Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Στο Μέγαρο Μαξίμου μεταφέρεται πλέον το οικονομικό πρόβλημα της ελληνικής ακτοπλοΐας, καθώς η εκτίναξη των τιμών των καυσίμων απειλεί να προσθέσει έως και 400 εκατ. ευρώ στον ετήσιο λογαριασμό των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων. Πριν το πόλεμο στην Μέση Ανατολή το ετήσιο κόστος καυσίμων κυμαινόταν στα 400 εκατ.

Όποτε η επιπλέον επιβάρυνση θα το εκτοξεύσει έως τα 800 εκατομμύρια, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 80% του εκτιμώμενου συνολικού κύκλου εργασιών των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων. Με τον συνολικό τζίρο του κλάδου να υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, η κυβέρνηση εξετάζει σενάρια οικονομικής στήριξης που θα μπορούσαν να καλύψουν έως το 70% της πρόσθετης ενεργειακής επιβάρυνσης, προκειμένου να αποφευχθούν αυξήσεις στα εισιτήρια και περιορισμοί των δρομολογίων κατά τη χειμερινή περίοδο.

Το ύψος της πιθανής παρέμβασης είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας της κατάστασης. Εάν η πρόσθετη δαπάνη καυσίμων φτάσει τα 400 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση, η κάλυψη κατά 70% θα αντιστοιχούσε σε κρατική χρηματοδότηση 280 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για υπολογιστικό σενάριο και όχι για εγκεκριμένο ποσό, καθώς οι κυβερνητικές συζητήσεις βρίσκονται ακόμη στο στάδιο διερεύνησης των διαθέσιμων επιλογών.

Σύμφωνα με πληροφορίες από την ακτοπλοϊκή αγορά, ο Σύνδεσμος Επιχειρήσεων Επιβατηγού Ναυτιλίας (ΣΕΕΝ) έχει ήδη ενημερώσει τόσο τον υπουργό Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής Βασίλη Κικίλια όσο και τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη για τις οικονομικές επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης στις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις. Η ενημέρωση των δύο κυβερνητικών στελεχών αποτυπώνει την ανάγκη αντιμετώπισης του προβλήματος πέρα από τις αρμοδιότητες του υπουργείου Ναυτιλίας, καθώς οποιαδήποτε ουσιαστική παρέμβαση προϋποθέτει αποφάσεις για τη χρηματοδότηση και τον τρόπο εφαρμογής των μέτρων.

Η τελική μορφή ενός τέτοιου μηχανισμού θα εξαρτηθεί από τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, τη διάρκεια εφαρμογής και τις δυνατότητες που προβλέπει το ευρωπαϊκό καθεστώς κρατικών ενισχύσεων. Παράλληλα, μεταξύ των επιλογών που εξετάζονται περιλαμβάνονται ελαφρύνσεις στα λιμενικά τέλη και άλλες παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να περιορίσουν τις λειτουργικές δαπάνες των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων.

Το ζήτημα έχει ήδη τεθεί στο ανώτατο κυβερνητικό επίπεδο, με τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη να προαναγγέλλει από τις Βρυξέλλες ότι η ακτοπλοΐα θα απασχολήσει την κυβέρνηση το επόμενο διάστημα. «Θα μας απασχολήσει το επόμενο διάστημα το τι θα κάνουμε με την ελληνική ακτοπλοΐα», δήλωσε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι τιμές των εισιτηρίων έχουν διατηρηθεί σταθερές μέχρι και τον Οκτώβριο.

Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε ειδικότερα στην ανάγκη προστασίας των νησιωτών από τις ανατιμήσεις των καυσίμων, τονίζοντας: «Θέλω να είμαι σίγουρος ότι δεν θα επιβαρυνθούν οι νησιώτες μας με αυξήσεις στα εισιτήρια, ως αποτέλεσμα του αυξημένου κόστους του ντίζελ που χρησιμοποιούν τα καράβια μας».

Με τις δηλώσεις αυτές ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναγνώρισε δημόσια την ανάγκη αντιμετώπισης των πιέσεων στην ακτοπλοΐα, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύσει συγκεκριμένα μέτρα, το ύψος μιας πιθανής ενίσχυσης ή το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής της. Οι αποφάσεις αναμένεται να απασχολήσουν το κυβερνητικό επιτελείο και τον υπουργό Ναυτιλίας Βασίλη Κικίλια, μετά την ολοκλήρωση των επίσημων επισκέψεών του στην Κορέα, την Ιαπωνία και την Κίνα.

