Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Οι πρώτες διερευνητικές επαφές για πιθανή εξαγορά της Pizza Fan φέρνουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο αλλαγής ιδιοκτησίας στην αλυσίδα, χωρίς όμως να διαφαίνεται μέχρι στιγμής συγκεκριμένη συμφωνία. Η περίπτωση του Βλάσση Γεωργάτου, ο οποίος έχει προσεγγιστεί για το ενδεχόμενο εμπλοκής του, αναδεικνύει τις δυσκολίες μιας τέτοιας κίνησης. Η Pizza Fan διαθέτει ένα αναγνωρίσιμο εμπορικό σήμα και ένα εκτεταμένο δίκτυο καταστημάτων, όμως οι φορολογικές εκκρεμότητες, η σύνθετη εταιρική οργάνωση και οι ανάγκες χρηματοδότησης καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την εξίσωση για οποιονδήποτε πιθανό επενδυτή.

Το διακύβευμα είναι μεγάλο για μια αλυσίδα με περίπου 110 καταστήματα, περισσότερους από 80 δικαιοδόχους, εκτιμώμενες ετήσιες πωλήσεις δικτύου άνω των 100 εκατ. ευρώ και περίπου 2.500 εργαζομένους. Η παρατεταμένη αδυναμία κανονικής λειτουργίας επιβαρύνει την κατάσταση των συνεργατών και του προσωπικού, ενώ όσο περνά ο χρόνος χωρίς σαφή προοπτική επανεκκίνησης τόσο περισσότερο δοκιμάζονται οι εμπορικές σχέσεις που στηρίζουν τη δραστηριότητα.

Οι επαφές

Στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων βρίσκεται ο Βλάσσης Γεωργάτος, επικεφαλής της VG Holding, με δραστηριότητες που περιλαμβάνουν την αλυσίδα Γρηγόρης και την Air Canteen. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η πλευρά του Κωνσταντίνου Αντάρα τον προσέγγισε διερευνητικά για το ενδεχόμενο εξαγοράς της Pizza Fan. Ο ίδιος δεν έχει εκφράσει συγκεκριμένη πρόθεση εξαγοράς, επισημαίνοντας την ανάγκη να αποσαφηνιστεί πρώτα η πραγματική κατάσταση της αλυσίδας και να διαπιστωθεί ποιες δραστηριότητές της μπορούν να διασωθούν.

Στην αγορά έχει κυκλοφορήσει και σενάριο πιθανής συνεργασίας με άλλον επιχειρηματία, ο οποίος διαθέτει τεχνογνωσία στον τομέα των συστημάτων πληρωμών, χωρίς ωστόσο να υπάρχει επιβεβαίωση ή συγκεκριμένη επενδυτική πρόταση.

Την ύπαρξη συζητήσεων για νέο επενδυτή ενισχύουν και όσα μετέφερε ο συνδικαλιστικός εκπρόσωπος Γιώργος Στεφανάκης μετά τη συνάντηση των εργαζομένων με νομικό εκπρόσωπο της Pizza Fan τη Δευτέρα. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι εργαζόμενοι ενημερώθηκαν ότι η αλυσίδα δεν πρόκειται να επαναλειτουργήσει υπό τη σημερινή ιδιοκτησία και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σχετικές επαφές. Η αναφορά αυτή αποδίδει την ενημέρωση που μεταφέρει η πλευρά των εργαζομένων και δεν συνιστά επίσημη ανακοίνωση αλλαγής ιδιοκτησίας.

Από την πλευρά του, ο συνήγορος του κ. Αντάρα, Μιχάλης Μαρκουλάκος, έχει αναφερθεί στην πρόθεση του εντολέα του να διευθετήσει τις φορολογικές υποχρεώσεις που θα προκύψουν από τους ελέγχους, με στόχο την αποδέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και την αποκατάσταση της λειτουργίας της επιχείρησης. Η θέση αυτή αφήνει ανοιχτό το ζήτημα του τρόπου επανεκκίνησης, χωρίς να αναιρεί το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής μεταβίβασης.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, είναι τι ακριβώς θα μπορούσε να αποκτήσει ένας ενδιαφερόμενος και με ποιους όρους. Παραμένει άγνωστο ποια περιουσιακά στοιχεία και ποιες δραστηριότητες θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο μιας συναλλαγής, όπως και ποιες υποχρεώσεις θα τη συνόδευαν.

