Ενα στοίχημα που ξεπερνά τα όρια της Star Bulk και αφορά τη δυνατότητα της Αθήνας να αποκτήσει, για πρώτη φορά, μια πραγματική χρηματιστηριακή αγορά ναυτιλιακών εταιρειών περιγράφει ο Πέτρος Παππάς, διευθύνων σύμβουλος της Star Bulk Carriers Corp. μιλώντας στο «business stories», με αφορμή την παράλληλη εισαγωγή της εταιρείας στη Euronext Athens. Η είσοδος στην Αθήνα, ωστόσο, δεν γίνεται επειδή η Star Bulk χρειάζεται κεφάλαια. Στις 30 Ιουνίου 2026 διέθετε περίπου 565 εκατ. δολάρια σε μετρητά, με τον καθαρό δανεισμό της να αντιστοιχεί μόλις στο 10% περίπου της συνολικής αξίας της εταιρείας και να έχει μειωθεί κατά 72% ανά πλοίο σε σχέση με το 2021. Παρά την ισχυρή αυτή θέση, η εταιρεία προχωρεί στην έκδοση 4,25 εκατ. νέων μετοχών, με στόχο την άντληση 100 εκατ. ευρώ. Η επιλογή είναι συνειδητή: χωρίς νέα έκδοση, όπως εξηγεί ο ίδιος, η διασπορά των μετοχών στην Αθήνα θα ήταν περιορισμένη και η συναλλακτική δραστηριότητα σχεδόν ανύπαρκτη.
Τα 100 εκατ., επομένως, δεν αποτελούν τον βασικό λόγο της κίνησης. Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί από την πρώτη ημέρα ελληνική μετοχική βάση και να αποκτήσει σταδιακά η μετοχή ουσιαστική παρουσία στη Euronext Athens. Ο Πέτρος Παππάς κρατά μάλιστα χαμηλά τον πήχη ως προς τους όγκους συναλλαγών, αναγνωρίζοντας ότι τα περίπου $35 εκατ. ημερήσιων συναλλαγών που πραγματοποιεί η Star Bulk στον Nasdaq δεν μπορούν να συγκριθούν, τουλάχιστον σήμερα, με τα δεδομένα της Αθήνας.
Πίσω όμως από την εταιρική απόφαση βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο στοίχημα. Ο επικεφαλής της Star Bulk βλέπει στην Αθήνα τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ένα μοντέλο αντίστοιχο με εκείνο που δημιούργησε η Euronext στο Οσλο, όπου περισσότερες από 50 ναυτιλιακές εταιρείες έχουν συγκροτήσει ένα ολόκληρο χρηματιστηριακό οικοσύστημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, την τελευταία πενταετία οι εταιρείες του ευρύτερου ναυτιλιακού κλάδου έχουν αντλήσει εκεί περισσότερα από $5 δισ. μέσω μετοχικών εκδόσεων και περίπου $17 δισ. μέσω ομολόγων.
ΜΗΝΑΣ ΤΣΑΜΟΠΟΥΛΟΣ: Κύριε Παππά, τι σας οδήγησε στην απόφαση για την παράλληλη εισαγωγή της Star Bulk στη Euronext Athens και τι θέλετε να σηματοδοτήσει αυτή η κίνηση;
ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΣ: Η Star Bulk συμπληρώνει φέτος 20 χρόνια ζωής. Η εταιρεία ιδρύθηκε το 2006 και όταν εισήχθη στον Nasdaq το 2007, ο στόλος μας αριθμούσε οκτώ πλοία. Σήμερα διαχειριζόμαστε 145 πλοία, συνολικής μεταφορικής ικανότητας 14,4 εκατ. τόνων. Η αξία της εταιρείας μας αποτιμάται στον Nasdaq στα 3,5 δισ. δολάρια, γεγονός που μας καθιστά τη μεγαλύτερη εισηγμένη εταιρεία ξηρού φορτίου στην αμερικανική κεφαλαιαγορά και σύντομα και στην Ευρώπη, καθώς και την τρίτη μεγαλύτερη παγκοσμίως, μετά την Cosco και τη ΝΥΚ. Ολη αυτή η πορεία χτίστηκε από την Ελλάδα, από ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εδώ. Ηταν, λοιπόν, μια αντίφαση ότι ο Ελληνας επενδυτής δεν είχε τη δυνατότητα να συμμετάσχει σε αυτή την αναπτυξιακή διαδρομή. Η παράλληλη εισαγωγή μας στη Euronext Athens έρχεται να ξεπεράσει αυτήν την αντίφαση – γεφυρώνει αυτό το κενό.
