Περισσότερα από 4 δισ. ευρώ θα διαθέσει η Alpha Bank για διανομές προς τους μετόχους της ή για την αξιοποίηση νέων επενδυτικών ευκαιριών κατά την περίοδο 2027-2030, σηματοδοτώντας μια νέα εποχή στην πολιτική ανταμοιβής των επενδυτών της. Το νέο στρατηγικό σχέδιο της Τράπεζας, με την ονομασία Alpha Accelerated, προβλέπει σταδιακή αύξηση του τακτικού μερίσματος σε μετρητά, ώστε να αντιστοιχεί στο 40% των δημοσιευμένων καθαρών κερδών έως το 2028, ενώ παράλληλα ανοίγει τον δρόμο για πρόσθετες επιστροφές κεφαλαίου, είτε μέσω καταβολής μετρητών είτε μέσω επαναγοράς ιδίων μετοχών.
Συγκεκριμένα, το επιχειρηματικό σχέδιο προβλέπει σωρευτικές διανομές περίπου 4 δισ. ευρώ για την τετραετία 2027-2030. Από αυτά, περίπου 2 δισ. ευρώ αφορούν τακτικά μερίσματα σε μετρητά και άλλα 2 δισ. ευρώ αποτελούν πρόσθετη δυνατότητα διανομών κεφαλαίου. Η τελική μορφή των πρόσθετων επιστροφών θα αποφασίζεται ανάλογα με την αποτίμηση της μετοχής, τις προτιμήσεις των μετόχων και τις εναλλακτικές δυνατότητες αξιοποίησης των κεφαλαίων.
Η διοίκηση, υπό τον διευθύνοντα σύμβουλο Βασίλη Ψάλτη, θέτει ως στόχο τη διατήρηση δείκτη CET1 περίπου στο 13% έως το 2030, έχοντας προηγουμένως καλύψει τις ανάγκες οργανικής ανάπτυξης και επενδύσεων. Η δυνατότητα πρόσθετων διανομών θα αξιολογείται κάθε χρόνο, ενώ οποιαδήποτε επιστροφή κεφαλαίου θα τελεί υπό την προϋπόθεση των απαιτούμενων εγκρίσεων από το Διοικητικό Συμβούλιο και τις εποπτικές αρχές.
Το μήνυμα είναι σαφές: η Alpha Bank θέλει να μετατρέψει την αυξημένη παραγωγή κεφαλαίου σε υψηλότερες αποδόσεις για τους μετόχους, χωρίς να υπονομεύσει την κεφαλαιακή της επάρκεια και τη δυνατότητα χρηματοδότησης της ανάπτυξής της.
Από την ανασυγκρότηση στην επιτάχυνση της ανάπτυξης
Το νέο πλάνο αποτελεί τη συνέχεια του στρατηγικού σχεδίου που είχε παρουσιάσει η Τράπεζα το 2023, με βασικό ζητούμενο τότε την αποκατάσταση της κερδοφορίας, την ενίσχυση του ισολογισμού και την επιστροφή σε μια βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία. Τρία χρόνια αργότερα, η Alpha Bank θεωρεί ότι έχει εκπληρώσει τις βασικές δεσμεύσεις της και περνά στην επόμενη φάση, δίνοντας έμφαση στην εμπορική ανάπτυξη, στη διεύρυνση των πηγών εσόδων και στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κεφαλαίων της.
Όπως επισημαίνει ο Βασίλης Ψάλτης, η Τράπεζα εισέρχεται στον νέο στρατηγικό κύκλο από ισχυρότερη θέση, έχοντας διευρύνει το χαρτοφυλάκιο προϊόντων της, ενισχύσει την παρουσία της σε κρίσιμες κατηγορίες πελατών και αναπτύξει συνεργασίες που διευρύνουν τις δυνατότητές της.
