Τη δυνατότητα να αποχωρήσουν από την εργασία τους πριν από τη συμπλήρωση του 67ου έτους, ακόμη και σε ηλικίες κάτω των 62 ετών, αξιοποιούν χιλιάδες ασφαλισμένοι, κάνοντας χρήση ειδικών διατάξεων της ασφαλιστικής νομοθεσίας. Η επιλογή της πρόωρης συνταξιοδότησης κερδίζει έδαφος, καθώς για πολλούς αποτελεί λύση οικονομικής ασφάλειας, ενώ για άλλους ανοίγει τον δρόμο για την παράλληλη είσπραξη σύνταξης και εισοδήματος από εργασία.
Οι λόγοι που οδηγούν τους ασφαλισμένους στην ταχύτερη έξοδο από την αγορά εργασίας είναι κυρίως δύο. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η ανάγκη εξασφάλισης ενός σταθερού μηνιαίου εισοδήματος μέσω της σύνταξης, ιδιαίτερα για όσους επιθυμούν να περιορίσουν την οικονομική αβεβαιότητα. Από την άλλη, αρκετοί επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν νωρίτερα, γνωρίζοντας ότι μπορούν να συνεχίσουν ή να επιστρέψουν στην απασχόληση ως εργαζόμενοι συνταξιούχοι, συνδυάζοντας έτσι δύο πηγές εισοδήματος, τον μισθό και τη σύνταξη.
Στους παράγοντες αυτούς προστίθεται και το σχετικά περιορισμένο οικονομικό κόστος της πρόωρης αποχώρησης. Το προβλεπόμενο πέναλτι δεν εφαρμόζεται στο σύνολο της σύνταξης, αλλά αποκλειστικά στο τμήμα της εθνικής σύνταξης, αφήνοντας ανεπηρέαστη την ανταποδοτική, η οποία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του συνολικού ποσού για πολλούς ασφαλισμένους.
Πώς υπολογίζεται το πέναλτι της πρόωρης συνταξιοδότησης
Η μείωση που επιβάλλεται σε όσους επιλέγουν τη μειωμένη σύνταξη εξαρτάται από τον χρόνο που υπολείπεται μέχρι τη συμπλήρωση του γενικού ορίου ηλικίας πλήρους συνταξιοδότησης, δηλαδή του 67ου έτους.
Για κάθε έτος που απομένει έως τα 67, η εθνική σύνταξη μειώνεται κατά 5%, ενώ το ανώτατο ποσοστό περικοπής διαμορφώνεται στο 30%, όταν η αποχώρηση πραγματοποιείται πέντε ή περισσότερα χρόνια πριν από το συγκεκριμένο ηλικιακό όριο.
Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι η συγκεκριμένη ποινή δεν επηρεάζει την ανταποδοτική σύνταξη, η οποία υπολογίζεται με βάση τις συντάξιμες αποδοχές και τα έτη ασφάλισης. Επομένως, η συνολική διαφορά μεταξύ πλήρους και μειωμένης σύνταξης είναι μικρότερη από εκείνη που θα προέκυπτε εάν η περικοπή εφαρμοζόταν στο σύνολο των συνταξιοδοτικών αποδοχών.
Δημόσιο: Πόση σύνταξη παίρνουν όσοι αποχωρούν στα 62
Στον δημόσιο τομέα, τα ποσά που μπορούν να εξασφαλίσουν οι ασφαλισμένοι με πρόωρη αποχώρηση διαφοροποιούνται ανάλογα με την εκπαιδευτική κατηγορία, τις συντάξιμες αποδοχές και τα χρόνια ασφάλισης.
Για τους υπαλλήλους Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (Π.Ε.), με 35 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 2.275 ευρώ, η πλήρης σύνταξη στα 67 έτη διαμορφώνεται στα 1.296 ευρώ, ενώ η μειωμένη σύνταξη στα 62 περιορίζεται στα 1.162 ευρώ.
Στην ίδια κατηγορία, για ασφαλισμένο με 34 έτη ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 2.095 ευρώ, η μειωμένη σύνταξη ανέρχεται στα 1.042 ευρώ.
Αντίστοιχα, για τους υπαλλήλους Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (Τ.Ε.), με 35 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμο μισθό 2.145 ευρώ, το ποσό της πλήρους σύνταξης φτάνει τα 1.247 ευρώ. Εφόσον ο ασφαλισμένος επιλέξει τη μειωμένη σύνταξη, με την εφαρμογή της ανώτατης περικοπής 30% στην εθνική σύνταξη, το ποσό διαμορφώνεται στα 1.113 ευρώ.
Τα παραδείγματα αποτυπώνουν τη διαφορά που προκύπτει από την εφαρμογή της μείωσης μόνο στο εθνικό τμήμα της σύνταξης, χωρίς αντίστοιχη περικοπή στο ανταποδοτικό ποσό.
Ιδιωτικός τομέας: Τα ποσά για 30 έως 36 χρόνια ασφάλισης
Για τους εργαζομένους που είναι ασφαλισμένοι σε ταμεία μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, το τελικό ποσό της μειωμένης σύνταξης συνδέεται άμεσα με τα χρόνια ασφάλισης και το ύψος των μέσων συντάξιμων αποδοχών.
