search icon

Οικονομία

Eurobank: Πώς η πανδημία και η ακρίβεια άλλαξαν το λιανεμπόριο στην Ελλάδα (διαγράμματα + πίνακες)

Το νέο προφίλ του Έλληνα καταναλωτή - Αύξηση 40,6% στον τζίρο και μόλις 11% στον όγκο πωλήσεων από το 2019 - Οι τρεις φάσεις του λιανικού εμπορίου από το 2020 έως σήμερα

Οι εξελίξεις και οι τάσεις στο ελληνικό λιανικό εμπόριο από την πανδημία μέχρι σήμερα βρίσκονται στο επίκεντρο του νέου εβδομαδιαίου οικονομικού δελτίου της Eurobank.

Αναμφισβήτητα, αναφέρει η τράπεζα, η περίοδος από το 2020 μέχρι σήμερα χαρακτηρίστηκε από μια σειρά έντονων και διαδοχικών διαταραχών, οι οποίες επηρέασαν σημαντικά την ελληνική και την παγκόσμια οικονομία. Αφετηρία αποτέλεσε η πανδημία COVID-19 και η εφαρμογή μέτρων κοινωνικής αποστασιοποίησης για τον περιορισμό της εξάπλωσης του κορωνοϊού. Ακολούθησε το σταδιακό άνοιγμα των οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων οδηγώντας σε ισχυρή αποσυμπίεση της ζήτησης που είχε συσσωρευτεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας, είτε υπό τη μορφή ακούσιας είτε εκούσιας αποταμίευσης. Η εξέλιξη αυτή, σε συνδυασμό με τις υστερόχρονες επιπτώσεις της πανδημίας στην προσφορά αγαθών και, κυρίως, με τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη συνεπακόλουθη ενεργειακή κρίση, είχε ως αποτέλεσμα την απότομη άνοδο του πληθωρισμού σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Κατά την περίοδο μετά το ενεργειακό σοκ, το διεθνές οικονομικό περιβάλλον χαρακτηρίστηκε από γεωπολιτικές εντάσεις, αποκλιμακούμενες αλλά επίμονες πληθωριστικές πιέσεις, καθώς και από την άνοδο των δασμών και την όξυνση των εμπορικών εντάσεων διεθνώς. Στις εξελίξεις αυτές προστέθηκε, κατά τους τελευταίους πέντε μήνες, ένα νέο αρνητικό σοκ προσφοράς, το οποίο συνδέεται με την κρίση στον Περσικό Κόλπο και την αύξηση των τιμών της ενέργειας.

Εντός αυτού του πλαισίου συνεχών διαταραχών, στο παρόν τεύχος του δελτίου 7 Ημέρες Οικονομία η Eurobank παρουσιάζει τις εξελίξεις και τις τάσεις στον κλάδο του λιανικού εμπορίου της Ελλάδας από την πανδημία μέχρι σήμερα. Εξετάζει την πορεία δύο δεικτών: του δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου και του αντίστοιχου δείκτη κύκλου εργασιών. Ο πρώτος αποτυπώνει τον όγκο των πωλήσεων, αφαιρεί δηλαδή την επίδραση του πληθωρισμού από την αξία των πωλήσεων και απαντά στο ερώτημα του πόσο μεταβάλλεται η ποσότητα προϊόντων που αγοράζουν οι καταναλωτές. Ο δεύτερος δείχνει τον τζίρο των επιχειρήσεων, δηλαδή παρουσιάζει την αξία των πωλήσεων σε τρέχουσες τιμές και απαντά στο ερώτημα του πόσο μεταβάλλονται οι νομισματικές μονάδες που δαπανούν οι καταναλωτές (ονομαστική δαπάνη) για την αγορά προϊόντων. Η σύγκριση της πορείας των δύο δεικτών παρέχει, επομένως, πληροφορίες για την εξέλιξη των τιμών: όταν ο δείκτης κύκλου εργασιών αυξάνεται ταχύτερα από τον δείκτη όγκου, η μεταξύ τους απόκλιση αντανακλά αύξηση των τιμών, ενώ το αντίθετο ισχύει όταν ο δείκτης όγκου αυξάνεται ταχύτερα. Όταν οι δύο δείκτες μεταβάλλονται με τον ίδιο ρυθμό, το επίπεδο των τιμών παραμένει αμετάβλητο.