Η βασική αλλαγή αφορά το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο. Η Alpha Bank επιδιώκει να απομακρυνθεί από την παραδοσιακή αντίληψη της τραπεζικής που στηρίζεται κυρίως στη χορήγηση δανείων και στη διάθεση μεμονωμένων προϊόντων και να περάσει σε ένα μοντέλο συνολικής κάλυψης των χρηματοοικονομικών αναγκών κάθε πελάτη. Στόχος είναι να αποκτήσει μεγαλύτερο μερίδιο στις οικονομικές συναλλαγές επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ενισχύοντας κυρίως τα επαναλαμβανόμενα έσοδα από προμήθειες, τα οποία απαιτούν μικρότερη δέσμευση κεφαλαίων.
Η στρατηγική στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες: το Universal Business Bank για τις επιχειρήσεις και το Wealth & Personal Banking για τους ιδιώτες.
Οι επιχειρήσεις στο επίκεντρο: Από τη χρηματοδότηση στις ολοκληρωμένες υπηρεσίες
Στον τομέα των επιχειρήσεων, η Alpha Bank επιδιώκει να αξιοποιήσει την ήδη ισχυρή θέση της στην εταιρική τραπεζική, μετατρέποντάς την σε μια ολοκληρωμένη πλατφόρμα χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. Το δίκτυο Wholesale Banking εξυπηρετεί περίπου 4.700 εταιρικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων επιχειρήσεων της ναυτιλίας και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ενώ το χαρτοφυλάκιο δανείων του συγκεκριμένου τομέα διαμορφώθηκε σε 24,4 δισ. ευρώ το 2025.
Το νέο μοντέλο Universal Business Bank φιλοδοξεί να προσφέρει σε κάθε επιχείρηση μια ενιαία σχέση συνεργασίας, που δεν θα περιορίζεται στη χρηματοδότηση. Στο πακέτο υπηρεσιών περιλαμβάνονται το transaction banking, η διαχείριση διαθεσίμων (treasury), οι πληρωμές, το factoring, η επενδυτική τραπεζική, η συμβουλευτική και η πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη συνένωση των δυνατοτήτων της Alpha Bank και της AXIA, ώστε η χρηματοδότηση, η στρατηγική συμβουλευτική και η πρόσβαση στις αγορές να αποτελούν μέρος μιας ενιαίας πρότασης προς τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, η συνεργασία με τη UniCredit αναμένεται να λειτουργήσει ως επιταχυντής, προσφέροντας στις ελληνικές επιχειρήσεις πρόσβαση στο ευρωπαϊκό δίκτυο του ιταλικού ομίλου, διευκολύνοντας τις διασυνοριακές συναλλαγές και διευρύνοντας τις δυνατότητες χρηματοδότησης και επενδυτικής δραστηριότητας. Αντίστοιχα, θα διευκολύνει την εξυπηρέτηση διεθνών επιχειρήσεων που ενδιαφέρονται να επενδύσουν ή να δραστηριοποιηθούν στην Ελλάδα.
Η Τράπεζα θα δίνει παράλληλα μεγαλύτερη έμφαση στην επιλογή πελατών, κλάδων και συναλλαγών που εξασφαλίζουν ελκυστικές αποδόσεις προσαρμοσμένες στον κίνδυνο.
Wealth & Personal Banking: Η τράπεζα ως σύμβουλος της οικονομικής ζωής
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά τους ιδιώτες και την ανάπτυξη ενός μοντέλου που θα συνδυάζει την καθημερινή τραπεζική εξυπηρέτηση με την επενδυτική συμβουλευτική, την ασφάλιση, τη διαχείριση περιουσίας και το private banking, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.
Η Alpha Bank θέλει να αξιοποιήσει τη σταδιακή μετατόπιση των αποταμιευτών από τις απλές καταθέσεις προς τις επενδύσεις, προσφέροντας υπηρεσίες που θα καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες σε κάθε στάδιο της οικονομικής ζωής τους. Από τη διαχείριση των καθημερινών συναλλαγών και τη χρηματοδότηση έως τον επενδυτικό και συνταξιοδοτικό σχεδιασμό, την ασφαλιστική προστασία και τη διαχείριση περιουσίας.