Στην περίπτωση ασφαλισμένου με 30 χρόνια ασφάλισης και μέσες συντάξιμες αποδοχές 1.710 ευρώ, η μειωμένη σύνταξη υπολογίζεται στα 764 ευρώ μικτά. Εάν ο χρόνος ασφάλισης αυξηθεί στα 31 έτη, το ποσό ανεβαίνει στα 798 ευρώ.
Για χαμηλότερες συντάξιμες αποδοχές, ύψους 1.454 ευρώ, η μειωμένη σύνταξη περιορίζεται στα 696 ευρώ με 30 έτη ασφάλισης, ενώ με 31 έτη διαμορφώνεται στα 725 ευρώ.
Με περισσότερα χρόνια ασφάλισης, οι συνταξιοδοτικές αποδοχές αυξάνονται. Ειδικότερα, ασφαλισμένος με 33 έτη ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 1.806 ευρώ μπορεί να λάβει μειωμένη σύνταξη 896 ευρώ, ενώ με 34 χρόνια το ποσό φτάνει τα 942 ευρώ.
Εάν οι μέσες συντάξιμες αποδοχές ανέρχονται στα 1.512 ευρώ, τα αντίστοιχα ποσά διαμορφώνονται σε 801 ευρώ για 33 έτη και 839 ευρώ για 34 έτη ασφάλισης.
Ακόμη υψηλότερες είναι οι συντάξεις για όσους έχουν συμπληρώσει 35 ή 36 χρόνια εργασίας. Με 35 έτη ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 2.225 ευρώ, η μειωμένη σύνταξη στα 62 έτη φτάνει τα 1.143 ευρώ, ενώ η πλήρης σύνταξη στα 67 διαμορφώνεται στα 1.277 ευρώ μικτά.
Στην περίπτωση συμπλήρωσης 36 ετών ασφάλισης, η μειωμένη σύνταξη ανέρχεται στα 1.199 ευρώ, ενώ η πλήρης αυξάνεται στα 1.333 ευρώ.
Τα συγκεκριμένα παραδείγματα αναδεικνύουν τη σημασία τόσο του ασφαλιστικού χρόνου όσο και του ύψους των αποδοχών στον τελικό υπολογισμό της σύνταξης, καθώς ακόμη και ένα επιπλέον έτος ασφάλισης μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερο μηνιαίο ποσό.
Ποιοι μπορούν να συνταξιοδοτηθούν στα 62 χωρίς πέναλτι
Πέρα από τις περιπτώσεις μειωμένης συνταξιοδότησης, η ασφαλιστική νομοθεσία προβλέπει ειδικές κατηγορίες ασφαλισμένων που μπορούν να αποχωρήσουν από την εργασία τους στα 62 έτη, ή ακόμη και νωρίτερα όπου το επιτρέπουν οι σχετικές προϋποθέσεις, χωρίς να υποστούν περικοπή λόγω πρόωρης εξόδου.
Στις περιπτώσεις αυτές περιλαμβάνονται οι ακόλουθες κατηγορίες:
- Δημόσιο – Γονείς με ανήλικο παιδί ή τρίτεκνοι: Προβλέπεται δυνατότητα συνταξιοδότησης με 25 έτη ασφάλισης, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις και τα μεταβατικά όρια ηλικίας. Η σύνταξη καταβάλλεται μόνο ως πλήρης, ενώ οι ηλικίες αποχώρησης κυμαίνονται από 59 έως 64 έτη.
- Ασφαλισμένοι με 40 χρόνια ασφάλισης: Όσοι συμπληρώνουν 40 έτη ασφάλισης μπορούν να λάβουν πλήρη σύνταξη στα 62, ανεξάρτητα από τον ασφαλιστικό φορέα στον οποίο υπάγονται, εφόσον πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις.
- Εργαζόμενοι στα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα: Παρέχεται δυνατότητα πλήρους συνταξιοδότησης στα 62 έτη με 4.500 ημέρες ασφάλισης, από τις οποίες 3.372 ή 3.600 ημέρες, ανάλογα με την ασφαλιστική κατηγορία και τις εφαρμοστέες διατάξεις για τους παλαιότερους ασφαλισμένους, πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί σε βαρέα επαγγέλματα.
Οι συγκεκριμένες προβλέψεις αποτελούν σημαντικές εξαιρέσεις από τον γενικό κανόνα της πλήρους συνταξιοδότησης στα 67 έτη, επιτρέποντας σε ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων να αποχωρήσουν χωρίς την επιβάρυνση της μειωμένης σύνταξης.
Για όσους εξετάζουν το ενδεχόμενο πρόωρης αποχώρησης, καθοριστική σημασία έχει η σύγκριση ανάμεσα στο ποσό της μειωμένης σύνταξης που μπορούν να εξασφαλίσουν άμεσα και στο ύψος της πλήρους σύνταξης που θα λάμβαναν παραμένοντας περισσότερα χρόνια στην εργασία.
Η επιλογή αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον για ασφαλισμένους που σχεδιάζουν να συνεχίσουν να εργάζονται μετά τη συνταξιοδότησή τους, αξιοποιώντας τη δυνατότητα παράλληλης είσπραξης μισθού και σύνταξης.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.