Παράλληλα με τα συνολικά μεγέθη, αντίστοιχη ανάλυση πραγματοποιείται για τις οκτώ βασικές κατηγορίες καταστημάτων λιανικού εμπορίου: μεγάλα καταστήματα τροφίμων (super markets), πολυκαταστήματα, καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων, τρόφιμα-ποτά-καπνός, φαρμακευτικά-καλλυντικά, ένδυση-υπόδηση, έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός και βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη.

Η εξέλιξη των δεικτών όγκου και κύκλου εργασιών λιανικού εμπορίου στην Ελλάδα δύναται να χωριστεί σε τρεις φάσεις. Η πρώτη περιλαμβάνει την περίοδο της πανδημίας, η δεύτερη τη μεταπανδημική απότομη ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και την επακόλουθη ενεργειακή κρίση λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, ενώ η τρίτη καλύπτει την τελευταία τριετία, κατά την οποία οι συνολικές πληθωριστικές πιέσεις αποκλιμακώθηκαν σημαντικά σε σύγκριση με τη διετία 2022-2023, παραμένοντας ωστόσο επίμονες, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών.

Πανδημία και περιοριστικά μέτρα

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας και των περιοριστικών μέτρων που εφαρμόστηκαν για την ανάσχεση της εξάπλωσης του κορωνοϊού, ο όγκος των λιανικών πωλήσεων, ακολουθώντας τη γενικότερη υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας, κατέγραψε σημαντικές απώλειες. Βάσει των εποχικά διορθωμένων μηνιαίων στοιχείων, μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2020 ο γενικός δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου μειώθηκε κατά 26,4%. Κατά τη δεύτερη περίοδο επιβολής αυστηρών περιοριστικών μέτρων, η υποχώρηση ήταν αισθητά ηπιότερη, καθώς μεταξύ Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 2020 ο δείκτης μειώθηκε κατά 13,0%. Η συγκριτικά μικρότερη πτώση κατά το δεύτερο lockdown αντανακλά, μεταξύ άλλων, τη σταδιακή προσαρμογή επιχειρήσεων και καταναλωτών στις νέες συνθήκες που δημιούργησε η πανδημία σε όρους παραγωγής, αγοράς και πώλησης προϊόντων. Επιπρόσθετα, κατά τη διάρκεια και των δύο lockdowns υιοθετήθηκαν εκτεταμένα δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα στήριξης της οικονομίας.

Η επίδραση της πανδημίας δεν ήταν ομοιόμορφη μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών του λιανικού εμπορίου. Οι σημαντικότερες απώλειες καταγράφηκαν σε κλάδους που επηρεάστηκαν άμεσα από την αναστολή ή τους περιορισμούς λειτουργίας των φυσικών καταστημάτων και αφορούν σε μεγαλύτερο βαθμό αγορές που μπορούσαν να αναβληθούν, όπως η ένδυση-υπόδηση, όπου ο όγκος των πωλήσεων μειώθηκε κατά 72,3% μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2020, τα καλλυντικά, καθώς και τα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακός εξοπλισμός και τα βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη, με απώλειες που ξεπέρασαν το 50% στο ίδιο διάστημα. Αντίθετα, οι κατηγορίες που καλύπτουν βασικές καταναλωτικές ανάγκες, όπως τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων, επέδειξαν ανθεκτικότητα, με τον όγκο των πωλήσεων να αυξάνεται κατά 16,5% τον Μάρτιο του 2020 σε σχέση με τον Φεβρουάριο, ενώ συνολικά κατά το πρώτο lockdown παρέμεινε κοντά στα προ πανδημίας επίπεδα.

Συνολικά, η πανδημία, πέραν των απότομων βραχυχρόνιων διακυμάνσεων της συνολικής δραστηριότητας, δημιούργησε νέες καταναλωτικές ανάγκες —ορισμένες από τις οποίες διατηρούνται μέχρι σήμερα— και οδήγησε σε σημαντική ανακατανομή της καταναλωτικής δαπάνης μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών αγαθών.

Μεταπανδημική ανάκαμψη και ενεργειακή κρίση

Με τη σταδιακή άρση των περιοριστικών μέτρων, η καταναλωτική δραστηριότητα ανέκαμψε με ταχείς ρυθμούς ωθώντας τον γενικό δείκτη όγκου λιανικού εμπορίου πάνω από τα προ πανδημίας επίπεδα. Μια εκ των βασικών πηγών χρηματοδότησης αυτών των δαπανών των νοικοκυριών ήταν οι συσσωρευμένες αποταμιεύσεις κατά τη διάρκεια της πανδημίας.

