Ένα ταξίδι μπορεί να τελειώσει με την επιστροφή στο αεροδρόμιο, όμως για ορισμένους ταξιδιώτες ο προορισμός συνεχίζει να τους ακολουθεί και μετά τις διακοπές. Ξένες λέξεις εισβάλλουν ξαφνικά στο καθημερινό λεξιλόγιο, η προφορά αλλάζει, νέες χειρονομίες εμφανίζονται και ακόμη και το ντύσιμο μπορεί να θυμίζει περισσότερο τον τόπο που μόλις επισκέφθηκαν παρά τη χώρα όπου ζουν.
Το φαινόμενο είναι τόσο συνηθισμένο ώστε έχει μετατραπεί σε επαναλαμβανόμενο αστείο στα social media. Λίγες ημέρες στο Βερολίνο αρκούν, σύμφωνα με τη διαδικτυακή σάτιρα, για να επιστρέψει κάποιος φορώντας μόνο μαύρα και καπνίζοντας ασταμάτητα. Μια σύντομη επίσκεψη στο Λονδίνο μπορεί να γεμίσει το λεξιλόγιό του με βρετανικές εκφράσεις, ενώ πέντε ημέρες στο Παρίσι φαίνεται πως αρκούν για να αποκτήσει ακόμη και η προφορά του «Airbnb» έναν ανεξήγητα γαλλικό τόνο, σύμφωνα με το BBC.
Πίσω από την υπερβολή, όμως, υπάρχει ένα πραγματικό φαινόμενο που απασχολεί ψυχολόγους, γλωσσολόγους και ανθρωπολόγους: γιατί ορισμένοι άνθρωποι επιστρέφουν από ένα ταξίδι έχοντας υιοθετήσει στοιχεία της κουλτούρας που συνάντησαν;
Η απάντηση φαίνεται να βρίσκεται σε έναν συνδυασμό ασυνείδητης μίμησης, ανάγκης για σύνδεση με τον προορισμό, κοινωνικού κύρους και επαναπροσδιορισμού της προσωπικής ταυτότητας.
Πόσο εύκολα αλλάζει η προφορά
Η αλλαγή στον τρόπο ομιλίας δεν είναι απαραίτητα προσποιητή. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να προσαρμόζουν ασυνείδητα τον τρόπο που μιλούν ανάλογα με εκείνους που βρίσκονται γύρω τους. Όσο περισσότερο χρόνο περνούν σε ένα διαφορετικό γλωσσικό περιβάλλον, τόσο πιθανότερο είναι να υιοθετήσουν στοιχεία της τοπικής προφοράς, του λεξιλογίου ή του ρυθμού της ομιλίας.
Ένα ταξίδι μπορεί να ενισχύσει ακριβώς αυτή τη διαδικασία. Η συνεχής επαφή με έναν νέο τρόπο ζωής δεν αφήνει μόνο αναμνήσεις αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, μικρές αλλαγές στην καθημερινή συμπεριφορά.
Η κλινική ψυχολόγος Σάρλοτ Ράσελ εξηγεί ότι ένας βασικός λόγος είναι η επιθυμία να παραμείνει ζωντανή η σχέση με μια εμπειρία που είχε ιδιαίτερη σημασία για τον ταξιδιώτη. Μια λέξη, μια συνήθεια ή μια χειρονομία λειτουργεί σαν μικρή «γέφυρα» με τον τόπο που άφησε πίσω.
Η ίδια αναφέρει ως παράδειγμα την ελληνική λέξη «παρακαλώ», την οποία χρησιμοποιεί όταν βρίσκεται στην Ελλάδα ή όταν συναναστρέφεται Έλληνες φίλους της. Για εκείνη, η χρήση της δεν αποτελεί επίδειξη, αλλά τρόπο διατήρησης της σύνδεσης με την ελληνική κουλτούρα και τις προσωπικές εμπειρίες της στη χώρα.
