Την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «ανάχωμα» σε μία μελλοντική κρίση εστίασαν οι κ. κ. Δημήτρης Παπαλεξόπουλος (πρόεδρος του ΣΕΒ), Βασίλης Ψάλτης (CEO της Alpha Bank) και Μάρκος Βερέμης (εταίρος της Big Pi Ventures) από τους Δελφούς.

«Για να διαπιστώσουμε εάν η χώρα έχει αλλάξει παραγωγικό μοντέλο δεν έχουμε παρά να πάμε σε ένα σχολείο. Εάν στην ερώτηση ‘τι θέλετε να γίνετε όταν μεγαλώσετε’ οκτώ στους 10 μαθητές απαντήσουν επιχειρηματίες, τότε είμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση. Εάν το ίδιο ποσοστό απαντήσει ιδιοκτήτης καφέ, τότε η προσπάθεια πρέπει να συνεχιστεί».

Με το παράδειγμα αυτό οι συμμετέχοντες στο πάνελ των Δελφών, κ. κ. Δημήτρης Παπαλεξόπουλος (πρόεδρος του ΣΕΒ), Βασίλης Ψάλτης (CEO της Alpha Bank) και Μάρκος Βερέμης (εταίρος της Big Pi Ventures), υπογράμμισαν την ανάγκη η Ελλάδα να περάσει σε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ανάχωμα σε μία μελλοντική κρίση.

«Η αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου δεν είναι αυτοσκοπός. Έχει στόχο να μπορέσει η κοινωνία να βρεθεί σε ένα καλύτερο σημείο. Να δημιουργήσουμε περισσότερες, μόνιμες και ποιοτικές θέσεις εργασίας, να ενισχύσουμε την ευημερία και να αυξήσουμε την εξωστρέφεια, η οποία είναι σημαντική επειδή μας εκθέτει στον ανταγωνισμό, και μόνο αυτό θα μας κάνει καλύτερους», υπογράμμισε ο κ. Ψάλτης, σημειώνοντας ότι παρά το γεγονός ότι σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο επικρατεί, σε μεγάλο βαθμό, συναντίληψη ως προς το ποιοι πρέπει να είναι οι κινητήρες της ελληνικής παραγωγικής μηχανής, δυστυχώς, απουσιάζει η τόλμη στην πλήρη εφαρμογή τους.

Ο CEO του Ομίλου της Alpha Bank ανέφερε ότι τη συζήτηση για το παραγωγικό μοντέλο άνοιξε η κρίση της περασμένης δεκαετίας, η οποία προκλήθηκε εξαιτίας της υπερχρέωσης της Ελληνικής Δημοκρατίας και
της δημιουργίας, στα μέσα της δεκαετίας του 2000, μίας επίπλαστης σύγκλισης με την Ε.Ε. Προσέθεσε δε ότι, παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια, «ο ενθουσιασμός που έχουμε οφείλεται στο ότι
έχουμε βρεθεί στο status quo ante. Δεν έχουμε καταφέρει κάτι ιδιαίτερο».

Εξήγησε, μάλιστα, ότι η δημοσιότητα που συγκεντρώνει το θέμα των εξαγορών ελληνικών επιχειρήσεων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην μία τομή στην ελληνική επιχειρηματικότητα. Συχνά συμβαίνει το αντίθετο, καθώς «σε πολλές περιπτώσεις μιλάμε για ώριμες εταιρίες που έρχεται κάποιος και εκμεταλλεύεται τη δεσπόζουσα θέση τους. Μα αν δεν προβεί σε κεφαλαιακές δαπάνες (CapEx), εάν αρχίσει σιγά-σιγά να συμπεριφέρεται στην επιχείρηση ως “cash cow” και φθάσει σε ένα σημείο που οι ξένοι μέτοχοι θα λαμβάνουν περισσότερα μερίσματα από τις εξαγωγές που θα κάνει η ίδια η εταιρεία, ποιο θα είναι το όφελος για την ελληνική οικονομία; Κανένα!».

Υπογραμμίζοντας ότι ουδείς μπορεί να επαναπαύεται στα θετικά βήματα των τελευταίων ετών, τόνισε ότι η χρονική συγκυρία προσφέρεται, καθώς υπάρχουν τρία σημαντικά θετικά στοιχεία: η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η σταθερότητα στην πολιτική ζωή της χώρας, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της
αξιοπιστίας της και η ευκαιρία αξιοποίησης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. «Αν όχι τώρα, πότε;», αναρωτήθηκε ο κ. Ψάλτης, προσθέτοντας πως, εάν σε αυτή τη συγκυρία η χώρα χάσει
την ευκαιρία μίας ουσιαστικής αλλαγής στο παραγωγικό της μοντέλο, τότε μία επόμενη κρίση είναι μάλλον αναπόφευκτη.