Τον Μάιο του 2021, ο γενικός δείκτης όγκου διαμορφώθηκε σε επίπεδο κατά 8,7% υψηλότερο σε σχέση με τον Φεβρουάριο του 2020. Η ανάκαμψη ήταν ακόμη εντονότερη σε επιμέρους κατηγορίες που είχαν πληγεί ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πανδημίας και στις οποίες εκδηλώθηκε ισχυρή μεταπανδημική ζήτηση. Ενδεικτικά, τον Μάιο του 2021 ο όγκος των πωλήσεων στην ένδυση-υπόδηση υπερέβαινε κατά 25,9% το επίπεδο του Φεβρουαρίου του 2020.

Η ισχυρή μεταπανδημική ανάκαμψη της ζήτησης, η οποία υποστηρίχθηκε και από τη διευκολυντική κατεύθυνση της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, σε συνδυασμό με τις παρατεταμένες επιπτώσεις της πανδημίας στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και στο διεθνές εμπόριο, συνέβαλε στην επιτάχυνση του πληθωρισμού προς τα τέλη του 2021. Στην Ελλάδα, ο αποπληθωριστής του κύκλου εργασιών στο λιανικό εμπόριο αυξήθηκε με ετήσιο ρυθμό 3,9% τον Δεκέμβριο του 2021, έναντι -1,9% τον αντίστοιχο μήνα του 2020. Ως εκ τούτου, η αρχική επιτάχυνση του πληθωρισμού αντανακλούσε, εν μέρει, και επίδραση βάσης, καθώς η σύγκριση γινόταν με μια περίοδο αρνητικού πληθωρισμού, ο οποίος είχε συνδεθεί με την έντονη συρρίκνωση της οικονομικής δραστηριότητας κατά το πρώτο έτος της πανδημίας.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η συνεπακόλουθη ενεργειακή κρίση μεγέθυναν κατά πολύ τις πληθωριστικές πιέσεις το 2022. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώθηκε στην απότομη απόκλιση ανάμεσα στον κύκλο εργασιών του λιανικού εμπορίου στην Ελλάδα και στον όγκο των πωλήσεων. Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις σε τρέχουσες τιμές ενισχύθηκαν κατά μέσο όρο 12,4% το 2022, ενώ ο όγκος κατά 3,4%. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών -όπως αυτές προσεγγίζονται από τους αντίστοιχους αποπληθωριστές- καταγράφηκαν στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (24,5%), στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων (10,6%) και στα τρόφιμα-ποτά-καπνός (9,7%). Επιπρόσθετα, οι κατηγορίες που συνδέονται με την κατανάλωση τροφίμων, δηλαδή τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων και τα τρόφιμα-ποτά-καπνός, κατέγραψαν μείωση στον όγκο των πωλήσεών τους κατά 2,6% και 1,8% αντίστοιχα.

Η απόκλιση μεταξύ των ρυθμών μεταβολής των ονομαστικών και των πραγματικών πωλήσεων διατηρήθηκε και το 2023. Ο συνολικός όγκος του λιανικού εμπορίου μειώθηκε κατά 3,3%, την ώρα που ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 3,8%, αντανακλώντας περαιτέρω άνοδο του αποπληθωριστή κατά 7,4%. Η εξέλιξη αυτή ήταν ιδιαίτερα εμφανής στα είδη διατροφής: στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων ο όγκος των πωλήσεων μειώθηκε κατά 3,1%, ενώ ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 8,1%, ενώ στην κατηγορία τρόφιμα-ποτά-καπνός ο όγκος αυξήθηκε κατά μόλις 1,9%, έναντι αύξησης του κύκλου εργασιών κατά 12,0%. Παράλληλα, μετά την ισχυρή μεταπανδημική ανάκαμψη, ο ρυθμός αύξησης του όγκου των πωλήσεων επιβραδύνθηκε στην ένδυση-υπόδηση και στα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακό εξοπλισμό, ενώ στα φαρμακευτικά-καλλυντικά καταγράφηκε υποχώρηση. Η εξασθένηση αυτή ενδέχεται να αντανακλά, μεταξύ άλλων, την εξομάλυνση της αυξημένης μεταπανδημικής ζήτησης και την κάλυψη μέρους των αναγκών που είχαν συσσωρευτεί κατά την περίοδο των περιοριστικών μέτρων, σε συνδυασμό με την επιβάρυνση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών από τον υψηλό πληθωρισμό.

