Ναυτιλία

Οι κινεζικές επενδύσεις σε λιμάνια της Μεσογείου και της Ευρώπης

  • Μηνάς Τσαμόπουλος



To γεωπολιτικό παιχνίδι, οι ευρωπαϊκές χώρες που καλοδέχτηκαν τις επενδύσεις λόγω της κρίσης και ο συνεχώς αυξανόμενος ρόλος της Κίνας στον παγκόσμιο χάρτη

Oι δεσμοί που δημιουργεί τα τελευταία χρόνια η Κίνα με την Ευρώπη αποτελούν μέρος μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής που στοχεύει στην αύξηση της κινεζικής επιρροής στις εμπορικές οδούς προς τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη τόσο μέσω θαλάσσης όσο και μέσω ξηράς.

Οι κινεζικές επενδύσεις σε ευρωπαϊκούς λιμενικούς τερματικούς σταθμούς (terminals) τα τελευταία δέκα χρόνια αντιπροσωπεύουν αξιόλογα ποσοστά της μετοχικής σύνθεσης.

Η αύξηση αυτών των επενδύσεων είναι μέρος της παγκόσμιας στρατηγικής ανάπτυξης υποδομών «Πρωτοβουλία μιας Ζώνης και ενός Δρόμου» (Belt and Road Initiative – BRI) που υιοθέτησε η κινεζική κυβέρνηση το 2013 επενδύοντας σε σχεδόν 70 κράτη και διεθνείς οργανισμούς. Η κούρσα των κινεζικών επενδύσεων στην Ευρώπη έχει αρχίσει από τη δεκαετία του ’90 με την απελευθέρωση της κινεζικής οικονομίας και ακόμα πιο έντονα το 2000. Ενδεικτικό παράδειγμα η επενδυτική πρόταση για τον σταθμό εμπορευματοκιβωτίων του λιμανιού του Πειραιά η οποία ολοκληρώθηκε την 1η Ιουνίου του 2010.

Οι συγκεκριμένες επενδύσεις εντάσσονται στο οικονομικό και γεωπολιτικό σχέδιο για τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο της Κίνας στον παγκόσμιο χάρτη και προέρχονται από τις κινεζικές εταιρείες COSCO Shipping Ports, China Merchants Port Holdings (CM Port) και Qingdao Port International Development (QPI). Οι δύο πρώτες επιχειρήσεις ενεργούν υπό την επίβλεψη της κρατικής επιτροπής εποπτείας και διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων του Κρατικού Συμβουλίου της Κίνας (SASAC), που είναι και ο μεγαλύτερος μέτοχός τους.

«Με αυτό τον τρόπο γίνεται πιο εύκολο για την Κίνα να επενδύει και συνεπώς να αναπτύσσεται, γιατί η COSCO και η CM Port έχουν το πλεονέκτημα να δανείζονται με χαμηλό επιτόκιο από τις κρατικές κινεζικές τράπεζες και να εκμεταλλεύονται πολλές προσφορές που τους παρουσιάζονται. Από τη μεριά της Ευρώπης, λόγω της οικονομικής κρίσης, πολλές οικονομίες κρατών-μελών καλωσόρισαν τις κινεζικές επενδύσεις, τις οποίες είχαν και έχουν ανάγκη», επισημαίνεται στην έρευνα που πραγματοποίησε η εταιρεία οικονομικών συμβούλων σε θέματα ναυτιλίας XRTC για το «business stories», και συνεχίζει:

«Την περίοδο της ευρωπαϊκής κρίσης οι επενδυτικές ροές ήταν ισχνές, με αποτέλεσμα κάθε επένδυση να χαρακτηρίζεται ασπίδα σωτηρίας για πολλές επιχειρήσεις αλλά και λιμενικούς οργανισμούς που είχαν ανάγκη να ολοκληρώσουν τα επενδυτικά τους προγράμματα εκσυγχρονισμού για να αντιμετωπίσουν τον διογκωμένο ανταγωνισμό στον κλάδο. Αντιθέτως, στην παρούσα φάση η ρευστότητα της αγοράς ενισχύει τις επενδύσεις σε οποιονδήποτε χώρο της τροφοδοτικής αλυσίδας, και ειδικά των λιμένων, και γι’ αυτό τον λόγο η επέκταση των σχεδίων των Κινέζων επενδυτών συνεχίζεται με αυξητικούς ρυθμούς, εκμεταλλευόμενοι την ηγετική θέση όπου βρίσκονται πλέον στην παγκόσμια αγορά».