Τα οικονομικά

Παρά τα προβλήματα, η Pizza Fan διατηρεί εμπορικά χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν σε μια ενδεχόμενη επανεκκίνηση. Το όνομά της παραμένει αναγνωρίσιμο, διαθέτει πελατειακή βάση και παρουσία σε πολλές περιοχές της χώρας, ενώ έχει καθιερωμένη θέση στην αγορά των παραγγελιών κατ’ οίκον. Η σημερινή κρίση δεν συνδέεται με κάποιο περιστατικό ασφάλειας των προϊόντων της, αλλά με την έρευνα για τη φορολογική λειτουργία της επιχείρησης. Αυτό αφήνει περιθώρια εμπορικής ανάκαμψης, χωρίς να διασφαλίζει ότι μπορεί να βρεθεί βιώσιμη λύση.

Μια πρώτη εικόνα των οικονομικών μεγεθών δίνουν οι τελευταίες δημοσιευμένες καταστάσεις της Φανατίκς Πίτσα ΕΠΕ, που καταχωρήθηκαν στο ΓΕΜΗ στις 19 Οκτωβρίου. Το 2025 ο κύκλος εργασιών της αυξήθηκε κατά 18,6%, στα 60,44 εκατ. ευρώ, από 50,97 εκατ. ευρώ το 2024. Η άνοδος των πωλήσεων, όμως, συνοδεύτηκε από σημαντική υποχώρηση της κερδοφορίας. Τα καθαρά κέρδη περιορίστηκαν στις 533 χιλ. ευρώ, από 1,59 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας πτώση 66,5%, ενώ τα EBITDA μειώθηκαν στα 1,94 εκατ. ευρώ, από 3,84 εκατ. ευρώ. Στο τέλος της χρήσης οι συνολικές υποχρεώσεις της εταιρείας ανέρχονταν σε 17,13 εκατ. ευρώ.

Πρόκειται για τα οικονομικά στοιχεία της συγκεκριμένης εταιρείας και όχι για ενοποιημένα μεγέθη ολόκληρου του δικτύου. Η διάκριση έχει σημασία, καθώς οι πωλήσεις των καταστημάτων που λειτουργούν από ανεξάρτητους δικαιοδόχους δεν ταυτίζονται με τον κύκλο εργασιών της Φανατίκς Πίτσα.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν και οι παρατηρήσεις του ορκωτού ελεγκτή, ο οποίος διατύπωσε γνώμη με επιφύλαξη για τις οικονομικές καταστάσεις του 2025. Μεταξύ άλλων, επισήμανε τη μη σχηματισμένη πρόβλεψη περίπου 979 χιλ. ευρώ για επισφαλείς και επίδικες απαιτήσεις, καθώς και πρόβλεψη περίπου 164 χιλ. ευρώ για αποζημιώσεις προσωπικού. Σύμφωνα με την έκθεσή του, οι δύο αυτές παραλείψεις είχαν ως αποτέλεσμα τα δημοσιευμένα ίδια κεφάλαια να εμφανίζονται αυξημένα κατά περίπου 1,14 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, επισήμανε ότι οι χρήσεις 2020-2025 δεν είχαν εξεταστεί από τις φορολογικές αρχές και ότι δεν είχε εκτιμηθεί το ύψος πιθανών πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων.