Η οικονομική πίεση που δέχονται οι εταιρείες γίνεται εμφανής από τα στοιχεία που έχει παρουσιάσει ο ΣΕΕΝ. Στη γραμμή Ραφήνα–Μύκονος, η δαπάνη καυσίμων για ένα δρομολόγιο αυξήθηκε από τις 19.000 στις 40.000 ευρώ. Η διαφορά των 21.000 ευρώ αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 110%, η οποία επιβαρύνει άμεσα το λειτουργικό αποτέλεσμα του πλοίου.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η επιβάρυνση στη σύνδεση Πειραιάς–Ρόδος, μέσω Πάτμου, Λέρου και Κω, όπου το κόστος καυσίμων διπλασιάστηκε, από τις 100.000 στις 200.000 ευρώ ανά δρομολόγιο. Τα συγκεκριμένα παραδείγματα εξηγούν γιατί οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις θεωρούν ότι η αύξηση των λειτουργικών δαπανών δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με εσωτερικές προσαρμογές.

Η αναλογία αυτή αναδεικνύει την έκταση της οικονομικής πίεσης, καθώς πέρα από τα καύσιμα οι εταιρείες καλούνται να καλύψουν τη μισθοδοσία των πληρωμάτων, τις συντηρήσεις, τα ασφάλιστρα, τις λιμενικές επιβαρύνσεις και τις χρηματοοικονομικές τους υποχρεώσεις.

Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο καθώς η ακτοπλοΐα εισέρχεται στη χειμερινή περίοδο, όταν η επιβατική κίνηση περιορίζεται σημαντικά, χωρίς να μειώνονται αντίστοιχα οι βασικές λειτουργικές ανάγκες των πλοίων. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ορισμένες μικρότερες εταιρείες αντιμετωπίζουν ήδη λειτουργικές ζημιές ακόμη και σε γραμμές που κατά τη θερινή περίοδο παρουσιάζουν υψηλή εμπορική κίνηση.

Η διατήρηση των εισιτηρίων σε σταθερά επίπεδα κατά το 2025 και το μεγαλύτερο μέρος του 2026 έχει περιορίσει τη δυνατότητα μετακύλισης του αυξημένου κόστους στους επιβάτες. Ωστόσο, μια γενικευμένη αναπροσαρμογή των ναύλων θα επιβάρυνε άμεσα τους κατοίκους των νησιών, τις μεταφορές εμπορευμάτων και τις τοπικές οικονομίες.

Η κυβέρνηση καλείται συνεπώς να αντιμετωπίσει δύο αλληλένδετα ζητήματα: τη διατήρηση της οικονομικής βιωσιμότητας των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων και την προστασία των επιβατών από νέες ανατιμήσεις.

Πέρα από την άμεση διαχείριση της ενεργειακής κρίσης, οι υψηλές τιμές των καυσίμων δημιουργούν πρόσθετα εμπόδια στην ανανέωση του ελληνικού ακτοπλοϊκού στόλου.

Οι εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με την ανάγκη επενδύσεων σε νεότερα και ενεργειακά αποδοτικότερα πλοία, σε μια περίοδο κατά την οποία οι περιβαλλοντικές απαιτήσεις αυξάνονται και το κόστος ναυπήγησης παραμένει υψηλό.

Η απορρόφηση σημαντικού μέρους των εσόδων από τις καθημερινές λειτουργικές δαπάνες περιορίζει τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων επενδύσεων, ενώ εντείνει τον προβληματισμό για την πορεία του κλάδου κατά το 2027.

Εάν οι τιμές των καυσίμων παραμείνουν στα σημερινά υψηλά επίπεδα, οι επιχειρήσεις θα χρειαστεί να επανεξετάσουν τον οικονομικό προγραμματισμό τους, ιδιαίτερα σε γραμμές όπου η ζήτηση δεν επαρκεί για την κάλυψη του αυξημένου κόστους. Για τα μικρότερα νησιά, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να έχει άμεσες συνέπειες στη συχνότητα των συνδέσεων με την ηπειρωτική Ελλάδα και στα μεγαλύτερα νησιωτικά κέντρα.

Το επόμενο βήμα είναι να αποσαφηνιστεί εάν η κυβέρνηση θα προχωρήσει σε άμεση οικονομική ενίσχυση, σε συνδυασμό μέτρων περιορισμού του λειτουργικού κόστους ή σε διαφορετικό μηχανισμό στήριξης.

Η χρονική παράμετρος είναι κρίσιμη, καθώς οι ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις καταρτίζουν τον χειμερινό προγραμματισμό τους με δεδομένα σημαντικά υψηλότερου κόστους. Τα χειμερινά πλάνα ανοίγουν από την 1η Νοεμβρίου 2026.

Το ζητούμενο είναι να διατηρηθούν οι ακτοπλοϊκές συνδέσεις χωρίς να μεταφερθεί το σύνολο της επιβάρυνσης στους επιβάτες, αλλά και χωρίς να συσσωρευθούν ζημιές που θα υπονομεύσουν τη δυνατότητα των εταιρειών να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη δραστηριότητά τους. Για τη νησιωτική Ελλάδα, η έκβαση αυτών των συζητήσεων θα καθορίσει όχι μόνο το κόστος των μετακινήσεων, αλλά και τη συχνότητα με την οποία θα εξυπηρετούνται οι νησιωτικές γραμμές τους επόμενους μήνες.