Σύμφωνα με την έρευνα, οι εν λόγω εταιρείες έχουν μέχρι σήμερα επενδύσει σε 17 λιμάνια στη Μεσόγειο και την Ευρώπη. Μετά την Ελλάδα και τον Πειραιά, οι Κινέζοι, ιδιαίτερα η COSCO, εξαπλώνονται τόσο στη Μεσόγειο, φτάνοντας μέχρι το Suez Canal Container Terminal, όσο και στη Δυτική Ευρώπη, και συγκεκριμένα στην Ισπανία, στα λιμάνια της Βαλένθια και του Μπιλμπάο, αλλά και στα διαμετακομιστικά κέντρα της Μαδρίτης και της Σαραγόσα.

«Με τον τρόπο αυτό καταφέρνουν να συμμετέχουν στη μετοχική σύνθεση με αξιόλογα ποσοστά συμμετοχών των ανωτέρω τερματικών σταθμών στην Ευρώπη, ενώ παράλληλα έχουν κάνει σημαντικές επενδύσεις και στις χερσαίες υποδομές αποκτώντας έναν ολιστικό ρόλο στην τροφοδοτική αλυσίδα της Ευρώπης. Είναι αξιοσημείωτο ότι η παραγωγή και η τεχνολογία εξοπλισμού και μηχανημάτων λιμενικών εγκαταστάσεων στην Κίνα είναι πλέον ανταγωνιστικές αυτών που παράγονται τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική, γεγονός που δίνει τη δυνατότητα στους μεγάλους κινεζικούς ομίλους να υλοποιήσουν άμεσα τα επενδυτικά τους προγράμματα που συνυπογράφουν, εάν και εφόσον οι συνθήκες στο κράτος στο οποίο επενδύουν είναι ευοίωνες», τονίζεται στην έκθεση από τους αναλυτές της XRTC.

«Η απόφαση αποδοχής ή απόρριψης των επενδύσεων ή του ελέγχου αυτών των κρίσιμων λιμενικών εγκαταστάσεων παραμένει σε εθνικό επίπεδο, ενώ υπάρχει έλλειψη μιας γενικής πολιτικής σε επίπεδο Ε.Ε. για τους λιμένες. Μόλις πρόσφατα κατατέθηκε πρόταση για Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις ξένες επιδοτήσεις που στρεβλώνουν την εσωτερική αγορά. Ενας τέτοιος Κανονισμός πιθανόν να βοηθήσει στην εξομάλυνση των στρεβλώσεων που έχουν διαπιστωθεί σε πολλές περιπτώσεις ξένων επενδύσεων στις λιμενικές εγκαταστάσεις της Ευρώπης, αλλά και στο να προστατευτεί η ίδια η λιμενική ευρωπαϊκή βιομηχανία από ποικίλες παρεμβάσεις σε διεθνές, ευρωπαϊκό ή και εθνικό επίπεδο», επισημαίνει ο κ. Γιώργος Ξηραδάκης, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της XRTC, ο οποίος προσθέτει με νόημα:

«Θέλω να επισημάνω ότι η εγρήγορση των λιμενικών επενδύσεων είναι αναγκαία από τη στιγμή που ο διεθνής χάρτης μεταφορών προς και από την Ευρώπη έχει αλλάξει αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες με αυξανόμενους ρυθμούς εισαγωγών από την Ανατολή έναντι αυτών από τη Δύση. Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κράτη είναι τόσο μεγάλος που οποιεσδήποτε καθυστερήσεις στην υλοποίηση της επένδυσης με υπαιτιότητα του κράτους μπορεί να ματαιώσουν την επένδυση προς όφελος ενός άλλου όμορου κράτους».

