Οικονομία

Τι σημαίνει για την Ελλάδα η συμφωνία για παγκόσμιο εταιρικό φόρο

  • Γιώργος Χ. Παπαγεωργίου



Η χώρα μας έχει υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, αλλά δεν ανήκει στις χώρες που προσελκύουν μεγάλες πολυεθνικές. Θεωρητικά, η εξάλειψη του φορολογικού ανταγωνισμού θα μπορούσε να μειώσει τη διαρροή επιχειρήσεων σε άλλες χώρες όπως η Βουλγαρία, που έχει συντελεστή 10%

Χρειάστηκε να «γονατίσουν» οι κρατικοί προϋπολογισμοί από την πανδημία για να καταλήξουν οι επτά πιο ανεπτυγμένες χώρες (G7) σε συμφωνία για έναν ελάχιστο φορολογικό συντελεστή στα εταιρικά κέρδη της τάξης του 15%.

Η συμφωνία χαρακτηρίστηκε δικαίως ιστορική, διότι ύστερα από πολλές δεκαετίες φορολογικού ανταγωνισμού προς τα κάτω οι μεγάλες χώρες άνοιξαν τον δρόμο για κοινή στάση των κυβερνήσεων απέναντι στη φορολόγηση των πολυεθνικών, οι οποίες μέχρι σήμερα αποφεύγουν τον φόρο ενδεχομένως νόμιμα, αλλά προκλητικά.

Η συμφωνία έχει ακόμα αρκετό δρόμο να διανύσει προτού ολοκληρωθεί, με πρώτο σταθμό τη συζήτηση στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών των 20 μεγαλύτερων οικονομιών (G20) που θα γίνει τον Ιούλιο.

Θεωρήθηκε μεγάλη κίνηση από την πλευρά του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν, ο οποίος υποστηρίζει ότι πρέπει να λήξει η φορολογική ασυλία των πολυεθνικών, έτσι ώστε να προκύψουν δημόσια έσοδα προς όφελος του μέσου πολίτη.

Η συμφωνία θεωρείται ότι ωφελεί τις ΗΠΑ, καθώς μειώνεται το φορολογικό κίνητρο για τις μεγάλες πολυεθνικές να μεταφέρουν την έδρα τους σε χώρες με χαμηλότερο φορολογικό συντελεστή.

Ενας ελάχιστος κατώτερος φορολογικός συντελεστής μειώνει γενικότερα τον φορολογικό ανταγωνισμό, γεγονός που ευνοεί τις χώρες με υψηλή φορολογία.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η καθιέρωση ελάχιστου φορολογικού συντελεστή σε επίπεδο Ε.Ε. είναι μία από τις πάγιες επιδιώξεις της Γερμανίας, η οποία έχει υψηλούς συντελεστές και θέλει να αφαιρέσει το εργαλείο των χαμηλών συντελεστών από άλλες χώρες-μέλη με χαμηλή φορολογία.

Είναι ενδεικτικό ότι η Κύπρος, που έχει φορολογικό συντελεστή για τις εταιρείες 12%, δηλώνει ότι δεν θα συμφωνήσει με το 15%, ενώ αναμένεται να αποσαφηνίσουν τη στάση τους άλλες χώρες όπως η Ιρλανδία, που επίσης έχει 12%.

Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες με υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, αλλά δεν συγκαταλέγεται στις χώρες που είναι, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, υποψήφιες για να προσελκύσουν μεγάλες πολυεθνικές.

Θεωρητικά, η εξάλειψη του φορολογικού ανταγωνισμού θα μπορούσε να μειώσει τη διαρροή επιχειρήσεων, κυρίως μικρών και μεσαίων, από την Ελλάδα σε άλλες χώρες όπως η Βουλγαρία, που έχει συντελεστή 10%.

Ωστόσο, οι χαμηλοί συντελεστές είναι κατεξοχήν ένα εργαλείο προσέλκυσης επενδύσεων για χώρες που υστερούν με βάση άλλα κριτήρια (υποδομές, ευελιξία, έλλειψη γραφειοκρατίας κ.ά.), όπως είναι σήμερα η Ελλάδα και, επομένως, υπό αυτό το πρίσμα η εξάλειψη του φορολογικού ανταγωνισμού θα αφαιρέσει και ένα εργαλείο που θα ήταν διαθέσιμο για τη χώρα μας εφόσον αποφάσιζε να το χρησιμοποιήσει.

Από την άλλη πλευρά, το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας προβλέπει ότι ένα ποσοστό των κερδών των μεγάλων διεθνών επιχειρήσεων θα φορολογείται στη χώρα όπου πραγματοποιείται ο τζίρος, ακόμα κι αν η έδρα είναι αλλού. Αυτό σημαίνει ότι με βάση αυτή τη συμφωνία θα προκύψουν κάποια φορολογικά έσοδα από τον τζίρο εταιρειών όπως η Facebook και η Google, που έχουν δραστηριότητα στην Ελλάδα, αλλά τα κέρδη τους φορολογούνται στην Ιρλανδία.

