Με την ανάθεση διευρυμένου ρόλου στην ΕΥΔΑΠ και την ΕΥΑΘ, η κυβέρνηση δρομολογεί τη μεγαλύτερη θεσμική παρέμβαση που έχει γίνει ποτέ στη διαχείριση του νερού, αλλάζοντας τον χάρτη της ύδρευσης και της αποχέτευσης σε περιοχές όπου κατοικεί περίπου ο μισός πληθυσμός της χώρας.
Σε πρώτη φάση, η ΕΥΔΑΠ θα επεκτείνει τη δραστηριότητά της σε 17 δήμους της Αττικής, καθώς και στις περιφερειακές ενότητες Βοιωτίας, Φωκίδας και Εύβοιας, ενώ η ΕΥΑΘ θα αναλάβει αντίστοιχο ρόλο στη Θεσσαλονίκη και τη Χαλκιδική. Το σχετικό νομοσχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή μέσα στον Ιούλιο, αποτελεί την πρώτη φάση της νέας Εθνικής Στρατηγικής για το Νερό και σηματοδοτεί την έναρξη μιας σταδιακής αναδιοργάνωσης του σημερινού κατακερματισμένου συστήματος διαχείρισης των υδάτων.
Στο νέο σχήμα θα ενταχθούν περίπου 60 φορείς διαχείρισης, είτε αυτόνομοι οργανισμοί ύδρευσης είτε τμήματα δημοτικών επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης (π.χ ΔΕΥΑ), οι οποίοι θα λειτουργήσουν κάτω από την επιχειρησιακή ομπρέλα της ΕΥΔΑΠ και της ΕΥΑΘ. Η εφαρμογή του νέου μοντέλου θα αξιολογηθεί ως προς την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ταχύτητα εξυπηρέτησης των πολιτών και το λειτουργικό κόστος, πριν επεκταθεί σταδιακά και στην υπόλοιπη χώρα.
Η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο το διοικητικό μοντέλο της διαχείρισης του πολύτιμου φυσικού πόρου. Έρχεται ως απάντηση σε μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα και πιο πιεστική. Η κλιματική αλλαγή, η παρατεταμένη ανομβρία, η αυξημένη ζήτηση λόγω τουρισμού και οι μεγάλες απώλειες από τα πεπαλαιωμένα δίκτυα μετατρέπουν το νερό σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας και αναπτυξιακής πολιτικής, επιβάλλοντας έναν διαφορετικό τρόπο οργάνωσης και διαχείρισης των υδατικών πόρων.
Τα παράδοξα των δήμων
Το σημερινό μοντέλο εκτιμάται ότι αυξάνει το λειτουργικό κόστος, δημιουργεί ανισότητες στην ποιότητα των υπηρεσιών και δυσκολεύει τόσο τον κεντρικό σχεδιασμό όσο και την υλοποίηση μεγάλων έργων. Πολλοί μικροί φορείς δεν διαθέτουν ούτε την τεχνική επάρκεια ούτε τους οικονομικούς πόρους για να συντηρήσουν τα δίκτυά τους ή να αξιοποιήσουν διαθέσιμα ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια.
Πέρσι το καλοκαίρι που το ζήτημα ήρθε στο προσκήνιο, είχε εξεταστεί ακόμη και η δημιουργία ενός ενιαίου εθνικού φορέα, στα πρότυπα του ιρλανδικού μοντέλου. Η λύση αυτή εγκαταλείφθηκε ως ιδιαίτερα δύσκολη στην εφαρμογή της και προτιμήθηκε μια σταδιακή μετάβαση, με πρώτη αφετηρία τις δύο μεγαλύτερες εταιρείες ύδρευσης της χώρας.
Η ανάγκη αυτής της αναδιοργάνωσης γίνεται εμφανής ακόμη και μέσα στα όρια των ίδιων των δήμων στους οποίους παρατηρείται μεγάλη ανομοιογένεια. Σύμφωνα με τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου, παρά την ύπαρξη δημοτικού συστήματος ύδρευσης στο Κορωπί περίπου 80 παροχές εξακολουθούν να εξυπηρετούνται από την ΕΥΔΑΠ, ενώ στη Γλυφάδα σχεδόν ολόκληρος ο δήμος ανήκει στο δίκτυο της εταιρείας, με εξαίρεση περίπου 50 παροχές που εξακολουθούν να υδροδοτούνται από διαφορετικό φορέα.