Η Ελλάδα

«Ναι μεν η Ελλάδα βρίσκεται σε κομβικό σημείο και αποτελεί ιδανική επιλογή για τη διαμετακόμιση εμπορευματοκιβωτίων από την Ασία, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν έχει ανταγωνιστές άλλα λιμάνια της Μεσογείου, κυρίως ιταλικά και βαλκανικά», δηλώνει στο «b.s.» ο κ. Ξηραδάκης, και συνεχίζει:

«Τα ελληνικά λιμάνια δεν έχουν αξιοποιήσει το πλεονέκτημα της επιλογής από μεγάλους παίκτες μεταφοράς των εμπορευματοκιβωτίων, αφού οι επενδύσεις σε κέντρα διαμετακόμισης είναι ισχνές ή πολύ μικρές. Η παρουσία των μεγάλων εταιρειών στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ωθεί επενδύσεις στον μεταποιητικό τομέα που ακόμη υπολειτουργεί στη χώρα λόγω αδυναμίας επιτάχυνσης των επιχειρηματικών σχεδίων και εν τέλει των ίδιων των επενδύσεων».

Στην έρευνα γίνεται ανάλυση των κινεζικών εταιρειών που επενδύουν σε λιμάνια από την κυρία Κατερίνα Φίτσιου, τραπεζικό και οικονομική αναλύτρια.

COSCO Shipping Ports

Η COSCO Shipping Ports Limited είναι θυγατρική εταιρεία της COSCO Shipping, η οποία είναι η μεγαλύτερη ναυτιλιακή εταιρεία στον κόσμο, η τρίτη μεγαλύτερη εταιρεία μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και ο πέμπτος μεγαλύτερος φορέας εκμετάλλευσης σταθμών εμπορευματοκιβωτίων. Η COSCO Shipping Ports Limited είναι μία εκ των μεγαλύτερων διαχειριστριών λιμένων στον κόσμο και το χαρτοφυλάκιο τερματικών σταθμών της καλύπτει τις πέντε κύριες λιμενικές περιοχές στην ηπειρωτική Κίνα, στη Νοτιοανατολική Ασία, στη Μέση Ανατολή, στην Ευρώπη, στη Νότια Αμερική και τη Μεσόγειο. Σύμφωνα με το ετήσιο δελτίο της εταιρείας, στις 31 Δεκεμβρίου του 2020 η COSCO Shipping Ports λειτούργησε και διαχειρίστηκε 357 τερματικούς σταθμούς σε 36 λιμάνια παγκοσμίως, εκ των οποίων 210 προορίζονταν για εμπορευματοκιβώτια, με ετήσια ικανότητα χειρισμού περίπου 124 εκατομμύρια TEU.

Στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο θάλασσα, η COSCO Shipping Ports έχει πολλές σημαντικές συμμετοχές, με μεγαλύτερη αυτή στον τερματικό σταθμό του Πειραιά όσον αφορά το ποσοστό συμμετοχής. Το λιμάνι του Πειραιά βρίσκεται πλέον στην τέταρτη θέση ως προς το μεταφορικό του έργο, μετά τα λιμάνια του Ρότερνταμ, της Αμβέρσας και του Αμβούργου. Στα δύο πρώτα έχει επίσης επενδύσει η COSCO Shipping Ports. Ιδίως στο λιμάνι του Ρότερνταμ η συμμετοχή του ομίλου έχει εξαιρετική σημασία αφού αφορά έναν από τους πιο προηγμένους στον κόσμο τερματικούς σταθμούς, τον Euromax (35%).

