Στη λήξη της προθεσμίας κρίθηκε τελικά η υπόθεση της ACS για τον όμιλο Quest, δύο ολόκληρα χρόνια μετά από την αρχική συμφωνία με την GLS: η εταιρεία η οποία θεωρείται ο leader στην εγχώρια αγορά των ταχυμεταφορών, με μερίδια που κυμαίνονται σταθερά πάνω από το 25% και διεθνείς δραστηριότητες, μένει… Ελλάδα.
Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση που βγήκε μόλις προ ολίγου η GLS «δεν εξάσκησε την Παρασκευή 30/10/26 το δικαίωμά της για την αγορά του 80% των μετοχών της ACS Α.Ε.Ε., σύμφωνα με τη Σύμβαση Αγοραπωλησίας Μετοχών (SPA) μεταξύ της Quest και της εταιρείας GENERAL LOGISTICS SYSTEMS B.V. (GLS), η οποία είχε υπογραφεί τον Οκτώβριο του 2024» και ως εκ τούτου «η Quest την ίδια ημέρα (30/10/26) εξάσκησε το δικό της δικαίωμα για την επαναγορά του 20% της ACS, σύμφωνα με την πιο πάνω Σύμβαση Αγοραπωλησίας Μετοχών (SPA) μεταξύ της Quest και της GLS.
Ειδικότερα, η Quest στις 30/10/2026 κοινοποίησε στην GLS έγγραφη ειδοποίηση με αίτημα επαναγοράς και μεταβίβασης των 66.000 ονομαστικών μετοχών (20% μ.κ. ACS), που κατέχει η GLS, έναντι τιμήματος ύψους 37 εκατ. ευρώ πλέον των προσαρμογών που προβλέπονται στο ως άνω SPA. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας επαναγοράς και μεταβίβασης αναμένεται ότι θα υλοποιηθεί στο τέλος του Νοεμβρίου 2026. Μετά την ολοκλήρωση η Quest θα κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της ACS.».
Η σχετική ενημέρωση προς το Euronext Athens καταλήγει: «Σημειώνεται ότι η Quest είχε μεταβιβάσει το ως άνω ποσοστό (20%) στην GLS τον Οκτώβριο 2024 έναντι τιμήματος 74 εκατ. ευρώ πλέον προσαρμογών περίπου 3 εκατ. ευρώ Η επαναγορά του ιδίου ποσοστού αντιστοιχεί σε καθαρό χρηματοοικονομικό όφελος ύψους περίπου 37 εκατ. ευρώ για τον όμιλο Quest συνολικά από την συναλλαγή.».
Εν ολίγοις, από ένα deal το οποίο «χάλασε», ή δεν προχώρησε τέλος πάντων, μια και η GLS έκανε πίσω για τους δικούς της λόγους μετά από 2 ολόκληρα χρόνια αναμονής, ο όμιλος Quest έβγαλε κέρδος 37 εκατ. ευρώ, καθώς απέκτησε το ποσοστό που αρχικώς είχε πωλήσει (20%) στο 50% περίπου των 74 εκατ. ευρώ.
Μια εξέλιξη η οποία επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την ικανότητα του ιδρυτή, προέδρου και βασικού μετόχου της Quest Θεόδωρου Φέσσα στα επιτυχημένα deals. Πηγές με γνώση των εξελίξεων, σχολίασαν ότι η απόφαση της GLS δεν αφορά την ACS η οποία καταγράφει μια πορεία καλύτερη από πριν, αλλά δικούς της καθαρά λόγους, ενώ παραμένει εμπορικός συνεργάτης της.
Η εξαγορά της ACS Courier, ως ηγέτιδας εταιρείας ταχυμεταφορών στην Ελλάδα, με προηγμένες υπηρεσίες και το μεγαλύτερο δίκτυο διανομής στη χώρα υπενθυμίζεται ότι πραγματοποιήθηκε από την Quest το 1999, πριν από 27 χρόνια και έκτοτε αναπτύχθηκε με ταχείς ρυθμούς.
Το διπλό πλεονέκτημα
Η πλευρά της Quest βρέθηκε εξ αρχής με διπλό πλεονέκτημα απέναντι στην GLS, διαθέτοντας ορισμένους «κρυφούς άσους». Διότι «μονά- ζυγά» θα έβγαινε -έτσι ή αλλιώς- κερδισμένη, αν και η επιλογή ανήκε στους μέχρι πρότινος υποψήφιους αγοραστές.
