης και τους όρους του συμβολαίου.

Η νέα άνοδος της χονδρικής εντείνει την πίεση στα κυμαινόμενα τιμολόγια, ενώ τα σταθερά προσφέρουν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα. Για κάθε νοικοκυριό, ωστόσο, η οικονομικότερη λύση θα προκύψει από την προσεκτική σύγκριση των πραγματικών χρεώσεων και όχι από την επιλογή ενός συγκεκριμένου χρώματος τιμολογίου.