Η δεύτερη φάση της μεταρρύθμισης όπως δήλωσε τις προηγούμενες μέρες στις διαδοχικές συναντήσεις με τους δημάρχους ο υπουργός, θα αφορά το υπόλοιπο της χώρας, με το υπουργείο να εξετάζει τη δημιουργία μεγαλύτερων σχημάτων ανά υδρολογική λεκάνη ή περιφέρεια, χωρίς ακόμη να έχουν ληφθεί οι οριστικές αποφάσεις.
Το πρώτο δείγμα της νέας φιλοσοφίας στη διαχείριση των υδάτων εφαρμόζεται ήδη στη Θεσσαλία. Οι καταστροφές που προκάλεσε η κακοκαιρία Daniel ανέδειξαν με τον πιο εμφατικό τρόπο τις αδυναμίες του κατακερματισμένου συστήματος άρδευσης, οδηγώντας στη δημιουργία του Οργανισμού Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας (ΟΔΥΘ).
Ο νέος οργανισμός βρίσκεται στη διαδικασία ενσωμάτωσης των 55 Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) της περιφέρειας, με στόχο την ενιαία διαχείριση του αρδευτικού νερού, τον καλύτερο συντονισμό των υποδομών και τον προγραμματισμό των απαραίτητων επενδύσεων. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει τον ΟΔΥΘ ως το πρώτο οργανωμένο παράδειγμα αναδιάρθρωσης της άρδευσης, το οποίο, εφόσον αποδώσει, θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο και για άλλα υδατικά διαμερίσματα της χώρα. Αντίστοιχο πρότυπο εξετάζεται και για την Κρήτη, όπου ο Οργανισμός Ανάπτυξης Κρήτης (ΟΑΚ ΑΕ) προκρίνεται ως ο φυσικός πυρήνας μιας αντίστοιχης αναδιοργάνωσης. Ο ΟΑΚ διαθέτει πολυετή εμπειρία στη διαχείριση μεγάλων υδραυλικών έργων και στην παροχή νερού σε ευρείες περιοχές του νησιού, γεγονός που τον καθιστά, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, την καταλληλότερη βάση για τη δημιουργία ενός ενιαίου σχήματος διαχείρισης των υδάτων στην Κρήτη, στα πρότυπα όσων προωθούνται στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη.
Η πολυδιάσπαση των φορέων
Ένα από τα μεγαλύτερα διαρθρωτικά προβλήματα στη διαχείριση των υδάτων είναι ο μεγάλος αριθμός φορέων που δραστηριοποιούνται σήμερα σε ύδρευση, αποχέτευση και άρδευση. Σύμφωνα με την Εθνική Στρατηγική για τα Ύδατα, στην ύδρευση και την αποχέτευση λειτουργούν περισσότεροι από 290 πάροχοι σε όλη τη χώρα, πολλοί από τους οποίους, λόγω μικρού μεγέθους, περιορισμένων οικονομικών πόρων και ελλείψεων σε προσωπικό και τεχνογνωσία, αδυνατούν να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στις υποχρεώσεις τους.
Ακόμη πιο έντονος είναι ο κατακερματισμός στην άρδευση, όπου περισσότεροι από 450 φορείς –κυρίως Τοπικοί Οργανισμοί Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ) και δήμοι– διαχειρίζονται τα αρδευτικά δίκτυα, συχνά χωρίς την απαιτούμενη οργανωτική συγκρότηση και τεχνική επάρκεια. Η πολυδιάσπαση αυτή δυσχεραίνει τον συντονισμό, τη συντήρηση των υποδομών και τον σχεδιασμό των αναγκαίων επενδύσεων, αποτελώντας έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση προωθεί τη συγκέντρωση των υπηρεσιών σε ισχυρότερα και τεχνικά επαρκέστερα σχήματα.
Η λειψυδρία αλλάζει τα δεδομένα
Αν η μεταρρύθμιση για το νερό αποτελεί τη μία όψη του νέου σχεδιασμού για τα ύδατα, η άλλη είναι η πραγματικότητα που διαμορφώνεται πλέον σε ολόκληρη τη χώρα. Από τα μικρά νησιά του Αιγαίου μέχρι τη Θεσσαλία, την Εύβοια και την Κρήτη, η λειψυδρία παύει να αποτελεί ένα εποχικό πρόβλημα και εξελίσσεται σε μόνιμη απειλή για την ύδρευση, τον τουρισμό, τη γεωργία και την τοπική ανάπτυξη. Η παρατεταμένη ανομβρία, η κλιματική αλλαγή, η αυξημένη ζήτηση κατά τους θερινούς μήνες και οι μεγάλες απώλειες από τα πεπαλαιωμένα δίκτυα δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα, στην οποία το νερό αναδεικνύεται σε κρίσιμη υποδομή εθνικής σημασίας.
