Η ταχύτατη αύξηση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη παύει να αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα γεωπολιτικής και ασφάλειας και εξελίσσεται σε μία από τις σημαντικότερες νέες μεταβλητές για την οικονομία της Ευρωζώνης. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επιχειρεί πλέον να αποτιμήσει τι σημαίνει η εξοπλιστική στροφή των κρατών μελών για την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, τα δημόσια οικονομικά, το κόστος δανεισμού και τελικά τη νομισματική πολιτική.
Το θέμα βρέθηκε στο επίκεντρο της παρέμβασης του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν, στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ένωσης στο Δουβλίνο, τη Δευτέρα. Η συζήτηση αφορούσε τις μακροοικονομικές, δημοσιονομικές και χρηματοπιστωτικές προκλήσεις από την ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις καλούνται να διαθέσουν πολύ μεγαλύτερους πόρους για στρατιωτικές δυνατότητες.
Η κεντρική διαπίστωση είναι ότι δεν έχει σημασία μόνο πόσα χρήματα θα δαπανήσει η Ευρώπη, αλλά κυρίως πού θα κατευθυνθούν, πώς θα χρηματοδοτηθούν και πόσο μεγάλο μέρος τους θα παραμείνει στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Από τα 218 στα 418 δισ. ευρώ μέσα σε τέσσερα χρόνια
Η αλλαγή κλίμακας είναι ήδη εντυπωσιακή. Οι αμυντικές δαπάνες στα 27 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφθασαν τα 418 δισ. ευρώ το 2025, καταγράφοντας άνοδο περίπου 20% σε σύγκριση με το 2024. Σε σχέση με τα 218 δισ. ευρώ του 2021, έχουν σχεδόν διπλασιαστεί μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια.
Και η τάση αυτή δεν φαίνεται πως θα ανακοπεί. Τα στοιχεία που εξετάζει η ΕΚΤ, με βάση δεδομένα μεταξύ άλλων από την Eurostat, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το NATO και το European Defence Agency, δείχνουν ότι η ενίσχυση των στρατιωτικών προϋπολογισμών θα παραμείνει βασικό χαρακτηριστικό της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Η ταχύτητα της μετάβασης έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ευρωπαϊκή οικονομία καλείται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να προσαρμόσει βιομηχανικές αλυσίδες, παραγωγική δυναμικότητα και αγορά εργασίας σε μια πολύ μεγαλύτερη ζήτηση για αμυντικό εξοπλισμό και υπηρεσίες.
Το όφελος για το ΑΕΠ και ο λογαριασμός του χρέους
Σε πρώτη ανάγνωση, η αύξηση των κρατικών δαπανών λειτουργεί υποστηρικτικά για την οικονομική δραστηριότητα. Ιστορικές εκτιμήσεις τοποθετούν τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή των αμυντικών δαπανών κοντά στη μονάδα, κάτι που σημαίνει ότι ένα επιπλέον ευρώ δαπανών μπορεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες να δημιουργήσει περίπου ένα ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ.
Ωστόσο, η πραγματική επίδραση μπορεί να διαφέρει σημαντικά. Εάν, για παράδειγμα, ένα μεγάλο μέρος των κονδυλίων χρησιμοποιείται για την αγορά οπλικών συστημάτων από χώρες εκτός Ευρώπης, η ώθηση στην εγχώρια παραγωγή περιορίζεται, ενώ το δημοσιονομικό κόστος για το κράτος παραμένει.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει ο τρόπος χρηματοδότησης. Ιστορικές αναλύσεις που παρουσιάστηκαν στη συζήτηση δείχνουν ότι οι περίοδοι έντονης αύξησης των αμυντικών δαπανών έχουν συνδεθεί κατά μέσο όρο με διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά 2,6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Μέσα σε τρία χρόνια από την έναρξη μιας παρατεταμένης αύξησης των σχετικών δαπανών, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ έχει ιστορικά ενισχυθεί κατά περίπου 7 ποσοστιαίες μονάδες.
Πρόκειται για κρίσιμο παράγοντα σε μια οικονομία όπου οι αναπτυξιακές επιδόσεις παραμένουν σχετικά υποτονικές και τα κράτη ξεκινούν από πολύ διαφορετικές δημοσιονομικές αφετηρίες.
Ο πληθωριστικός κίνδυνος
Για την ΕΚΤ, ένα από τα βασικά ερωτήματα είναι κατά πόσο το νέο κύμα δημοσίων δαπανών μπορεί να μετατραπεί σε πρόσθετη πηγή πληθωριστικών πιέσεων.
Όταν οι κυβερνήσεις διοχετεύουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε αμυντικές παραγγελίες, αυξάνεται η ζήτηση για εξειδικευμένο προσωπικό, πρώτες ύλες, βιομηχανικό εξοπλισμό και παραγωγικές υποδομές. Η αμυντική βιομηχανία ανταγωνίζεται έτσι άλλους κλάδους της οικονομίας για περιορισμένους πόρους.
Η ανάλυση της ΕΚΤ δείχνει ότι μια σταδιακή αύξηση των αμυντικών δαπανών μπορεί να ενισχύσει βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα τόσο την πραγματική οικονομική δραστηριότητα όσο και τον πληθωρισμό. Το μέγεθος της επίδρασης, όμως, εξαρτάται από το εάν τα χρήματα διοχετεύονται σε επενδύσεις, μισθούς, λειτουργικές δαπάνες ή έρευνα, αλλά και από την κατάσταση της αγοράς εργασίας και την αντίδραση της νομισματικής πολιτικής.