Η κίνησή μας αυτή θέλουμε να σηματοδοτήσει δύο πράγματα. Πρώτον, ότι μια ελληνική ναυτιλιακή εταιρεία διεθνούς εμβέλειας μπορεί να στέκεται ταυτόχρονα τόσο στη Νέα Υόρκη όσο και στην Αθήνα, με υψηλή διαφάνεια και εταιρική διακυβέρνηση. Δεύτερον, ότι η ελληνική κεφαλαιαγορά έχει το βάθος, την ωριμότητα και την αξιοπιστία να φιλοξενήσει τον σημαντικότερο κλάδο της ελληνικής οικονομίας.
Μ.ΤΣ.: Στο τέλος του πρώτου εξαμήνου, η Star Bulk διέθετε 565 εκατ. δολάρια σε ταμειακά διαθέσιμα. Είναι σωστό, επομένως, ότι η εταιρεία δεν έρχεται στην Αθήνα για να αντλήσει κεφάλαια από ανάγκη; Αποκλείεται σε αυτή τη φάση η έκδοση νέων μετοχών;
Π.Π.: Η αφετηρία σας είναι σωστή, το συμπέρασμα όμως χρειάζεται μια διευκρίνιση. Πράγματι, στις 30 Ιουνίου 2026 διαθέταμε περίπου 565 εκατ. δολάρια σε ταμειακά διαθέσιμα. Ο καθαρός μας δανεισμός, δηλαδή τα δάνεια μείον τα μετρητά, αντιστοιχεί σε περίπου 10% της συνολικής αξίας της εταιρείας, ενώ ανά πλοίο έχει υποχωρήσει κατά 72% από το 2021. Δεν ερχόμαστε, επομένως, στην Αθήνα από ανάγκη. Ερχόμαστε όμως με πραγματική έκδοση νέων μετοχών. Προχωρούμε σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου 4,25 εκατ. νέων μετοχών, με στόχο την άντληση 100 εκατ. ευρώ. Και το κάνουμε συνειδητά. Μια παράλληλη εισαγωγή χωρίς αύξηση μετοχικού κεφαλαίου θα άφηνε ελάχιστες μετοχές διαθέσιμες προς διαπραγμάτευση στην Αθήνα και, άρα, σχεδόν μηδενική συναλλακτική δραστηριότητα.
Θέλω πάντως να είμαι ειλικρινής ως προς τα μεγέθη. Η μετοχή πραγματοποιεί καθημερινά συναλλαγές ύψους 35 εκατ. δολαρίων στον Nasdaq. Tέτοιο όγκο συναλλαγών δεν περιμένουμε να δούμε στην Ελλάδα. Αυτό που επιδιώκουμε είναι να στηρίξουμε την αγορά της Euronext Athens, ώστε σταδιακά να αποκτήσει και εδώ η μετοχή μας ουσιαστική συναλλακτική δραστηριότητα. Τα κεφάλαια που θα αντλήσουμε θα μας δώσουν πρόσθετη ευελιξία για μελλοντικές επενδυτικές κινήσεις, κυρίως όμως θα δημιουργήσουν μια ελληνική μετοχική βάση από την πρώτη ημέρα.
Μ.ΤΣ.: Ποιος είναι ο πραγματικός στόχος της εισαγωγής; Πρόκειται μόνο για μία επιχειρηματική επιλογή της Star Bulk ή και για ένα ευρύτερο στοίχημα να αποκτήσει η Αθήνα τη δική της ναυτιλιακή αγορά;
Π.Π.: Η απόφασή μας βασίζεται σε μία απολύτως ισχυρή επιχειρηματική λογική. Πρόσβαση στην ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά, διεύρυνση και διαφοροποίηση της μετοχικής μας βάσης, διαπραγμάτευση σε δεύτερη ζώνη ώρας, προοπτική ένταξης σε νέους χρηματιστηριακούς δείκτες. Πέρα όμως από τα οφέλη, αντιλαμβανόμαστε καθαρά ότι γίνεται μια ευρύτερη εθνική προσπάθεια από την πολιτεία και τη Euronext, ώστε η ελληνική ναυτιλία να αποκτήσει ουσιαστική παρουσία στην Αθήνα. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που η Euronext έχει ήδη πετύχει στο Οσλο. Δημιούργησε εκεί ένα ολόκληρο «ναυτιλιακό οικοσύστημα», το οποίο έχει προσελκύσει περισσότερες από 50 ναυτιλιακές εταιρείες και έχει διαμορφώσει ένα επενδυτικό κοινό, θεσμικών και ιδιωτών, που γνωρίζει τον κλάδο. Εκτιμώ ότι την τελευταία πενταετία έχουν αντληθεί στο Οσλο, μόνο από εταιρείες του ευρύτερου ναυτιλιακού κλάδου, κεφάλαια άνω των 5 δισ. δολαρίων και έχουν εκδοθεί ομόλογα 17 δισ. δολαρίων.
Αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, ότι αν το ίδιο εγχείρημα στεφθεί με επιτυχία και στην ελληνική αγορά, τα οφέλη θα είναι πολλαπλά. Για την εθνική οικονομία, γιατί η κεφαλαιαγορά αποκτά βάθος και μπορεί να προσελκύσει διεθνή κεφάλαια. Για τις ίδιες τις ναυτιλιακές εταιρείες, γιατί αποκτούν μια δεύτερη, ευρωπαϊκή πηγή χρηματοδότησης. Και για το ελληνικό επενδυτικό κοινό, που για πρώτη φορά θα μπορεί να τοποθετηθεί σε έναν κλάδο-πυλώνα της οικονομίας. Επιλέξαμε, λοιπόν, όχι μόνο να συμμετάσχουμε σε αυτή την προσπάθεια, αλλά να βρεθούμε στην πρώτη γραμμή της και να συμβάλλουμε ενεργά στην επιτυχία της.
Μ.ΤΣ.: Γιατί αποφασίσατε να κάνετε αυτό το βήμα τώρα;
Π.Π.: Για τρεις λόγους. Πρώτον, γιατί το κάνουμε από επιλογή και όχι από ανάγκη. Στο πρώτο εξάμηνο του 2026 τα καθαρά μας κέρδη υπερέβησαν τα 200 εκατ. δολάρια, ο ισολογισμός μας είναι από τους ισχυρότερους του κλάδου και ο στόλος μας από τους πλέον σύγχρονους.
Δεύτερον, γιατί οι προοπτικές της αγοράς ξηρού φορτίου παραμένουν ευνοϊκές. Ο στόλος που ναυπηγείται παγκοσμίως παραμένει σε αρκετά χαμηλό επίπεδο σε σύγκριση με άλλους κλάδους της ναυτιλίας, δηλαδή τα νεότευκτα φορτηγά πλοία που θα βγουν στην αγορά τα επόμενα χρόνια είναι σχετικά λίγα. Ταυτόχρονα, η ζήτηση για μεταφορά ξηρού φορτίου αυξάνεται με υγιείς ρυθμούς, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις δημιουργούν στρεβλώσεις στις εμπορικές διαδρομές που μειώνουν τον διαθέσιμο χρόνο των πλοίων στην αγορά.
Και τρίτον, γιατί η ελληνική αγορά έχει αλλάξει. Η ένταξή της στον όμιλο Euronext την τοποθετεί σε ένα δίκτυο οκτώ ευρωπαϊκών χρηματιστηρίων, με περισσότερες από 1.800 εισηγμένες εταιρείες και μια ενιαία πλατφόρμα συναλλαγών που δίνει πρόσβαση στην ελληνική αγορά από όλη την Ευρώπη. Η συγκυρία, λοιπόν, είναι σπάνια και θα θέλαμε να είμαστε παρόντες.
Μ.ΤΣ.: Η Ελλάδα αποτελεί παγκόσμια δύναμη στη ναυτιλία, αλλά ο κλάδος έχει ελάχιστη παρουσία στο ελληνικό χρηματιστήριο. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, δεν κατάφερε μέχρι σήμερα η Αθήνα να συνδεθεί ουσιαστικά με τη μεγαλύτερη επιχειρηματική δύναμη της χώρας;
Π.Π.: Δεν είναι θέμα βούλησης, είναι θέμα ιστορίας και υποδομής. Η ναυτιλία είναι ένας κλάδος έντασης κεφαλαίου, χρειάζεται πολλά χρήματα, απαιτεί σημαντικό κεφάλαιο, λειτουργεί με δολάρια και χαρακτηρίζεται από έντονους κύκλους ανόδου και ύφεσης. Οταν, πριν από δύο δεκαετίες, οι ελληνικές εταιρείες αναζήτησαν κεφάλαια, στράφηκαν στην αμερικανική αγορά, όπου υπήρχε ρευστότητα. Επιπλέον, το θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα δεν είχε ακόμη εναρμονιστεί με τις ιδιαιτερότητες της ναυτιλίας. Οταν αυτό συνέβη, είχε ήδη δημιουργηθεί ένα ναυτιλιακό οικοσύστημα στη Νέα Υόρκη και ένα στο Οσλο, με αποτέλεσμα η μία εταιρεία να ακολουθεί την άλλη. Στη συνέχεια ήρθε η οικονομική κρίση που περιόρισε αν όχι μηδένισε, τη ρευστότητα στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά.