Συνεπώς, κατά τη διετία 2022-2023, η άνοδος της αξίας των λιανικών πωλήσεων αντανακλούσε σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό την αύξηση των τιμών και λιγότερο την ενίσχυση των αγοραζόμενων ποσοτήτων.

Αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και σταδιακή ανάκαμψη του όγκου των πωλήσεων

Παρά την αποκλιμάκωση των πληθωριστικών πιέσεων το 2024 —με τον αποπληθωριστή του γενικού δείκτη λιανικού εμπορίου να αυξάνεται κατά 3,3%— ο όγκος των πωλήσεων υποχώρησε εκ νέου (-1,6%), αν και με ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Οι πραγματικές πωλήσεις ανέκαμψαν το 2025 (2,1%), τάση η οποία συνεχίστηκε και το πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2026 (3,5%). Με εξαίρεση τις κατηγορίες των καυσίμων και λιπαντικών αυτοκινήτων και της ένδυσης-υπόδησης, σε όλες τις υπόλοιπες καταγράφηκε άνοδος του όγκου των πωλήσεων.

Η τρέχουσα κρίση στον Περσικό Κόλπο, μέσω της ανόδου των τιμών της ενέργειας και της όξυνσης της αβεβαιότητας, δημιουργεί καθοδικούς κινδύνους για την εγχώρια οικονομική δραστηριότητα. Εντούτοις, τόσο ο όγκος των λιανικών πωλήσεων όσο και ο δείκτης εμπιστοσύνης στον συγκεκριμένο κλάδο παρουσιάζουν, τουλάχιστον προς το παρόν, ανθεκτικότητα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, σε έναν βαθμό, και με τη θετική πορεία της τουριστικής δραστηριότητας κατά την τρέχουσα περίοδο.

Τάσεις στο λιανικό εμπόριο από την πανδημία μέχρι σήμερα

Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η περίοδος από το 2020 μέχρι σήμερα χαρακτηρίστηκε από διαδοχικές διαταραχές, οι οποίες επηρέασαν, άλλοτε κυκλικά και άλλοτε δομικά, ήτοι πιο μόνιμα, την ελληνική και την παγκόσμια οικονομία. Στην περίπτωση του λιανικού εμπορίου στην Ελλάδα, πέραν των βραχυχρόνιων διακυμάνσεων, διακρίνονται ορισμένες σαφείς τάσεις κατά την τελευταία επταετία. Στο πεντάμηνο Ιανουαρίου-Μαΐου 2026, ο μέσος γενικός δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου ήταν κατά 11,0% υψηλότερος σε σύγκριση με το αντίστοιχο προ πανδημίας διάστημα του 2019, επίδοση σχετικά κοντά με την αντίστοιχη σωρευτική αύξηση του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ). Ωστόσο, λόγω της σημαντικής ανόδου του επιπέδου των τιμών που μεσολάβησε, η αξία των λιανικών πωλήσεων ήταν κατά 40,6% υψηλότερη σε σχέση με το πρώτο πεντάμηνο του 2019.

Η αύξηση του όγκου των λιανικών πωλήσεων σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο δεν ήταν, ωστόσο, ομοιόμορφη μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών καταστημάτων. Ιδιαίτερα ισχυρή άνοδος καταγράφηκε στα φαρμακευτικά-καλλυντικά (83,4%), στα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακό εξοπλισμό (39,5%) και στα βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη (38,4%). Στον αντίποδα, ο όγκος των πωλήσεων στην ένδυση-υπόδηση (0,5%) παρέμεινε ουσιαστικά κοντά στα προ πανδημίας επίπεδα, ενώ στα πολυκαταστήματα (-2,7%) και, κυρίως, στα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (-13,0%) ήταν χαμηλότερος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφορετική πορεία μεταξύ των επιμέρους καναλιών λιανικής πώλησης τροφίμων. Σε σύγκριση με το πρώτο πεντάμηνο του 2019, ο όγκος των πωλήσεων στα μεγάλα καταστήματα τροφίμων αυξήθηκε κατά 13,3%, έναντι μόλις 1,6% στην κατηγορία τρόφιμα-ποτά-καπνός. Δεδομένου ότι η σωρευτική αύξηση των τιμών ήταν παρόμοια στις δύο κατηγορίες, η απόκλιση αυτή παρέχει ενδείξεις μετατόπισης μέρους της καταναλωτικής δαπάνης προς τα μεγάλα καταστήματα τροφίμων έναντι των εξειδικευμένων καταστημάτων τροφίμων.

