Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Η νέα μελέτη της διαΝΕΟσις χαρτογραφεί τις νομικές, ηθικές και κοινωνικές προκλήσεις της Τεχνητής Νοημοσύνης, αναλύοντας τις επιπτώσεις της σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας και της δημόσιας ζωής, μεταξύ των οποίων η εργασία, η Δικαιοσύνη, η δημοκρατία και το περιβάλλον.

Η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίσσεται ραγδαία, επηρεάζοντας κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής, όπως την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση, την εργασία, την εκπαίδευση, την επιστημονική έρευνα, την ενημέρωση και το Δίκαιο. H συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών επιθυμεί να μπουν όρια σε αυτήν την «ανεξέλεγκτη» ταχύτητα.

Στην πρόσφατη έρευνα της διαΝΕΟσις «Τι πιστεύουν οι Έλληνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη», 9 στους 10 πολίτες απάντησαν καθαρά υπέρ της ύπαρξης περιορισμών στη χρήση της. Επομένως, φαίνεται ότι η ρύθμιση της AI δεν αποτελεί αξίωση μόνο των ειδικών ως μια τεχνική ή νομική αναγκαιότητα «από τα πάνω», αλλά συνιστά, ταυτόχρονα, ευρύτερο κοινωνικό αίτημα. Το ερώτημα που αναδύεται είναι «Πώς μπορεί να ρυθμιστεί και να είναι ηθική η Τεχνητή Νοημοσύνη;».

H νέα μεγάλη έρευνα της διαΝΕΟσις: «[Πώς] μπορεί η Τεχνητή Νοημοσύνη να είναι ηθική και σύννομη;», που υπογράφει 14μελής διεπιστημονική ομάδα υπό τον συντονισμό της Λίλιαν Μήτρου, Καθηγήτριας Πανεπιστημίου Αιγαίου, Δικηγόρου, Αντιπροέδρου της Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής και Τεχνοηθικής (ΕΕΒΤ), έρχεται να συμβάλει στη χαρτογράφηση των ηθικών και νομικών διλημμάτων που ανακύπτουν.

H έρευνα αναλύει τα βασικά ερωτήματα αλλά και τις απόπειρες ρύθμισης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο για την εργασία, την έρευνα, τη δημόσια διοίκηση, τη Δικαιοσύνη και τη δημιουργικότητα.

Διαβάστε ΕΔΩ την παρουσίαση των βασικών ευρημάτων της μελέτης

Τι είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη

H μαζική διάδοση των Μεγάλων Γλωσσικών Μοντέλων, ειδικά του του ChatGPT, εν πολλοίς έφερε την τεχνολογία αυτή στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Σε προηγούμενη έρευνα της διαΝΕΟσις, νωρίτερα μέσα στο 2026, το 95% των ερωτώμενων δήλωνε εξοικειωμένο με την AI, 8 στους 10 έλεγαν ότι γνωρίζουν τι είναι, ενώ ένα ποσοστό της τάξης του 65% δήλωνε ότι την έχει ήδη χρησιμοποιήσει.

Ωστόσο, η ταύτιση της ΑΙ με τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα είναι μάλλον περιοριστική. Η AI αποτελεί ένα πολύ ευρύτερο πεδίο, το οποίο περιλαμβάνει συστήματα πρόβλεψης, ταξινόμησης, σύστασης, αναγνώρισης προτύπων, λήψης ή υποστήριξης αποφάσεων και παραγωγής περιεχομένου, δηλαδή τεχνολογίες που είναι, επίσης, παρούσες στην καθημερινότητα των πολιτών.

Ειδικότερα, ο ορισμός που υιοθετεί η Πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη (Artificial Intelligence Act – εφεξής και AI Act), το βασικό ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για τη ρύθμιση της AI, αναφέρει ότι «το Σύστημα ΤN συνιστά κάθε μηχανικό σύστημα που έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί με διαφορετικά επίπεδα αυτονομίας και μπορεί να παρουσιάζει προσαρμοστικότητα μετά την εφαρμογή του και το οποίο, για ρητούς ή σιωπηρούς στόχους, συνάγει, από τα “στοιχεία εισόδου” που λαμβάνει, πώς να παράγει “στοιχεία εξόδου”, όπως προβλέψεις, περιεχόμενο, συστάσεις ή αποφάσεις, που μπορούν να επηρεάσουν υλικά ή εικονικά περιβάλλοντα».

Πώς διαφέρει, επομένως, η ΑΙ από άλλες τεχνολογίες που αυτοματοποιούν διαδικασίες;

Εν πολλοίς, η αυτονομία, η προσαρμοστικότητα και η εξαγωγή συμπερασμάτων από τα συστήματα ΑΙ είναι εκείνα που διαφοροποιούν το συγκεκριμένο τεχνολογικό κύμα και, συνεπώς, δημιουργούν την ανάγκη για πιο αποτελεσματική ρύθμιση. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι η μελέτη της διαΝΕΟσις δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα μοντέλα AI γενικού σκοπού, στα οποία ανήκουν τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα.