Η εικόνα που μετέφεραν οι δήμαρχοι κατά τις πρόσφατες διαδοχικές συσκέψεις με τον κ. Παπασταύρου και το Γενικό Γραμματέα Περιβάλλοντος κ. Πέτρο Βαρελίδη στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το μέγεθος του προβλήματος. Από τη Ρόδο, τη Νάξο, την Αμοργό, την Αστυπάλαια, τη Λέρο και την Αλόννησο έως τη Ζάκυνθο, την Ερέτρια, το Κιλελέρ, το Κάτω Νευροκόπι και τη Βιάννο, το μήνυμα ήταν ότι τα αποθέματα νερού μειώνονται, τα δίκτυα γερνούν, οι απώλειες αυξάνονται και οι ανάγκες κατοίκων, επιχειρήσεων και επισκεπτών δυσκολεύονται ολοένα περισσότερο να καλυφθούν.
Στον Δήμο Βιάννου της Κρήτης, ο δήμαρχος Παύλος Μπαριτάκης περιέγραψε μια περιοχή που διανύει ήδη την τέταρτη συνεχόμενη χρονιά έντονης ανομβρίας, την ώρα που προσελκύει νέες τουριστικές επενδύσεις ύψους περίπου 350 εκατ. ευρώ. Όπως ανέφερε, το πρώτο ερώτημα που θέτουν πλέον οι επενδυτές δεν αφορά τις άδειες ή τις υποδομές, αλλά αν υπάρχει επαρκές νερό για να στηρίξει τις νέες αναπτύξεις.
Στην Αστυπάλαια, οι ιστορικά χαμηλές βροχοπτώσεις έχουν οδηγήσει σε σημαντική μείωση των αποθεμάτων του ταμιευτήρα στο φράγμα Λιβαδιού, ο οποίος επί δεκαετίες κάλυπτε σημαντικό μέρος των αναγκών ύδρευσης του νησιού. Με τις βροχοπτώσεις να περιορίζονται το 2025 σε μόλις 25 χιλιοστά, η αφαλάτωση μετατρέπεται πλέον από εναλλακτική λύση σε βασική υποδομή για τη διασφάλιση της υδροδότησης.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζουν και άλλα νησιά. Στην Αλόννησο οι πηγές και οι γεωτρήσεις εμφανίζουν αισθητή υποχώρηση, ενώ στη Νάξο οι ανάγκες ύδρευσης καλούνται να συμβαδίσουν με τις αυξημένες απαιτήσεις της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και ενός τουρισμού που αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς. Στη Ρόδο και την Αμοργό, η πίεση στους διαθέσιμους υδατικούς πόρους εντείνεται κάθε καλοκαίρι, καθώς η αυξημένη τουριστική κίνηση δοκιμάζει τις αντοχές των υφιστάμενων υποδομών.
Στη Σκόπελο, το βασικό πρόβλημα δεν είναι τόσο η διαθεσιμότητα νερού όσο οι τεράστιες απώλειες του δικτύου, οι οποίες, σύμφωνα με τον δήμο, ξεπερνούν το 50%, με αποτέλεσμα περισσότερο από το μισό νερό να χάνεται πριν φτάσει στους καταναλωτές. Την ίδια στιγμή, παρά τις σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη δεκαετία για την κατασκευή λιμνοδεξαμενών στη Σκόπελο και την Αλόννησο, τα έργα αυτά δεν αξιοποιούνται σήμερα για την υδροδότηση των δύο νησιών.
Ελλείψεις και στο πόσιμο νερό
Σε αρκετές περιοχές το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την επάρκεια αλλά και την ποιότητα του νερού. Στη Ζάκυνθο, η νέα μονάδα επεξεργασίας πόσιμου νερού αναμένεται να εξυπηρετήσει περίπου 20.000 κατοίκους, αντιμετωπίζοντας ένα χρόνιο πρόβλημα υδροδότησης σε έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της χώρας.
