Τις πρώτες στον κόσμο μπάρες σοκολάτες που παράχθηκαν στο εργαστήριο παρουσίασε μια ισραηλινή start-up, με τη στήριξη του πολυεθνικού κολοσσού τροφίμων Mondelez, που βρίσκεται πίσω από δημοφιλή brands όπως Oreo, Cadbury, and Toblerone. Πρόκειται για μια «food-tech» εξέλιξη που φιλοδοξεί να μειώσει την εξάρτηση της βιομηχανίας από τη φύση και τις διαταραχές που προκαλεί η κλιματική αλλαγή.
Συγκεκριμένα, η νεοφυής εταιρεία Celleste Bio ανακοίνωσε ότι δημιούργησε δώδεκα μπάρες σοκολάτας χρησιμοποιώντας «βούτυρο κακάο καλλιεργημένο από κύτταρα», στις εγκαταστάσεις της Cadbury, ιδιοκτησίας της Mondelez, στο Μπέρμιγχαμ.
Η εξέλιξη αυτή φέρνει τη βιομηχανία σοκολάτας ένα βήμα πιο κοντά στη μείωση της εξάρτησης από τις φυτείες κακάο κυρίως στη Δυτική Αφρική, όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα λόγω κλιματικής αλλαγής και η υποεπένδυση έχουν περιορίσει την παραγωγή και έχουν εκτοξεύσει τις τιμές τα τελευταία χρόνια.
«Το ερώτημα αν μπορούμε να φτιάξουμε πραγματική σοκολάτα, πραγματική σοκολάτα γάλακτος, με βούτυρο κακάο καλλιεργημένο από κύτταρα έχει πλέον απαντηθεί: το καταφέραμε», δήλωσε στους Financial Times η διευθύνουσα σύμβουλος της εταιρείας, Μιχάλ Μπερέσι Γκόλομπ, εξηγώντας πως δεν πρόκειται για υποκατάστατο του κακάο, αλλά για πραγματική σοκολάτα που έχει δημιουργηθεί με τεχνητό τρόπο.
«Σε αντίθεση με άλλες εναλλακτικές, λειτουργεί ακριβώς όπως το συμβατικό βούτυρο κακάο. Είναι μια άμεση αντικατάσταση… κάτι που έχει μεγάλη σημασία για τις διαδικασίες παραγωγής των εταιρειών σοκολάτας».
Η Celleste ξεκινά από λίγους κόκκους κακάο, λαμβάνει ένα μικροσκοπικό δείγμα κυττάρων και το καλλιεργεί σε μεγάλες δεξαμενές υπό ελεγχόμενες συνθήκες, τροφοδοτώντας το με σάκχαρα και θρεπτικά συστατικά ώστε να πολλαπλασιαστεί και να παράγει τα ίδια λιπαρά και αρωματικά στοιχεία με το φυσικό προϊόν.
Όπως εξήγησε η Μπερέσι Γκόλομπ, η διαδικασία λειτουργεί ουσιαστικά ως «ένα νέο δέντρο κακάο για τα κύτταρα», παρέχοντάς τους «νερό, ζάχαρη και βιταμίνες… ώστε να αισθάνονται σαν να βρίσκονται μέσα σε έναν καρπό πάνω στο δέντρο».
Στόχος της εταιρείας είναι να εξασφαλίσει ρυθμιστική έγκριση στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, προκειμένου να εισέλθει στην αγορά έως τα τέλη του 2027, ωστόσο στην Ευρώπη η διαδικασία εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περισσότερο.
Οι τιμές του κακάο εκτοξεύθηκαν το 2024 και το 2025, από κάτω από 3.000 δολάρια ανά τόνο έως και στα 12.000 δολάρια, ασκώντας ισχυρές πιέσεις στις εταιρείες του κλάδου, αλλά και τους καταναλωτές. Παρότι έκτοτε οι τιμές υποχώρησαν λόγω βελτίωσης της παραγωγής και μείωσης της ζήτησης σε Ευρώπη και ΗΠΑ, οι εταιρείες του κλάδου έχουν επενδύσει σημαντικά ποσά στην αναζήτηση εναλλακτικών πρώτων υλών.
Η Mondelez έχει επενδύσει στην Celleste, η οποία έχει αντλήσει μέχρι σήμερα 5,6 εκατ. δολάρια από επενδυτές, ενώ η ελβετική Lindt & Sprüngli στηρίζει την επίσης ελβετική start-up Food Brewer. Αντιστοίχως, η Cargill, ο μεγαλύτερος trader αγροτικών προϊόντων παγκοσμίως, συνεργάζεται με τη Voyage Foods για τη δημιουργία εναλλακτικής πρώτης ύλης, που θα αντικαταστήσει το κακάο, από συστατικά όπως σπόροι σταφυλιού και πρωτεΐνη ηλίανθου.
Διαβάστε ακόμη
Στενά του Ορμούζ: Γιατί το Ιράν ζητάει να επιβληθούν «διόδια» σε όλα τα πλοία (tweets)
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.