Πρόκειται για μοντέλα που εκπαιδεύονται με τεράστιους όγκους δεδομένων, μπορούν να εκτελούν μεγάλο εύρος εργασιών και να ενσωματώνονται σε διαφορετικές εφαρμογές. Η «προσαρμοστικότητα» δίνει αφενός μεγάλες δυνατότητες, αλλά από τη σκοπιά της ρύθμισης δημιουργεί μάλλον σύγχυση, καθώς ένα μοντέλο που αρχικά αναπτύσσεται για γενική χρήση μπορεί να χρησιμοποιηθεί εν τέλει σε ευαίσθητα πεδία, όπως η δημόσια διοίκηση, η εργασία ή η Δικαιοσύνη.

Η ανάγκη για ρύθμιση

Τελικά, όμως, η ΑΙ είναι καλή ή κακή;

Από τη μία πλευρά, παρουσιάζεται στον δημόσιο διάλογο ως μέσο επιτάχυνσης της παραγωγικότητας, των επιστημονικών ανακαλύψεων και γενικώς αποτελεσματικότητας. Από την άλλη, εμφανίζεται ως απειλή για την εργασία, την ιδιωτικότητα, τη δημοκρατία και την ανθρώπινη ελευθερία. Ασφαλώς, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η ΑΙ αποτελεί ένα σύστημα που είναι ταυτόχρονα τεχνολογικό, αλλά και κοινωνικό: Δημιουργείται από ανθρώπους, εκπαιδεύεται με δεδομένα που παράγονται από την κοινωνία, ενσωματώνει προτεραιότητες, αξίες, προκαταλήψεις και οικονομικά κίνητρα, και εφαρμόζεται μέσα σε θεσμούς που έχουν ήδη προϋπάρχουσες ανισότητες, ασυμμετρίες ισχύος και άλλα ειδικά χαρακτηριστικά.

Προφανώς μια τόσο σύνθετη τεχνολογία παρουσιάζει αρκετούς κινδύνους. Ωστόσο, πριν κάποιος τους ορίσει και τους αναφέρει αναλυτικά, έχει νόημα μια ευρύτερη οργάνωσή τους.

Η έρευνα της διαΝΕΟσις τους χωρίζει σε τρεις βασικές κατηγορίες:

  • Κινδύνους από ανθρώπινες χρήσεις που βλάπτουν δικαιώματα ή το δημόσιο συμφέρον.
  • Κινδύνους που προκύπτουν τυχαία ή ακούσια ή ως αποτέλεσμα ατυχήματος.
  • Κινδύνους απώλειας ελέγχου, όταν τα συστήματα αναπτύσσουν ή επιδιώκουν στόχους που αποκλίνουν από τις ανθρώπινες προθέσεις.

«Οι κίνδυνοι δεν απορρέουν από την ανώτερη ευφυΐα των μηχανών αυτών», παρατηρεί ο Ομότιμος Καθηγητής στο ΕΚΠΑ-ΗΡΩΝ Κέντρο Αριστείας στη Ρομποτική και ΤΝ, ΑΘΗΝΑ Ε.Κ., Σέργιος Θεοδωρίδης, «αλλά από το πώς θα συνυπάρχουν με τον άνθρωπο, όχι πια ως απλά εργαλεία για να επιτελέσουν συγκεκριμένες εργασίες (σε αντίθεση με προηγούμενες τεχνολογίες), αλλά ως συνεργάτες, “μιμούμενες/προσομοιάζοντας” την ανθρώπινη νοημοσύνη σε όλο και μεγαλύτερο εύρος δραστηριοτήτων, αλλά και με όλο και πιο προχωρημένους ανθρωπομορφικούς τρόπους συμπεριφοράς».

Ηθική και δεοντολογία

Χωρίς αυτό να προκαλεί έκπληξη, ο προβληματισμός περί δεοντολογίας, καθώς και κάποιες ηθικές αρχές για τον σχεδιασμό και τη χρήση της AI αποτελούν την αφετηρία για τη ρύθμισή της. Το 2019, η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων Υψηλού Επιπέδου για την Τεχνητή Νοημοσύνη, μια ανεξάρτητη ομάδα ειδικών που συγκροτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή με σκοπό να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας ανθρωποκεντρικής και αξιόπιστης ευρωπαϊκής προσέγγισης για την AI, παρουσίασε τις «Κατευθυντήριες Γραμμές για την Αξιόπιστη Τεχνητή Νοημοσύνη». Oι εμπειρογνώμονες διατύπωσαν τις αρχές του σεβασμού της ανθρώπινης αυτονομίας, της πρόληψης βλάβης, της Δικαιοσύνης, καθώς και της επεξηγησιμότητας. Παρότι χρήσιμες σε πολλά επίπεδα, οι αρχές αυτές δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τη νομοθετική παρέμβαση.