Οι σημαντικές αυτές αποκλίσεις αντανακλούν τόσο τις μεταβολές στις καταναλωτικές ανάγκες και συνήθειες που συντελέστηκαν στην πανδημία όσο και τη διαφορετική ένταση των ανατιμήσεων μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών αγαθών. Ως προς το πρώτο, η πανδημία ενίσχυσε τη ζήτηση για ορισμένα προϊόντα που συνδέονται με την υγεία, την προσωπική φροντίδα και τη διαβίωση στο σπίτι, ενώ μέρος των μεταβολών αυτών φαίνεται να έχει αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Ως προς το δεύτερο, η ισχυρή πραγματική ανάπτυξη στα φαρμακευτικά-καλλυντικά και στα έπιπλα-ηλεκτρικά είδη-οικιακό εξοπλισμό συνοδεύτηκε από σχετικά περιορισμένη σωρευτική αύξηση των τιμών, κατά 8,2% και 4,0%, αντίστοιχα. Αντίθετα, σε κατηγορίες όπου οι ανατιμήσεις ήταν ιδιαίτερα έντονες, η εξέλιξη του όγκου των πωλήσεων ήταν σαφώς ασθενέστερη. Στα τρόφιμα-ποτά-καπνό, για παράδειγμα, η αξία των πωλήσεων αυξήθηκε κατά 35,6% σε σχέση με το 2019, ενώ ο όγκος κατά μόλις 1,6%, με τον αποπληθωριστή να καταγράφει σωρευτική άνοδο 33,5%. Παρόμοια εικόνα παρουσιάζει η ένδυση-υπόδηση, όπου ο κύκλος εργασιών αυξήθηκε κατά 25,1% και οι τιμές κατά 24,4%, ενώ ο όγκος των πωλήσεων παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητος (0,5%). Τέλος, ιδιαίτερη περίπτωση αποτελούν τα καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων, όπου, παρά την αύξηση της αξίας των πωλήσεων κατά 5,8% έναντι του 2019, ο όγκος υποχώρησε κατά 13,0%, ενώ οι τιμές αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 21,7%.

Συνολικά, παρά τις διαδοχικές διαταραχές της τελευταίας επταετίας, το λιανικό εμπόριο στην Ελλάδα επέδειξε ανθεκτικότητα παρόμοια με εκείνη του πραγματικού ΑΕΠ, με τον όγκο των πωλήσεων να βρίσκεται πλέον κατά 11,0% υψηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα. Ωστόσο, η πολύ ισχυρότερη αύξηση της αξίας των πωλήσεων (40,6%) καταδεικνύει τη σημαντική σωρευτική επίδραση των ανατιμήσεων. Παράλληλα, πίσω από τη συνολική εικόνα παρατηρούνται έντονες διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιμέρους κατηγοριών, οι οποίες υποδηλώνουν μεταβολές όχι μόνο στο επίπεδο αλλά και στη σύνθεση της κατανάλωσης. Η διατήρηση της πρόσφατης ανάκαμψης των πραγματικών πωλήσεων θα εξαρτηθεί, μεταξύ άλλων, από την πορεία του διαθέσιμου εισοδήματος των εγχώριων νοικοκυριών, της ζήτησης από την αλλοδαπή και των τιμών, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και νέων πιέσεων στις διεθνείς τιμές της ενέργειας.

Διαβάστε επίσης

Ο καλύτερος μήνας όλων των εποχών για το «Ελ. Βενιζέλος» – Οι τοπ εθνικότητες στην «καρδιά» του καλοκαιριού

Intralot-Evoke: Στην τελική ευθεία το deal μετά το «πράσινο φως» των μετόχων

Η αγορά ακινήτων στο τέλος του 2026, οι προοπτικές και οι προβληματισμοί (πίνακας)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ

Exit mobile version