Από την ανάμνηση στην επίδειξη
Υπάρχει όμως και μια πιο εμφανής εκδοχή του φαινομένου. Κάποιος επιστρέφει από το Μπουτάν και αρχίζει να κλείνει τα emails του με «Namaste». Ένας άλλος περνά λίγο χρόνο στην Ιταλία και ξαφνικά συνοδεύει κάθε απορία του με χαρακτηριστικές ιταλικές χειρονομίες. Μετά από διακοπές στην Κόστα Ρίκα, το «pura vida» μπορεί να γίνει μόνιμο μέρος του λεξιλογίου.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τη Ράσελ, η συμπεριφορά μπορεί να εξυπηρετεί και έναν δεύτερο σκοπό: να δείξει κάποιος στους γύρω του ότι είναι πολυταξιδεμένος και πολιτισμικά εξοικειωμένος με διαφορετικούς κόσμους.
Η ταξιδιωτική εμπειρία μετατρέπεται έτσι σε ένα είδος κοινωνικού κεφαλαίου. Δεν αρκεί κάποιος να έχει επισκεφθεί έναν προορισμό. Θέλει, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δείξει ότι δεν πέρασε απλώς από εκεί ως τουρίστας, αλλά ότι «κατάλαβε» τον τόπο.
Γιατί θέλουμε να μοιάσουμε στους ντόπιους
Ο καθηγητής ανθρωπολογίας και κοινωνιολογίας Γκάρεθ Μπάρκιν συνδέει αυτή τη συμπεριφορά και με τη θεωρία της «μιμητικής επιθυμίας» του Γάλλου φιλοσόφου Ρενέ Ζιράρ.
Η λογική είναι ότι ο ταξιδιώτης δεν θέλει απλώς να δοκιμάσει το φαγητό ενός τόπου, να επισκεφθεί τα μνημεία ή να φωτογραφίσει τα αξιοθέατα. Σε ορισμένες περιπτώσεις επιθυμεί να οικειοποιηθεί ένα μέρος της ίδιας της κουλτούρας.
Προορισμοί όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ιαπωνία ή η Ελλάδα μπορεί να γίνονται αντιληπτοί από τους επισκέπτες ως περισσότερο αυθεντικοί, παραδοσιακοί ή πολιτισμικά φορτισμένοι από την καθημερινότητα της χώρας τους.
Η μίμηση μιας προφοράς, μιας στάσης σώματος ή μιας χειρονομίας γίνεται τότε μια ασυνείδητη προσπάθεια να μεταφερθεί κάτι από αυτή την «αυθεντικότητα» και στον ίδιο τον ταξιδιώτη.
Το «prestige bias» των διακοπών
Δεν προκαλούν όλοι οι προορισμοί την ίδια επιθυμία μίμησης. Καθοριστικό ρόλο μπορεί να έχει το λεγόμενο «prestige bias», η τάση δηλαδή των ανθρώπων να αντιγράφουν συμπεριφορές που συνδέουν με πρόσωπα, κοινωνίες ή τόπους υψηλού κύρους.
Για έναν Αμερικανό, για παράδειγμα, η Βρετανία, η Γαλλία, η Ιταλία και η Ελλάδα κουβαλούν ιδιαίτερο πολιτισμικό βάρος λόγω της σύνδεσής τους με την ιστορία και τον κλασικό δυτικό πολιτισμό.
Έτσι, η υιοθέτηση μιας βρετανικής προφοράς μετά το Λονδίνο ή των χαρακτηριστικών χειρονομιών μετά τη Ρώμη μπορεί να λειτουργήσει σαν ένας γρήγορος τρόπος «δανεισμού» μέρους του κοινωνικού και πολιτισμικού κύρους του προορισμού.
Ταυτόχρονα, η μίμηση μπορεί να αποτελεί προσπάθεια του επισκέπτη να δείξει στους κατοίκους ότι δεν είναι εντελώς ξένος, αλλά ότι μπορεί να ενταχθεί – έστω προσωρινά – στο περιβάλλον τους.