­Η μελέτη στέκεται αναλυτικά στη συμπληρωματική σχέση μεταξύ ηθικών αρχών και Δικαίου. Για μια ηθική AI, τονίζουν οι συγγραφείς, χρειάζεται θέσπιση νομοθετικού πλαισίου που να προβλέπει υποχρεώσεις, ελέγχους, κυρώσεις, δικαιώματα προσφυγής και μηχανισμούς λογοδοσίας. Αυτή η συμπληρωματικότητα είναι ιδιαίτερα κρίσιμη σε περιβάλλοντα ταχείας τεχνολογικής μεταβολής, όπου η AI «τρέχει» και η νομοθέτηση «βαδίζει».

Κατά την Καθηγήτρια Φιλοσοφίας και Βιοηθικής στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, Σταυρούλα Τσινόρεμα, «η ηθική ανάλυση αποτελεί κανονιστική πηγή προσανατολισμού για τη διαμόρφωση πολιτικών που, αφενός, συμβάλλουν στην αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχει η ΤΝ και, αφετέρου, παρέχουν εγγυήσεις ώστε η ανάπτυξή της να ενισχύει την κοινωνική ευημερία. Συμβάλλει στη νομικο-πολιτική συζήτηση για τη διαμόρφωση μιας ορθά σχεδιασμένης νομοθεσίας».

H AI Act

«Γιατί αυτή η μορφή εξουσίας δεν ρυθμίζεται επαρκώς από το παραδοσιακό Δημόσιο Δίκαιο;», διερωτάται ο Αντώνης Κουρουτάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου IE στη Μαδρίτη. «Η δυσκολία υπαγωγής της AI στο παραδοσιακό Δημόσιο Δίκαιο έγκειται στο γεγονός ότι η ΤΝ δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη τεχνολογία που απαιτεί ρύθμιση της αγοράς. Αντιθέτως, συνιστά ένα σύνολο τεχνολογιών που αναδιαρθρώνουν την επιστημολογική και αποφασιστική υποδομή, μέσω της οποίας ασκείται εξουσία επί των ατόμων και των πληθυσμών».

Ίσως η πιο φιλόδοξη απόπειρα ρύθμισης κάποιων όψεων της ΑΙ παγκοσμίως μέχρι σήμερα προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την ΑΙ Act, την Πράξη, δηλαδή, για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Πρόκειται για τον Κανονισμό 2024/1689 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλαδή για δεσμευτικό κανονιστικό πλαίσιο που θέτει κανόνες για την ανάπτυξη, τη διάθεση και τη χρήση συστημάτων AI. Η Πράξη τέθηκε σε ισχύ την 1η Αυγούστου 2024 και εφαρμόζεται σταδιακά, με ορισμένες διατάξεις, όπως οι απαγορεύσεις συγκεκριμένων πρακτικών και οι υποχρεώσεις γραμματισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη να εφαρμόζονται ήδη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της Πράξης τίθεται σε εφαρμογή πολύ σύντομα, από τις 2 Αυγούστου 2026.

Όπως παρατηρούν οι συγγραφείς της μελέτης, η λογική της AI Act είναι να ρυθμίσει την Τεχνητή Νοημοσύνη ανάλογα με τον κίνδυνο κάθε χρήσης της, βάζοντας κάποιες «κόκκινες γραμμές». Τα συστήματα ΑΙ κατατάσσονται σε διαφορετικές κατηγορίες: από εφαρμογές «χαμηλού ή περιορισμένου κινδύνου», όπου προβλέπονται κυρίως υποχρεώσεις διαφάνειας, έως συστήματα «υψηλού κινδύνου», όπως αυτά που χρησιμοποιούνται σε κρίσιμες υποδομές, στην εκπαίδευση, στην εργασία ή στη διοίκηση, όπου απαιτούνται αυστηρότερες εγγυήσεις.

Για τα συστήματα «υψηλού κινδύνου», οι υποχρεώσεις περιλαμβάνουν τη διαχείριση κινδύνων, την τεχνική τεκμηρίωση πολλών πράξεων, την τήρηση αρχείων καταγραφής, την ανθρώπινη επίβλεψη, καθώς και άλλους κανόνες διαφάνειας. Ταυτόχρονα, η μελέτη επισημαίνει ότι η εφαρμογή της AI Act παραμένει σύνθετη, με κρίσιμες εκκρεμότητες. Μένει να οριστούν ακόμη πολλά τεχνικά πρότυπα, καθώς και σαφείς μηχανισμοί εποπτείας. Ταυτόχρονα, πρέπει να εξασφαλιστεί η διοικητική ετοιμότητα στα κράτη-μέλη και να συνταχθούν πρακτικές οδηγίες για το πώς οι νομικές προβλέψεις θα μετατραπούν σε εφαρμοσμένες διαδικασίες.