Ετσι, η Αθήνα βρέθηκε χωρίς το απαιτούμενο μέγεθος και την εξειδίκευση σε επενδυτές και αναλυτές που θα μπορούσε να προσελκύσει τη ναυτιλία. Προσθέστε ότι οι περισσότερες ελληνικές ναυτιλιακές επιχειρήσεις παραμένουν οικογενειακές και δεν είχαν προφανή λόγο να αναλάβουν το ρίσκο να βγουν μπροστά και να ανοίξουν μια νέα αγορά. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας φαύλος κύκλος γιατί δεν υπήρχαν εισηγμένες ναυτιλιακές, άρα δεν αναπτυσσόταν τεχνογνωσία, άρα δεν έρχονταν νέες εταιρείες προς εισαγωγή. Κάποια στιγμή, αυτός ο κύκλος έπρεπε να σπάσει. Ελπίζουμε η δική μας εισαγωγή να είναι η αρχή μιας νέας πορείας στη σχέση της ναυτιλίας-κεφαλαιαγοράς.
Μ.ΤΣ.: Τι θα πετύχει στην πράξη η Star Bulk από τη δεύτερη εισαγωγή; Προσδοκάτε διεύρυνση της ευρωπαϊκής επενδυτικής βάσης, μεγαλύτερη χρηματιστηριακή προβολή ή ακόμη και καλύτερη αποτίμηση της εταιρείας;
Π.Π.: Και τα τρία, με διαφορετικό βαθμό βεβαιότητας το καθένα. Η διεύρυνση της επενδυτικής βάσης είναι το πιο άμεσο και απτό όφελος: αποκτούμε πρόσβαση σε ευρωπαϊκά θεσμικά χαρτοφυλάκια και σε ιδιώτες επενδυτές που μέχρι σήμερα δεν είχαν πρόσβαση σε εμάς.
Υπάρχουν θεσμικοί επενδυτές στην Ευρώπη που τοποθετούνται αποκλειστικά σε ευρωπαϊκές αγορές ή μόνο σε μετοχές που διαπραγματεύονται σε ευρώ. Υπάρχουν επίσης ιδιώτες που είτε δεν έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν μετοχές στο εξωτερικό, είτε δεν επιθυμούν να αναλάβουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο μιας μετοχής σε δολάριο. Από εδώ και πέρα όμως θα μπορούν να συμμετέχουν στην πορεία μας. Η ενίσχυση της προβολής μας είναι επίσης δεδομένη. Ο αριθμός των μεγάλων εισηγμένων ναυτιλιακών εταιρειών στην Ευρώπη παραμένει σχετικά περιορισμένος, οπότε αποκτούμε μια σαφώς διαφοροποιημένη θέση και μεγαλύτερη ορατότητα στην επενδυτική κοινότητα.
Ως προς την αποτίμηση, θα ήμουν πιο συγκρατημένος. Η αποτίμηση είναι αποτέλεσμα της αγοράς, όχι της διοίκησης. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι η μεγαλύτερη ρευστότητα, η ευρύτερη μετοχική βάση και η συστηματικότερη κάλυψη από τμήματα ανάλυσης ιστορικά βοηθούν στη δικαιότερη αποτίμηση των εταιρειών.
Εμείς, από την πλευρά μας, ελέγχουμε τα θεμελιώδη μεγέθη της εταιρείας. Διαθέτουμε μακράν το χαμηλότερο λειτουργικό κόστος στον κλάδο μας και διανέμουμε μέρισμα κάθε τρίμηνο, αδιάλειπτα, εδώ και περισσότερα από τέσσερα χρόνια. Απομένει στους επενδυτές να κρίνουν και να αποτιμήσουν ορθά αυτή την πολιτική.