Στο Βέλγιο, τα λιμάνια Ζέιμπρουγκα και Aμβέρσας, στα οποία η COSCO έχει συμμετοχή σε terminals (85% στο CSP Zeebrugge Terminal και 20% στο Antwerp Gateway), ήρθαν σε συμφωνία για τη συγχώνευσή τους τον περασμένο Φεβρουάριο. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, η συμφωνία σηματοδοτεί την έναρξη της ενοποίησης των διαδικασιών στα δύο λιμάνια, η οποία θα χρειαστεί έναν χρόνο για να ολοκληρωθεί.

Επιπλέον, οι επενδύσεις του ομίλου στη Μεσόγειο επεκτείνονται σε Ισπανία, Τουρκία και Ιταλία. Στην Ιταλία η COSCO Shipping Ports το 2016 σύναψε συμφωνία με τη Vado Holding BV προχωρώντας στην κατασκευή και λειτουργία ενός νέου τερματικού Σ.ΕΜΠΟ. στο λιμάνι Βάντο Λιγκούρε. Το 50% του τερματικού σταθμού ανήκει στη Maersk AMP Terminals, το 40% στην COSCO Shipping Ports και το 10% στο Qingdao Port International Development.

Οσον αφορά τα κέρδη, έχει παρατηρηθεί ότι μετά την έναρξη της συνεργασίας Κίνας – Ιταλίας τα κέρδη της Vado Holding έχουν αυξηθεί κατά 16%. Επίσης, η συνεργασία αυτή βοήθησε και στη βελτίωση της αλυσίδας εφοδιασμού στη Βόρεια Ιταλία, στην Ελβετία και τη Νότια Γερμανία. Τέλος, ο λιμένας Βάντο Λιγκούρε δεν θα λειτουργήσει μόνο ως νέα πύλη για την Κεντρική και τη Νότια Ευρώπη, αλλά και ως κανάλι για την ενίσχυση των εμπορικών σχέσεων της περιοχής με την Αφρική, ενώ θα ενισχυθεί και η συνεργασία με τις κινεζικές επιχειρήσεις.

Η Ισπανία είναι μια χώρα η οποία δέχεται σημαντικές κινεζικές επενδύσεις από το 2008. Αν και το ύψος τους μέχρι το 2016 ήταν χαμηλό, τον Ιούνιο του 2017 η COSCO Shipping Limited αγόρασε τον ισπανικό όμιλο Noatum Ports. Η Noatum Ports είναι ένας διαχειριστής ναυτιλιακών τερματικών στην Ισπανία με συμφέροντα στο Μπιλμπάο (Noatum Container Terminal Bilbao), το οποίο ονομάζεται πια CSB Iberian Bilbao Terminal, και τη Βαλένθια (Noatum Container Terminal Valencia), το οποίο ονομάζεται Iberian Valencia. Από τότε έχει σημειωθεί αλματώδης αύξηση στην κυκλοφορία του λιμένα της Βαλένθια.

Το Kumport Terminal, το μεγαλύτερο ιδιωτικό λιμάνι στον κόλπο του Μαρμαρά στην Τουρκία, εξαγοράστηκε το 2015 από τις China Merchants/COSCO και το κρατικό κινεζικό fund China Investment Corp. Η κοινοπραξία της COSCO (40%), σε συνεργασία με την China Merchants Group (40%) και το κρατικό επενδυτικό ταμείο της Κίνας China Investment Corp. (20%), εξαγόρασε το 64,5% της εταιρείας συμμετοχών Fina Liman, μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της οποίας είναι το λιμάνι Kumport, αντί 918,8 εκατ. δολαρίων. Το εναπομείναν 35,5% της Fina Liman ανήκει στην Turkac, συμφερόντων του State General Reserve Fund του σουλτανάτου του Ομάν. Ακόμη, το Suez Canal Container Terminal στην Αίγυπτο άνοιξε το 2004 και από το 2007 διαχειρίζεται από την κοινοπραξία APM Terminals (55%), COSCO (20%), Suez Canal Authority (10,3%) και National Bank of Egypt (5%).