Ωστόσο, η ΑΙ αποτελεί μια παγκόσμια τεχνολογία και ο κόσμος μας παραμένει διασυνδεδεμένος. Μπορεί η Ευρώπη να επιβάλει τους κανόνες της σε ένα παγκόσμιο τεχνολογικό πεδίο, όπου οι ΗΠΑ, η Κίνα και άλλοι δρώντες ακολουθούν διαφορετικές προσεγγίσεις, οι ρυθμιστικές απόπειρες, επίσης, διαφέρουν και, επιπλέον, υπάρχει γεωπολιτικός ανταγωνισμός;

«Είναι η προσπάθεια απέλπιδα;», αναρωτιέται ο Βαγγέλης Παπακωνσταντίνου, Καθηγητής Νομικής στο Vrije Universiteit Brussel. «Όχι αναγκαστικά. Αφενός, το πρώτο βήμα έγινε, το πρόβλημα εντοπίστηκε και ο στόχος τέθηκε. Αυτό από μόνο του είναι εξαιρετικά σημαντικό, αφού πριν από λίγα χρόνια συζητήσεις περί εντοπισμού δεδομένων (data localisation) και ψηφιακής κυριαρχίας (digital sovereignty) αντιμετωπίζονταν ως σχεδόν σκοταδιστικές. Αφετέρου, η Ευρώπη μπορεί σήμερα να υστερεί στις “μεγάλες” εφαρμογές γενικού πληθυσμού, όμως αυτό είναι μια σχετικά πρόσφατη εξέλιξη: Πριν από τα smartphones, η κινητή τηλεφωνία ήταν ευρωπαϊκή υπόθεση, ενώ άλλες τεχνολογίες, για παράδειγμα το Minitel στη Γαλλία ή το ISDN στη Γερμανία, άντεξαν όσο μπόρεσαν. Παρά την αυτο-λύπηση και την ομφαλοσκόπηση που χαρακτηρίζει την Ευρώπη αυτήν τη χρονική περίοδο, μέχρι και πριν από λίγα χρόνια η αισιοδοξία και οι ελπίδες για το τεχνολογικό, και μάλιστα το ψηφιακό, μέλλον ήταν (και) ευρωπαϊκές».

Παράλληλα, η μελέτη αναφέρεται στο Digital Omnibus on AI, δηλαδή στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απλοποίηση της εφαρμογής της AI Act, η οποία παρουσιάστηκε στις 19 Νοεμβρίου 2025. Πρόκειται για ένα πακέτο τροποποιήσεων που επιχειρεί να μειώσει το διοικητικό βάρος συμμόρφωσης με την ΑΙ Act και να κάνει πιο ευέλικτη την εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων. Το κρίσιμο ερώτημα, όπως το παρουσιάζει η μελέτη, είναι αν αυτή η απλοποίηση λειτουργεί πράγματι ως διευκόλυνση ή αν οδηγεί τελικά σε αποδυνάμωση της AI Act. Για παράδειγμα, στο πεδίο του γραμματισμού στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η πρόταση φαίνεται να μετατοπίζει μέρος της ευθύνης από τους παρόχους και τους φορείς εφαρμογής συστημάτων ΑΙ προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη-μέλη, αντικαθιστώντας άμεσες υποχρεώσεις με μια πιο ήπια λογική κινήτρων.

Πιο συνολικά, το δίλημμα «ρύθμιση ή καινοτομία» απασχολεί μεγάλο μέρος της συζήτησης περί ΑΙ. Μπορούν οι πολλοί κανόνες να αποθαρρύνουν την καινοτομία και, συνεπώς, να έχουν κόστος σε ευημερία για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες; Μπορεί τελικά η υπερβολική ρύθμιση να επιδεινώσει τη θέση των ευρωπαϊκών οικονομιών σε έναν ολοένα πιο σκληρό παγκόσμιο τεχνολογικό ανταγωνισμό; Η απάντηση και εδώ δεν μπορεί να είναι απλή, καθώς οι σχέσεις μεταξύ ρύθμισης και καινοτομίας είναι και αυτές δυναμικές.

Διαβάστε ακόμη

Βασίλης Καραμούζης (Εθνική Τράπεζα): Τα δάνεια για επενδύσεις στους τομείς αιχμής θα φθάσουν τα 45 δισ. έως το 2030

Εξωδικαστικός: Νέα ευκαιρία για όσους χρωστούν από 5.000 ευρώ

Πλειστηριασμοί: Με mega parking και «επώνυμα» ακίνητα πέφτει η αυλαία (pics)

Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