Στο Κιλελέρ, αντίθετα, η περιοχή διαθέτει επαρκείς ποσότητες νερού, όχι όμως κατάλληλου για ανθρώπινη κατανάλωση. Η λύση που προωθείται προβλέπει τον διαχωρισμό των δικτύων πόσιμου και αρδευτικού νερού, ώστε να μειωθεί το κόστος και να εξοικονομηθούν πολύτιμοι υδατικοί πόροι.
Εξίσου χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τρικερίου, όπου η υδροδότηση εξακολουθεί να γίνεται με υδροφόρες που μεταφέρουν νερό από τον Βόλο, επιβαρύνοντας τον δήμο με περισσότερα από 100.000 ευρώ ετησίως. Η κατασκευή του νέου υποθαλάσσιου αγωγού αναμένεται να δώσει οριστική λύση σε ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί την περιοχή εδώ και δεκαετίες.
Στην Ερέτρια, το απαρχαιωμένο δίκτυο παρουσιάζει καθημερινά πέντε έως επτά βλάβες, ενώ στο Κάτω Νευροκόπι οι απώλειες φθάνουν περίπου το 60%, με αποτέλεσμα κάθε καλοκαίρι να απαιτείται ακόμη και μεταφορά νερού με υδροφόρες.
Η αφαλάτωση γίνεται μονόδρομος
Για πολλά μικρά νησιά η αφαλάτωση εξελίσσεται πλέον στη βασική πηγή υδροδότησης, με το μεγαλύτερο εμπόδιο να παραμένει το υψηλό ενεργειακό κόστος. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Λέρου, όπου ο δήμος σχεδιάζει δύο νέες μονάδες αφαλάτωσης δυναμικότητας 1.000 κυβικών μέτρων ημερησίως η καθεμία, καθώς και νέο κεντρικό αγωγό ύδρευσης μήκους 17,4 χιλιομέτρων. Σύμφωνα με τη δημοτική αρχή, μόνο το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για την παραγωγή του αφαλατωμένου νερού προσεγγίζει το ένα ευρώ ανά κυβικό μέτρο, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά τη βιωσιμότητα των εγκαταστάσεων.
Γι’ αυτό και ολοένα περισσότεροι δήμοι σχεδιάζουν την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών για τη μείωση του ενεργειακού κόστους των αφαλατώσεων, ενώ παράλληλα ζητούν επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων, αντικατάσταση των παλαιών δικτύων και αξιοποίηση συστημάτων τηλεμετρίας. Όπως παραδέχονται πλέον όλοι οι εμπλεκόμενοι, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να βρεθούν νέες πηγές νερού, αλλά και να περιοριστούν οι τεράστιες απώλειες του νερού που ήδη υπάρχει.
Παράλληλα με τη μεταρρύθμιση για το νερό, το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ενεργοποίησε νέο κύκλο έργων ύδρευσης συνολικού προϋπολογισμού 41 εκατ. ευρώ για νησιωτικές και ηπειρωτικές περιοχές. Οι παρεμβάσεις αφορούν 33 έργα σε 25 δήμους και περιλαμβάνουν αντικαταστάσεις δικτύων, νέες γεωτρήσεις, μονάδες αφαλάτωσης, υποθαλάσσιους αγωγούς, δεξαμενές και έργα εξοικονόμησης υδάτινων πόρων.
Ωστόσο, η χρηματοδότηση των αναγκαίων παρεμβάσεων γίνεται σε ένα ολοένα δυσκολότερο δημοσιονομικό περιβάλλον. Τα έσοδα από τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, που αποτελούν μία εκ των βασικών πηγών χρηματοδότησης αντίστοιχων έργων, εκτιμάται ότι θα υποχωρήσουν από περίπου 1,1 δισ. ευρώ το 2025 σε λιγότερα από 900 εκατ. ευρώ το 2026, ασκώντας ισχυρές πιέσεις στα διαθέσιμα κονδύλια για νέες επενδύσεις σε υποδομές νερού.
Διαβάστε ακόμη
Εφορία: Νέο σαφάρι διασταυρώσεων για αδήλωτα εισοδήματα στο εξωτερικό
Οκτώ ημέρες, οκτώ χωριά και 680 χιλιόμετρα σε ποδήλατο στην «άλλη» τουριστική Ελλάδα (pics + vid)
Το μέλι της αρκούδας: Η Δραμινή οικογένεια Καρυπίδη παντρεύει την παράδοση με το ροζ και το χρυσό
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.