Επενδύσεις

Στα στοιχεία – ποσοτικά και ποιοτικά – των επενδύσεων εστίασε από την πλευρά του, ο κ. Παπαλεξόπουλος.
«Από το ναδίρ του 9% του ΑΕΠ έχουμε πάει στο 14% – 15% έναντι 22% – 23% του μέσου όρου της Ευρώπης. Το μείγμα δε, είναι μέτριο, με αρκετές κατοικίες, εξαγορές εταιρειών. Ποιοτικά βλέπουμε ότι το καλό όνομα της χώρας στο εξωτερικό έχει βελτιωθεί τρομερά, οι αποφάσεις για μεγάλες επενδύσεις, εξ άλλου, δεν λαμβάνονται από τη μία ημέρα στην άλλη, υπάρχει ένα pipeline επενδυτών. Το ερώτημα είναι εάν μπορούμε να κάνουμε το ‘άλμα’», σχολίασε.

Επικαλούμενος δε, τον ορισμό της ΕΕ, όπου μεγάλη εταιρεία είναι όποια έχει πάνω από 250 υπαλλήλους, κατά μέσο όρο στην Ευρώπη για μεγάλες εταιρείες δουλεύει το 35% των εργαζομένων. «Στην Ελλάδα αυτό το ποσοστό είναι 15%. Εάν θέλουμε υψηλή προστιθέμενη αξία, επένδυση σε καινοτομία, εξαγωγές χρειαζόμαστε τέτοιες μεγαλύτερες εταιρείες. Το φορολογικό μας σύστημα, όμως, είναι τιμωρητικό για οτιδήποτε μεγαλύτερο. Για να πάμε σε ένα καλύτερο μέλλον ενδεχομένως να χρειαστεί μία μεταβατική περίοδος που μπορεί να είναι και επώδυνη», κατέληξε.

Τεχνολογία

«Όταν γύρισα στην Ελλάδα το 2001 βρήκα μία οικονομία που ήταν μεταπρατική, με πολύ λίγες παραγωγικές εταιρείες που έκαναν εξαγωγές και το ‘καύσιμο’ ήταν ένας φθηνός δανεισμός, τον οποίο, όμως, στη συνέχεια πληρώσαμε πολύ ακριβά. Μετά την κρίση ήρθε η στιγμή της συνειδητοποίησης ότι το μοντέλο ήταν λανθασμένο, με την τεχνολογία να το αντιλαμβάνεται στο 100%», σημείωσε με τη σειρά του, ο κ. Βερέμης.

Έτσι, ενώ πριν από επτά, οκτώ χρόνια η Ελλάδα είχε σχεδόν μηδενικό τομέα τεχνολογίας με εξαγωγές αυτή τη στιγμή έχει περίπου 700 εταιρείες, εκ των οποίων 30 έχουν κεφαλαιοποιήσεις άνω των 300 εκατ. ευρώ, με το σύνολο να εμφανίζει κεφαλαιοποίηση 10 δισ. ευρώ. «Το νούμερο αυτό, εάν το δει κάποιος πόσο γρήγορα φτάσαμε, είναι ενθαρρυντικό. Σαν ποσοστό του ΑΕΠ, ωστόσο, είναι κάτω από 1,5%, όταν ο μέσος όρος του δυτικού κόσμου είναι πάνω από 8%», σχολίασε.

Όσον αφορά στη χρηματοδότηση, ο κ. Βερέμης σημείωσε πως πέραν του χρηματιστηρίου που έτσι κι αλλιώς είναι… βαρύ για τις εταιρείες τεχνολογίας, υπάρχει και το private equity. «Ο τομέας αντικατοπτρίζει το 0,4% του ΑΕΠ έναντι 3,5% στην Ευρώπη, ενώ η Αμερική είναι στο 6,5%», διαπίστωσε, ενώ αναφορικά με τα μεγάλα επενδυτικά funds ο ίδιος τόνισε πως «είναι διστακτικά να επενδύσουν στην Ελλάδα, έχουμε ακόμη θέμα φερεγγυότητας, επιλέγουν τα μη εμπορεύσιμα».

Διαβάστε ακόμη

Πότε και σε ποιους η εφορία θα «κλειδώνει» τον ΑΦΜ

iDNA Genomics: Η συμπόρευση με τη ΒΙΑΝΕΞ και το σχέδιο για εισαγωγή στον Nasdaq (pics + γραφήματα)

Πέτσας: Να επεκταθεί η υποχρεωτική ασφάλιση της κατοικίας έναντι των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