Τα στοιχεία αυτά προσθέτουν μία ακόμη δυσκολία στην αποτίμηση της επιχείρησης. Η έρευνα για φερόμενη υποκαταγραφή πωλήσεων δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο τα δηλωμένα οικονομικά μεγέθη αποτυπώνουν το σύνολο της πραγματικής δραστηριότητας. Ακόμη και εάν προκύψουν διαφορές στον κύκλο εργασιών, δεν μπορεί να συναχθεί αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση της καθαρής κερδοφορίας, χωρίς πλήρη εικόνα των εσόδων, των δαπανών και των φορολογικών επιβαρύνσεων.

Ο γρίφος του δικτύου

Η Pizza Fan έχει αναπτυχθεί μέσα από διαφορετικά εταιρικά σχήματα, συμβάσεις δικαιόχρησης και το μοντέλο Business Franchise Leasing. Ένας πιθανός αγοραστής θα έπρεπε, επομένως, να ξεκαθαρίσει ποια εταιρεία κατέχει τα εμπορικά σήματα, ποια διαχειρίζεται τις συμβάσεις με τους συνεργάτες, σε ποιον ανήκει ο εξοπλισμός και ποιες υποχρεώσεις βαρύνουν τα επιμέρους νομικά πρόσωπα.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η λειτουργική εξάρτηση των καταστημάτων από την κεντρική οργάνωση της αλυσίδας. Παρότι μεγάλο μέρος του δικτύου λειτουργεί από ανεξάρτητους επιχειρηματίες, η παραγγελιοληψία, η διαχείριση των πελατών και ο συντονισμός της τροφοδοσίας στηρίζονται σε κοινές υποδομές. Σύμφωνα με τις διευκρινίσεις που έχουν δοθεί από την πλευρά του υπουργείου Εργασίας, η διακοπή της λειτουργίας δεν προέκυψε από διοικητική απόφαση σφράγισης των καταστημάτων, αλλά συνδέεται με την αδυναμία χρήσης κρίσιμων κεντρικών συστημάτων μετά τις ενέργειες των αρχών. Η εξέλιξη αυτή επηρέασε και καταστήματα που λειτουργούν μέσω διαφορετικών νομικών προσώπων.

Στα παραπάνω προστίθεται η έρευνα για τον φερόμενο μηχανισμό φοροδιαφυγής. Η εκτιμώμενη ζημία του Δημοσίου, όπως έχει παρουσιαστεί από τις αρχές, δεν ταυτίζεται αυτομάτως με οριστικά καταλογισμένη οφειλή συγκεκριμένης εταιρείας. Μέχρι να αποσαφηνιστούν οι απαιτήσεις του Δημοσίου, οι υποχρεώσεις προς τρίτους και οι τυχόν δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων, παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί ο πραγματικός οικονομικός κίνδυνος μιας συναλλαγής.

Μια εναλλακτική θα μπορούσε να είναι η απόκτηση των εμπορικών σημάτων, των δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και επιλεγμένων περιουσιακών στοιχείων από μια νέα εταιρεία, χωρίς να εξαγοραστούν τα υφιστάμενα εταιρικά σχήματα. Θεωρητικά, μια τέτοια λύση θα επέτρεπε σε έναν επενδυτή να αξιοποιήσει την αναγνωρισιμότητα της Pizza Fan, περιορίζοντας την έκθεσή του στις σημερινές εκκρεμότητες.

Ούτε αυτή η επιλογή, όμως, θα ήταν απλή. Θα έπρεπε πρώτα να διαπιστωθεί ποιος κατέχει τα δικαιώματα και με ποιους όρους μπορούν να μεταβιβαστούν, ενώ η συνέχιση των συμβάσεων με τους δικαιοδόχους δεν θα ήταν αυτομάτως εξασφαλισμένη. Τυχόν δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων ή απαιτήσεις πιστωτών και του Δημοσίου θα μπορούσαν επίσης να περιορίσουν τις διαθέσιμες επιλογές.