Social media και η ανάγκη να μην είσαι «απλώς τουρίστας»
Η εξάπλωση των social media έχει προσθέσει ακόμη μία διάσταση. Καθώς προορισμοί που κάποτε θεωρούνταν ιδιαίτεροι γίνονται προσβάσιμοι σε εκατομμύρια ταξιδιώτες, η απλή επίσκεψη δεν αρκεί πλέον πάντα για να προσδώσει κύρος.
Έτσι αναπτύσσεται αυτό που οι ειδικοί αποκαλούν «covert prestige». Ο ταξιδιώτης αναζητά λιγότερο γνωστές κοινότητες, τοπικές συνήθειες ή εμπειρίες που του επιτρέπουν να διαφοροποιηθεί από τον μαζικό τουρισμό.
Ο επισκέπτης που έμαθε ισπανικά σε μια αγροτική περιοχή της Γουατεμάλας, εκείνος που επιστρέφει από το Λάος και υποκλίνεται όταν του προσφέρουν κάτι ή ο Ευρωπαίος που ταξίδεψε στην Ινδία και υιοθέτησε τοπικά ενδύματα δεν μεταφέρει απλώς αναμνήσεις. Μεταφέρει μια νέα εικόνα για τον εαυτό του.
Κάπως έτσι, το ταξίδι μπορεί να εξελιχθεί ακόμη και σε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό αυθεντικότητας. Η φωτογραφία από το Μάτσου Πίτσου δεν είναι αρκετή όταν κάποιος άλλος επιστρέφει από το Περού, παρασκευάζει ceviche στο TikTok και προφέρει άψογα το ají amarillo.
Το ταξίδι ως επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας
Η αλλαγή προφοράς, εμφάνισης ή συμπεριφοράς μετά από ένα ταξίδι δεν απευθύνεται πάντοτε στους άλλους. Μπορεί να αποτελεί και έναν τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο ταξιδιώτης επιβεβαιώνει ότι άλλαξε.
Αυτό ακριβώς περιγράφει ο συντάκτης μέσα από τη δική του εμπειρία. Όταν επέστρεψε στις ΗΠΑ ύστερα από τρία χρόνια στην Πράγα, είχε εγκαταλείψει τα μακριά σκούρα ξανθά μαλλιά και το απλό ντύσιμο με τζιν και T-shirt. Είχε πλέον κοντά πλατινέ μαλλιά, περισσότερο ανδρόγυνο στιλ και έναν τρόπο ομιλίας με εμφανείς επιρροές από την Τσεχία.
Η οικογένειά του δεν ενθουσιάστηκε. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος αναγνωρίζει ότι πιθανότατα προσπαθούσε ασυνείδητα να επανασυστηθεί στους ανθρώπους που γνώριζε πριν φύγει, παρουσιάζοντας μέσα από την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του τη μεταμόρφωση που θεωρούσε ότι είχε βιώσει.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία του φαινομένου. Μερικές φορές, αυτό που φέρνουμε πίσω από ένα ταξίδι δεν είναι μια προσπάθεια να πείσουμε τους άλλους ότι γίναμε πιο κοσμοπολίτες. Είναι ένας τρόπος να πείσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό ότι δεν επιστρέψαμε ακριβώς ίδιοι με όταν φύγαμε.
Διαβάστε ακόμη
Τρίτος κολοσσός των hedge funds που οδεύει προς την Ελλάδα: Στα πρώτα στάδια διερεύνησης η Verition
ΔΑΑ: Νέος διαγωνισμός για την επέκταση του Ελ. Βενιζέλος (πίνακες)
Αμερικανικά ομόλογα: Στα ύψη οι αποδόσεις παρά τις επαναγορές χρέους $6 δισ. από το ΥΠΟΙΚ
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφθείτε το Πρώτο ΘΕΜΑ