Ακριβώς γι’ αυτό η ΕΚΤ αποφεύγει έναν ενιαίο «κανόνα» για τον δημοσιονομικό πολλαπλασιαστή της άμυνας. Οι εκτιμήσεις στη διεθνή βιβλιογραφία παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορούν να οδηγήσουν ακόμη και σε πολύ μικρές ή αρνητικές μακροοικονομικές επιδράσεις.
Το κρίσιμο δίλημμα της χρηματοδότησης
Ουσιαστικά, άλλη οικονομική επίπτωση έχει η αύξηση των αμυντικών δαπανών όταν χρηματοδοτείται με νέο χρέος και άλλη όταν καλύπτεται μέσω υψηλότερων φόρων ή ανακατανομής υφιστάμενων κρατικών δαπανών.
Στην εξίσωση προστίθεται και η συζήτηση για περισσότερο κοινό ευρωπαϊκό δανεισμό. Μια τέτοια επιλογή θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο το κόστος της άμυνας κατανέμεται μεταξύ των κρατών, αλλά παράλληλα να επηρεάσει τις αγορές ομολόγων, τις αποδόσεις και τις διαφορές κόστους δανεισμού μεταξύ των χωρών.
Το ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο έχει ήδη προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Για την περίοδο 2025-2028 προβλέπεται πρόσθετη ευελιξία έως 1,5% του ΑΕΠ για την αύξηση των αμυντικών δαπανών στις χώρες που ενεργοποιούν την εθνική ρήτρα διαφυγής.
Στην Ευρωζώνη, 14 χώρες αξιοποιούν τη συγκεκριμένη δυνατότητα. Για τις περισσότερες, έτος αναφοράς είναι το 2021, ενώ Βουλγαρία, Ισπανία και Ελλάδα χρησιμοποιούν ως βάση το 2024. Η διαφοροποίηση αυτή καθορίζει το περιθώριο πρόσθετων δαπανών που μπορεί να αναγνωριστεί στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων.
Άλλο η Γερμανία, άλλο η Ελλάδα
Το πρόβλημα για τη νομισματική πολιτική γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή η ΕΚΤ καλείται να διαμορφώσει μία ενιαία πολιτική επιτοκίων για οικονομίες με πολύ διαφορετικά επίπεδα χρέους και δημοσιονομικά περιθώρια.
Η δυνατότητα της Γερμανίας να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες μέσω δανεισμού δεν είναι ίδια με εκείνη χωρών όπως η Ιταλία ή η Ελλάδα. Μια παρατεταμένη αύξηση των ελλειμμάτων μπορεί επίσης να επηρεάσει μακροπρόθεσμα τα πραγματικά επιτόκια, καθώς οι κυβερνήσεις θα χρειάζονται περισσότερα κεφάλαια από τις αγορές.
Για τους επενδυτές, επομένως, η ευρωπαϊκή άμυνα αποκτά άμεση σχέση με την αγορά κρατικού χρέους. Μεγάλες δημοσιονομικές ανακοινώσεις μπορούν να επηρεάσουν τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό, τις πραγματικές αποδόσεις των ομολόγων και τα spreads μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης.
Η ευκαιρία πίσω από τον επανεξοπλισμό
Η εικόνα δεν είναι αποκλειστικά δημοσιονομική. Η σύνθεση των δαπανών μπορεί να καθορίσει εάν η σημερινή επενδυτική κινητοποίηση θα αφήσει μακροπρόθεσμο παραγωγικό αποτύπωμα στην ευρωπαϊκή οικονομία.
Οι πόροι που κατευθύνονται στην έρευνα και ανάπτυξη μπορούν να δημιουργήσουν τεχνολογικές εφαρμογές και πέρα από τον αμυντικό τομέα. Η ΕΚΤ επισημαίνει ιδιαίτερα τις πιθανές διασυνδέσεις της αμυντικής έρευνας με τους ευρύτερους ευρωπαϊκούς στόχους για την ψηφιακή και την πράσινη μετάβαση.
Η ανάπτυξη ευρωπαϊκών αλυσίδων εφοδιασμού μπορεί παράλληλα να ενισχύσει την απασχόληση, τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα σε περιφέρειες όπου συγκεντρώνονται μεγάλες αμυντικές επιχειρήσεις και οι προμηθευτές τους.
Έτσι, η μεγάλη ευρωπαϊκή στροφή στην άμυνα εξελίσσεται σε ένα οικονομικό πείραμα τεράστιας κλίμακας. Εάν οι νέες δαπάνες στηρίξουν την ευρωπαϊκή παραγωγή, την τεχνολογία και τις επενδύσεις, μπορούν να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ηπείρου. Εάν, αντίθετα, βασιστούν κυρίως στον δανεισμό και στις εισαγωγές, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι περισσότερο δημόσιο χρέος, υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης και πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.
Για την ΕΚΤ, αυτό σημαίνει ότι η άμυνα αποτελεί πλέον παράγοντα που δεν μπορεί να μείνει έξω από την εξίσωση της νομισματικής πολιτικής.
Διαβάστε ακόμη
Goldman Sachs: Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι του MSCI στο τέλος Αυγούστου
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