Όποια μορφή κι αν έπαιρνε μια συμφωνία, θα χρειαζόταν χρηματοδότηση για να επανέλθει η αλυσίδα σε κανονικούς ρυθμούς. Η μισθοδοσία, οι προμήθειες, η τροφοδοσία των καταστημάτων και η αποκατάσταση των εμπορικών σχέσεων απαιτούν κεφάλαια κίνησης. Ένα χαμηλό τίμημα εξαγοράς δεν θα σήμαινε απαραίτητα και χαμηλό συνολικό κόστος επένδυσης.

Η επόμενη μέρα

Οι διερευνητικές επαφές δεν αρκούν για να προεξοφλήσουν την έκβαση της υπόθεσης. Η επαναλειτουργία υπό τη σημερινή ιδιοκτησία, η είσοδος νέου επενδυτή, η μεταβίβαση επιλεγμένων δραστηριοτήτων ή ακόμη και η οριστική παύση λειτουργίας παραμένουν πιθανά ενδεχόμενα. Υπάρχει και ο κίνδυνος παρατεταμένης ακινησίας, χωρίς να έχει ξεκαθαρίσει η τύχη των εργασιακών σχέσεων.

Το πρόβλημα έχει ήδη αποκτήσει άμεση οικονομική διάσταση για τους εργαζομένους. Μετά τη συνάντηση της Δευτέρας με εκπρόσωπο της Pizza Fan, το Συνδικάτο Επισιτισμού ανέφερε ότι δεν έλαβε σαφή ενημέρωση για την καταβολή των μισθών του Οκτωβρίου. Ζήτησε να διευκρινιστεί η δυνατότητα χρήσης των λογαριασμών μισθοδοσίας και να πραγματοποιηθεί τριμερής συνάντηση με το υπουργείο Εργασίας, προκειμένου να εξεταστούν οι εκκρεμότητες και να προστατευθούν τα δικαιώματα του προσωπικού.

Οι περίπου 2.500 εργαζόμενοι βρίσκονται έτσι αντιμέτωποι με μια ιδιότυπη κατάσταση. Οι συμβάσεις τους παραμένουν ενεργές, παρότι η κανονική απασχόληση έχει διακοπεί, ενώ η ευθύνη για την καταβολή μισθών και εισφορών εξακολουθεί να βαρύνει τους αντίστοιχους εργοδότες. Η διαφορετική νομική οργάνωση της κεντρικής εταιρείας και των καταστημάτων περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση, καθώς οι εργασιακές υποχρεώσεις δεν συγκεντρώνονται κατ’ ανάγκη σε ένα νομικό πρόσωπο.

Η κυβέρνηση έχει ήδη τοποθετηθεί για τις κοινωνικές επιπτώσεις της υπόθεσης. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δηλώσει ότι η Πολιτεία θα στηρίξει, εφόσον χρειαστεί, τους εργαζομένους που επηρεάζονται από τις εξελίξεις, υπογραμμίζοντας παράλληλα την ανάγκη εφαρμογής του νόμου. Από την πλευρά της, η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως έχει αναφερθεί στα ενδεχόμενα συνέχισης της λειτουργίας, εξαγοράς ή οριστικής διακοπής, διευκρινίζοντας ότι οι συμβάσεις εργασίας παραμένουν ενεργές και ότι η εργοδοσία εξακολουθεί να έχει την ευθύνη καταβολής μισθών και εισφορών.

Η στήριξη των εργαζομένων, πάντως, δεν ισοδυναμεί με σχέδιο διάσωσης της Pizza Fan. Για να υπάρξει επιχειρηματική λύση θα πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουν οι οικονομικές και νομικές εκκρεμότητες και να βρεθεί κάποιος διατεθειμένος να χρηματοδοτήσει την επανεκκίνηση. Ο χρόνος, όμως, λειτουργεί εις βάρος αυτής της προοπτικής: κάθε επιπλέον ημέρα αδράνειας επιβαρύνει τους εργαζομένους και τους συνεργάτες και δυσκολεύει τη διατήρηση του δικτύου που θα καλούνταν να αναλάβει ένας πιθανός επενδυτής.