Με εξαίρεση τα Euromax Rotterdam και Antwerp Gateway, η κινεζική εταιρεία αγοράζει κυρίως τερματικούς σταθμούς σε μεσαίου μεγέθους λιμάνια με στόχο να τα μετατρέψει σε μεγάλα όπως συνέβη με τον Πειραιά.

China Merchants Port Holdings (κάτοχος του 49% της Terminal Link SAS)

H Terminal Link SAS είναι μια εταιρεία διαχείρισης λιμανιών που ιδρύθηκε το 2001 ως θυγατρική του γαλλικού ομίλου CMA CGM. Ο όμιλος CMA CGM, που ιδρύθηκε και διοικείται από τον κ. Ζακ Ρ. Σααντέ, με στόλο 553 πλοίων, βρίσκεται, όπως και η COSCO, στην τρίτη θέση της κατάταξης των εταιρειών μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων όσον αφορά τη συνολική χωρητικότητα των πλοίων της.

Τον Ιούνιο του 2013 η CMA CGM πούλησε το 49% των μετοχών που κατείχε στην Terminal Link SAS στην China Merchants Port Holdings. Αυτή η συμφωνία έδωσε στον κινεζικό φορέα εκμετάλλευσης πρόσβαση σε 14 τερματικούς σταθμούς, τρεις από τους οποίους στην Αφρική: Eurogate Tangier στο λιμάνι της Ταγγέρης (μέρος της CM Port 19,6%), Somaport στο λιμάνι της Καζαμπλάνκα (48,75%) και Terra στο λιμάνι του Αμπιτζάν (12,25%).

Τον Δεκέμβριο του 2019 η CMA CGM πούλησε το ποσοστό συμμετοχής της σε άλλους δέκα τερματικούς σταθμούς στην Terminal Link SAS αντί 968 εκατ. δολαρίων. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της, η Terminal Link SAS έχει ιδιοκτησιακό ποσοστό σε 21 τερματικούς σταθμούς σε όλο τον κόσμο και μέσω αυτής η China Merchants Port επεκτείνεται σε 26 χώρες.

Η Terminal Link SAS συμμετέχει στην κοινοπραξία ιδιοκτησίας του λιμανιού της Θεσσαλονίκης. Το αρχικό επενδυτικό σχήμα, που ονομάζεται South Europe Gateway Thessaloniki (SEGT), συγκροτούνταν από τρεις μετόχους: το γερμανικό επενδυτικό κεφάλαιο Deutsche Invest Equity Partners (DIEP), το οποίο κατέχει το 47%, την Terminal Link SAS (33%) και την Belterra Investments, συμφερόντων Ιβάν Σαββίδη (20%).

Τον φετινό Φεβρουάριο ανακοινώθηκε η συμφωνία της Belterra Investments για την απόκτηση του 70% των μετοχών που κατέχει η Helanor του ομίλου DIEP στην εταιρεία Melbery, σημαντικό έμμεσο μέτοχο στον Οργανισμό Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ). Οπως διευκρινίζεται στην ανακοίνωση, η συμφωνία πραγματοποιήθηκε χωρίς μεταβίβαση μετοχών μετά την έγκριση της Επιτροπής Ανταγωνισμού στις 23 Μαρτίου. Η Belterra Investments Ltd. κατέστη ο μοναδικός μέτοχος της Melbery (κατέχει το 100% των μετοχών της), καθώς και ο μεγαλομέτοχος της SEGT με άμεσο ποσοστό 66,67%.

Διαβάστε ακόμη

Κατώτατος μισθός στην τελική ευθεία – Οι θέσεις των κοινωνικών εταίρων

Μύκονος: Nτόμινο ακυρώσεων και προβληματισμός μετά το αιφνιδιαστικό lockdown

Οικογένεια Ασημακόπουλου: Το success story των Inventor και η πώληση στον κολοσσό Beijer Re