Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εντείνει τις προσπάθειες περιορισμού των εκπομπών στο εσωτερικό της, ωστόσο σημαντικό μέρος του πραγματικού ανθρακικού της αποτυπώματος εξακολουθεί να δημιουργείται εκτός ευρωπαϊκών συνόρων. Σύμφωνα με στοιχεία του European Climate Foundation (ECF) και της συμβουλευτικής εταιρείας για το κλίμα Matière, το 35% του ανθρακικού αποτυπώματος της ΕΕ το 2023 προήλθε από παραγωγικές δραστηριότητες στο εξωτερικό.

Τα νέα δεδομένα αναδεικνύουν μια από τις βασικές αντιφάσεις της ευρωπαϊκής κλιματικής πολιτικής. Πάνω από το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου συνδέεται πλέον με το διεθνές εμπόριο, δημιουργώντας μια δύσκολη εξίσωση για τις Βρυξέλλες. Από τη μία πλευρά, η ΕΕ επενδύει τεράστιους πόρους στην απανθρακοποίηση της βιομηχανίας, της ηλεκτροπαραγωγής και των μεταφορών και, από την άλλη, εξακολουθεί να εισάγει και να καταναλώνει προϊόντα η παραγωγή των οποίων συνοδεύεται από υψηλές εκπομπές άνθρακα σε τρίτες χώρες.

Το νέο Traded Emissions Tracker καταγράφει το μέγεθος του προβλήματος. Στην Ιρλανδία, τη Σουηδία, την Αυστρία, την Κύπρο, τη Μάλτα και την Ισπανία, οι εκπομπές που ενσωματώνονται στις εισαγωγές αντιστοιχούσαν το 2023 σε περισσότερο από το 40% του συνολικού εθνικού ανθρακικού αποτυπώματος, χωρίς να υπολογίζεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ.

Το εργαλείο παρακολούθησης εξετάζει 45 μεγάλες οικονομίες για την περίοδο 2010-2023 και καταδεικνύει ότι οι εκπομπές που σχετίζονται με το διεθνές εμπόριο αυξάνονται ταχύτερα από τις συνολικές παγκόσμιες εκπομπές. Το μερίδιό τους ενισχύθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 1995 και 2023, γεγονός που αποτυπώνει την αυξανόμενη σημασία των διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων για την κλιματική πολιτική.

Η Κίνα στο επίκεντρο

Η έκθεση του ECF και της Matière εκτιμά ότι η στενότερη συνεργασία με μεγάλους εμπορικούς εταίρους, με κυριότερο παράδειγμα την Κίνα, θα μπορούσε να οδηγήσει στις σημαντικότερες μειώσεις εκπομπών. Ένας από τους βασικούς δρόμους είναι η δημιουργία και εφαρμογή κοινών περιβαλλοντικών και κλιματικών προτύπων για τα προϊόντα.

Η σχέση της Ευρώπης με την Κίνα δεν περιορίζεται στην εξάρτησή της από κινεζικά φωτοβολταϊκά πάνελ, μπαταρίες, ηλεκτρικά αυτοκίνητα, βιομηχανικό εξοπλισμό και κρίσιμες πρώτες ύλες. Περιλαμβάνει επίσης το σημαντικό ανθρακικό αποτύπωμα που είναι ενσωματωμένο στις εφοδιαστικές αλυσίδες και συνδέεται άμεσα με την ευρωπαϊκή κατανάλωση.

Σύμφωνα με την έκθεση, μια μεγαλύτερη εναρμόνιση μεταξύ των κλιματικών απαιτήσεων της ΕΕ και της Κίνας για τα εμπορεύματα θα μπορούσε να επηρεάσει εμπορικές ροές που αντιπροσωπεύουν περίπου το 7% των συνολικών παγκόσμιων εκπομπών και σχεδόν το ένα τρίτο των εκπομπών που σχετίζονται με το διεθνές εμπόριο.

Το ECF και η Matière επισημαίνουν ότι η διεθνής συνεργασία προσφέρει πιθανότατα το μεγαλύτερο περιθώριο περιορισμού των εμπορικών εκπομπών. Η ΕΕ, όπως αναφέρουν, μπορεί να υποστηρίξει τους εμπορικούς της εταίρους στην απανθρακοποίηση της παραγωγής τους, αλλά και να συνεργαστεί με άλλες μεγάλες οικονομίες για τη διαμόρφωση κοινών περιβαλλοντικών προδιαγραφών.

Τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν, άλλωστε, τη διαφορά μεγέθους μεταξύ των δύο οικονομιών. Το 2023 η Κίνα αντιπροσώπευε το 27,2% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται με την κατανάλωση, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την ΕΕ ανερχόταν στο 7,8%.

Ταυτόχρονα, η ισχυρή ευρωπαϊκή ζήτηση για κινεζικά προϊόντα έχει οδηγήσει το εμπορικό έλλειμμα ΕΕ-Κίνας περίπου στο 1 δισ. ευρώ ημερησίως, σύμφωνα με την Επιτροπή. Οι Βρυξέλλες επιχειρούν να αντιμετωπίσουν τόσο την ανισορροπία όσο και τις πρακτικές κινεζικού ντάμπινγκ, με συνομιλίες να βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και επίσημη επίσκεψη στο Πεκίνο να έχει προγραμματιστεί για τον Οκτώβριο.

Κοινά πρότυπα ή επιστροφή της παραγωγής

Μια συμφωνία για κοινά κλιματικά πρότυπα όπως αναφέρει το Euronews θα μπορούσε, σύμφωνα με την ανάλυση, να αποδειχθεί αποτελεσματικότερη από τον έλεγχο της περιεκτικότητας σε άνθρακα κάθε εισαγόμενου προϊόντος στα ευρωπαϊκά σύνορα. Μια άλλη επιλογή θα ήταν η ενίσχυση της επαναφοράς παραγωγικών δραστηριοτήτων στην Ευρώπη.

Ωστόσο, το reshoring δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με κλιματικό όφελος. Εάν η νέα παραγωγή στην Ευρώπη εξακολουθεί να βασίζεται σε ενεργοβόρες και ανθρακικά εντατικές διαδικασίες, τότε οι εκπομπές απλώς μεταφέρονται από μία γεωγραφική περιοχή σε άλλη, χωρίς να περιορίζονται ουσιαστικά.

Η ΕΕ έχει ήδη αρχίσει να αντιμετωπίζει τις λεγόμενες εισαγόμενες εκπομπές μέσω του Μηχανισμού Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), ο οποίος επιβάλλει κόστος άνθρακα σε συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων που εισάγονται στην ευρωπαϊκή αγορά.

Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός κανονισμός κατά της αποψίλωσης, ο οποίος αναμένεται να τεθεί σε ισχύ στις 30 Δεκεμβρίου 2027, προβλέπει απαγορεύσεις στις εισαγωγές προϊόντων όπως βοοειδή, κακάο, καφές, φοινικέλαιο, καουτσούκ, σόγια και ξυλεία, όταν η παραγωγή τους συνδέεται με αποψίλωση ή υποβάθμιση δασικών εκτάσεων.

Όπως τονίζουν το ECF και η Matière, εργαλεία όπως ο CBAM και ο κανονισμός για την αποψίλωση μπορούν να συμβάλουν στην ενσωμάτωση του ανθρακικού κόστους στο εμπόριο. Ωστόσο, δεν θεωρούνται από μόνα τους αρκετά για να αντιμετωπίσουν το συνολικό πρόβλημα, γι’ αυτό και απαιτείται ευρύτερη συνεργασία με τους βασικούς εμπορικούς εταίρους.

Μέχρι σήμερα καμία χώρα δεν έχει υιοθετήσει επίσημο στόχο για τη μείωση των εισαγόμενων εκπομπών άνθρακα. Ωστόσο, η Γαλλία, η Δανία και οι Κάτω Χώρες έχουν αρχίσει να εξετάζουν πολιτικές προς αυτή την κατεύθυνση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για ένα νέο πεδίο στην ευρωπαϊκή και εθνική κλιματική στρατηγική.

Διαβάστε ακόμη 

Η «κατάρα των 30»: Πώς είναι να κλείνεις τα 30 το 2026; 

Γιατί ο υποτιμημένος χαλκός γίνεται το νέο πολύτιμο μέταλλο 

ΔΕΗ: Μοντέλο Κωτσόβολος στη Ρουμανία με το βλέμμα στη Flanco 

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