Είτε θα πωλούσε δηλαδή το 100% της ACS με συνολικό ποσό 370 εκατ. ευρώ (74 εκατ. ευρώ για το 20% + 296 εκατ. ευρώ για το άλλο 80%) και θα γέμιζε τα ταμεία της, είτε θα την έπαιρνε όλη πίσω με μεγάλο discount που έφτασε στο -50%, βάσει των όρων που είχαν υπογραφεί προ 2ετίας.
Άρα θα επαναποκτούσε –και επαναποκτά- ένα μερίδιο το οποίο είχε πουλήσει 74 εκατ. ευρώ, καταβάλοντας μόλις τα μισά… 37 εκατ. ευρώ, με κέρδος τα άλλα μισά 37 εκατ. ευρώ. Ποσό αρκετά μεγαλύτερο από τα EBITDA μιας ετήσιας χρήσης για τον τομέα των Ταχυδρομικών Υπηρεσιών/Ταχυμεταφορών της Quest.
Ένας λόγος για τον οποίο επικρατούσε μια ηρεμία στο «στρατόπεδο» του ελληνικού ομίλου – και δεν υπήρχε δηλαδή η φυσιολογική αγωνία για ένα deal τέτοιας αξίας- ήταν ότι όλοι γνώριζαν πώς ακόμα και αν θα «επέστρεφε» η GLS το 20% της ACS στην Quest, πρώτον, θα διατηρούσε –και διατηρεί- στο portfolio του μια αναπτυσσόμενη και κερδοφόρο θυγατρική εταιρεία με αυξανόμενες οικονομικές επιδόσεις, με ισχυρές προοπτικές και με πιο υψηλή αξία πλέον, λόγω και των νέων επενδύσεων με τις οποίες είναι ήδη «φορτωμένη» η συγκεκριμένη θυγατρική σε επίπεδο υποδομών.
Όπως και έγινε τελικά… (σ.σ στα εγκαίνια του νέου υπερσύγχρονου Κέντρου Διανομής της ACS στο Αιγάλεω, Οκτώβριο του 2023, έγινε λόγος για επένδυση 50 εκατ. ευρώ και αποκαλύφθηκε, ταυτόχρονα, νέο πρόγραμμα επιπλέον 50 εκατ. ευρώ για την επόμενη πενταετία, έως το 2028).
«Σε καμία περίπτωση η εξέλιξη δεν θα έπρεπε να προκαλεί προβληματισμό στον όμιλο Quest. Διότι, η ACS όχι μόνο δεν πρόκειται να χάσει τα υψηλά μερίδια πωλήσεων που ήδη κατέχει στον κλάδο της, αλλά μάλλον είναι πολλές πιθανότητες να καταφέρει το αντίθετο: να τα αυξήσει και να μεγαλώσει περισσότερο την αξία της. Βέβαιο επίσης είναι ότι διατηρείται πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος σημαντικών διεθνών επενδυτών ….», είναι ένα σχόλιο από πηγές της αγοράς.
Με αυτά τα δεδομένα, ο όμιλος Quest έχει θεωρητικά τη δυνατότητα να εξετάσει μελλοντικά προτάσεις που πιθανό θα υποβληθούν από άλλους υποψηφίους «μνηστήρες» για την ACS, εάν το θελήσει, με αναβαθμισμένο το business plan αυτής και ενδεχομένως με υψηλότερο ίσως τίμημα ακόμα και από τα 370 εκατ. ευρώ της συμφωνίας με την GLS.
Το παρασκήνιο; Το ρεπορτάζ από το εξωτερικό εμφανίζει την μητρική της General Logistics System (GLS), βρετανική International Distributions Services (IDS), να προέρχεται από διοικητικές και ιδιοκτησιακές αλλαγές το προηγούμενο διάστημα, μετά την εξαγορά της -από τον Τσέχο δισεκατομμυριούχο Ντάνιελ Κρετίνσκι– και τη διαγραφή της πριν από μερικούς μήνες από το χρηματιστήριο του Λονδίνου.
Οι ίδιες πληροφορίες μιλούν για υψηλό δανεισμό, που την κάνει πιο προσεκτική σε κάθε της κίνηση…
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.