Η συμφωνία προέκυψε ύστερα από πρόταση των ΗΠΑ και το γεγονός ότι το κυβερνητικό επιτελείο του Τζο Μπάιντεν προωθεί το μεγαλύτερο πρόγραμμα δημοσίων δαπανών μεταπολεμικά εξηγεί τις προθέσεις του. Οι προτάσεις του βρήκαν ευήκοα ώτα από τις κυβερνήσεις των άλλων μεγάλων οικονομιών, διότι και αυτές έχουν δαπανήσει τεράστια ποσά λόγω πανδημίας και θα χρειαστούν φορολογικά έσοδα για να ισοσκελίσουν τους προϋπολογισμούς τους.

Η συμφωνία ενδεχομένως να ανατρέψει μια τάση μείωσης των φόρων για τις εταιρείες η οποία γενικεύτηκε τα τελευταία 40 χρόνια της παγκοσμιοποίησης και έχει φτάσει πλέον στα άκρα, τροφοδοτώντας μεγάλες ανισότητες και κοινωνικοπολιτική δυσαρέσκεια.

Πίσω από το μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων δαπανών για επενδύσεις που θα μειώσουν την ανεργία και κοινωνικά προγράμματα στις ΗΠΑ, βρίσκεται και η βούληση να δοθεί μια οικονομική ανάσα και πολιτική απάντηση στην ανησυχία της μεσαίας τάξης, η οποία για πολλούς είναι μία από τις αιτίες που οδήγησαν στην εισβολή στο Καπιτώλιο στην Ουάσινγκτον στις αρχές του 2021.

Τα στοιχεία στις ΗΠΑ δείχνουν ότι τα φορολογικά έσοδα από την εργασία ανέβηκαν από 50% του συνόλου το 1950 στο 870% σήμερα, ενώ αντίθετα τα έσοδα από φόρους στα εταιρικά κέρδη έπεσαν αντίστοιχα από 30% το 1950 στο 10% σήμερα.

Πάντως, το γεγονός ότι η συμφωνία αφορά συντελεστή 15% ήδη δέχεται κριτική από πολλούς, ακόμα και από την αριστερή πτέρυγα των Αμερικανών Δημοκρατικών.

Ποιο το όφελος να οριστεί ο φορολογικός συντελεστής στο 15%, τη στιγμή που το ποσοστό αυτό είναι πολύ κοντά σε εκείνο που εφαρμόζουν οι χώρες που αποτελούν τα ασφαλή καταφύγια των πολυεθνικών όπως η Ιρλανδία, η Ελβετία ή η Σιγκαπούρη;

Ο αντίλογος είναι ότι μπορεί ο ονομαστικός συντελεστής στους «παραδείσους» να είναι 10%, 12% ή 15%, αλλά στην πραγματικότητα η φορολογική επιβάρυνση μπορεί να φτάσει και το 1%, χάρη σε ειδικές ρυθμίσεις που υιοθετούν οι χώρες αυτές για να διευκολύνουν τις πολυεθνικές να τις επιλέξουν ως φορολογική έδρα. Κριτική για το χαμηλό ύψος του συντελεστή κάνουν και ορισμένες χώρες όπως η Γαλλία, η οποία ήδη έχει επιβάλει ψηφιακό φόρο στις πωλήσεις των μεγάλων ψηφιακών εταιρειών που αποκαλούνται πλέον FAΑNG (Facebook, Amazon, Apple, Netflix, Google).

Οι εταιρείες αυτές κατά κανόνα έχουν έδρα σε χώρες όπως η Ιρλανδία, η Ολλανδία και μεταφέρουν τα κέρδη τους μέσω τριγωνικών συναλλαγών με φορολογικούς παραδείσους, όπως τα Νησιά Κέιμαν, έτσι ώστε να κατεβάζουν τον φόρο σε αστεία επίπεδα.

Το δεύτερο σκέλος της συμφωνίας των G7, πέραν του κατώτατου συντελεστή 15%, προβλέπει ότι για κάποιες μεγάλες διεθνείς εταιρείες που δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμα, ένα ποσοστό των κερδών που υπερβαίνει το 20% του συνόλου θα διατίθεται προς φορολόγηση στις χώρες όπου οι εταιρείες αυτές πραγματοποιούν τον τζίρο τους, ανεξάρτητα από τη χώρα στην οποία εδρεύουν.

Αυτό αφορά κυρίως τις εταιρείες τεχνολογίας οι οποίες πραγματοποιούν τζίρο σε χώρες όπου μπορεί να μην έχουν καν γραφεία και επομένως δεν φορολογούνται.

Οι FAANG από την πλευρά τους αρχίζουν να βλέπουν την καλή πλευρά. Οπως επισημαίνει ανάλυση της Bank of America για το θέμα, η επιβολή κατώτατου συντελεστή θα αυξήσει μεν τη φορολογική επιβάρυνση για τα μεγάλα ψηφιακά μονοπώλια, αλλά από την άλλη πλευρά θα εξαφανίσει την ανάγκη για ειδικούς φόρους και τις ειδικές νομοθεσίες που προωθούν τώρα πολλές χώρες.

Διαβάστε ακόμα 

Μεταβιβάσεις χωρίς φόρο πριν ισχύσουν οι νέες αντικειμενικές αξίες

Δρ Χρήστος Ε. Γεωργίου: Το μυστικό της διαδοχής στις οικογενειακές επιχειρήσεις

Ανεβάζει ταχύτητα η αγορά ακινήτων – Οι 5+1 λόγοι που δημιουργούν επενδυτικές ευκαιρίες