Μ.ΤΣ.: Εχετε συζητήσει αυτή την προοπτική με άλλους Ελληνες πλοιοκτήτες που διαθέτουν εισηγμένες εταιρείες στη Wall Street; Πιστεύετε ότι θα υπάρξουν σύντομα και άλλες παράλληλες εισαγωγές και πόσες εταιρείες χρειάζονται για να δημιουργηθεί κρίσιμη μάζα;
Π.Π.: Εχουμε συζητήσει με παράγοντες της αγοράς και διαπιστώνουμε ότι υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι ο κλάδος παρακολουθεί στενά αυτήν την κίνηση και ότι η επιτυχία ή η αποτυχία της θα αποτελέσει σημείο αναφοράς. Γι’ αυτό και αισθανόμαστε μια ευθύνη ως οι πρώτοι που επιχειρούν εισαγωγή με αυτή τη δομή, με άντληση κεφαλαίων.
Ως προς την κρίσιμη μάζα, η εκτίμησή μου είναι ότι χρειάζονται τουλάχιστον πέντε έως δέκα εταιρείες με ουσιαστική διασπορά και αξιόλογο μέγεθος. Τόσες ώστε να δικαιολογείται η δημιουργία ενός κλαδικού δείκτη ναυτιλίας στην ελληνική αγορά, να έχει νόημα για έναν διεθνή διαχειριστή κεφαλαίων να έρθει στην Αθήνα αναζητώντας τοποθετήσεις στη ναυτιλία και να συμφέρει μια τράπεζα να διατηρεί εξειδικευμένο αναλυτή. Κάτω από αυτό το όριο μιλάμε για μεμονωμένες εισαγωγές. Πάνω από αυτό, μιλάμε για αγορά.
Μ.ΤΣ.: Πώς θα θέλατε να είναι η ναυτιλιακή αγορά της Αθήνας σε πέντε χρόνια; Και τι πρέπει να κάνουν η Euronext, οι τράπεζες, οι χρηματιστηριακές εταιρείες και η πολιτεία ώστε η προσπάθεια να μη σταματήσει σε δύο ή τρεις παράλληλες εισαγωγές;
Π.Π.: Σε πέντε χρόνια η Αθήνα θα μπορούσε να έχει το δικό της ναυτιλιακό οικοσύστημα, ήτοι έναν κλαδικό δείκτη με πραγματική αξία/βαρύτητα, αναλυτές που καλύπτουν συστηματικά τις εταιρείες, ξένους και Ελληνες θεσμικούς επενδυτές που γνωρίζουν τον κλάδο και ιδιώτες επενδυτές εξοικειωμένους με την κυκλικότητα της ναυτιλίας. Για να το πετύχουμε, απαιτείται συνεργασία τεσσάρων πλευρών:
■ Η Euronext να αξιοποιήσει το πανευρωπαϊκό της δίκτυο, να προβάλει την ελληνική αγορά στο εξωτερικό και να αναπτύξει τους κατάλληλους δείκτες και επενδυτικά εργαλεία.
■ Οι τράπεζες και οι ανάδοχοι να φέρουν τις κατάλληλες ναυτιλιακές εταιρείες στην ελληνική αγορά, και οι χρηματιστηριακές εταιρείες να επενδύσουν σε ουσιαστική ανάλυση του κλάδου και των εταιρειών.
■ Η Πολιτεία να διατηρήσει ένα σταθερό, προβλέψιμο και διεθνώς ανταγωνιστικό θεσμικό πλαίσιο. Η ναυτιλία είναι βασικός πυλώνας της εθνικής μας οικονομίας και η σταθερότητα του πλαισίου μετράει γι’ αυτήν περισσότερο από οποιοδήποτε κίνητρο και, τέλος,
■ οι ίδιες οι ναυτιλιακές εταιρείες να ευθυγραμμιστούν με σύγχρονα πρότυπα λειτουργίας και εταιρικής διακυβέρνησης όπως απαιτεί μια ρυθμιζόμενη χρηματιστηριακή αγορά. Αν όλοι συνεισφέρουμε, είμαι σίγουρος ότι σε λίγα χρόνια δεν θα μιλάμε για δυο-τρεις εισαγωγές, αλλά για έναν πραγματικό πανευρωπαϊκό ναυτιλιακό κόμβο με επίκεντρο την Αθήνα, με πολλαπλά οφέλη, ευκαιρίες και προοπτικές για όλους.
Διαβάστε ακόμη
Στεγαστικό πακέτο 2027: Φθηνά δάνεια, ανοιχτά σπίτια και ακριβότερη «πόρτα» για τους ξένους
Η ποινή της Σαντορίνης: Πώς η ΑΙ αλλάζει τον χάρτη του τουρισμού
METLEN: Συστήνει holding υποδομών που θα εισαχθεί στο Χρηματιστήριο
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