Κεντρικός στόχος είναι η αύξηση της διείσδυσης των επενδυτικών και ασφαλιστικών προϊόντων, αλλά και η πρόσβαση περισσότερων πελατών σε πιστοποιημένες υπηρεσίες χρηματοοικονομικής συμβουλευτικής. Το ψηφιακό περιβάλλον θα συνδυάζεται με εξατομικευμένη υποστήριξη, ανάλογα με την πολυπλοκότητα των αναγκών κάθε πελάτη.
Με αυτόν τον τρόπο, η Τράπεζα επιδιώκει να ενισχύσει τα υπό διαχείριση κεφάλαια και να αυξήσει τα επαναλαμβανόμενα έσοδα από προμήθειες, περιορίζοντας σταδιακά την εξάρτησή της από τα παραδοσιακά έσοδα των χορηγήσεων.
Επένδυση 900 εκατ. ευρώ στην τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη
Τέσσερις παράγοντες θα υποστηρίξουν την υλοποίηση του σχεδίου: η συνεργασία με τη UniCredit, η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη, η αναβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού και η πειθαρχημένη κατανομή κεφαλαίων.
Ειδικά στον τομέα της τεχνολογίας, η Alpha Bank σχεδιάζει να επενδύσει περίπου 900 εκατ. ευρώ έως το 2030. Η στρατηγική περνά πλέον από την ανάπτυξη των τεχνολογικών υποδομών στην αξιοποίησή τους για την αύξηση των εσόδων και της παραγωγικότητας.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα ενσωματωθεί σε διαδικασίες προσέλκυσης πελατών, χρηματοοικονομικής συμβουλευτικής, αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και εξυπηρέτησης. Το σχετικό πρόγραμμα αποσκοπεί στη δημιουργία περίπου 100 εκατ. ευρώ επαναλαμβανόμενης ετήσιας αξίας έως το 2030, μέσω τόσο της αύξησης των εσόδων όσο και της βελτίωσης της λειτουργικής αποδοτικότητας.
Παράλληλα, οι νέες τεχνολογικές δυνατότητες αναμένεται να μειώσουν τον χρόνο διάθεσης νέων προϊόντων και υπηρεσιών στην αγορά κατά περισσότερο από 30%.
Στο ανθρώπινο δυναμικό, η φιλοσοφία One Bank προβλέπει τη συνεργασία των ομάδων εξυπηρέτησης, των εξειδικευμένων συμβούλων και των υποστηρικτικών λειτουργιών γύρω από τις ανάγκες κάθε πελάτη. Έως το 2030, το σύνολο των επιλέξιμων Relationship Managers θα πρέπει να διαθέτει πιστοποίηση Financial Advisor, ενώ η διατμηματική συνεργασία θα ενσωματωθεί στο 100% των scorecards των εργαζομένων που έρχονται σε επαφή με πελάτες. Στόχος είναι επίσης η αύξηση της παραγωγικότητας στις κεντρικές λειτουργίες κατά 10%-15%.
Κέρδη άνω των 1,4 δισ. ευρώ και απόδοση 16% έως το 2030
Σε χρηματοοικονομικό επίπεδο, το σχέδιο Alpha Accelerated θέτει ιδιαίτερα φιλόδοξους στόχους. Η Alpha Bank επιδιώκει να αυξήσει τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη μετά από φόρους σε περισσότερα από 1,4 δισ. ευρώ έως το 2030, απόδοση που θα στηριχθεί τόσο στην πιστωτική επέκταση όσο και στη μεγαλύτερη συνεισφορά των εσόδων από προμήθειες.
Τα προσαρμοσμένα κέρδη ανά μετοχή αναμένεται να αυξάνονται με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 12%, φθάνοντας στα 0,63 ευρώ το 2030 από περίπου 0,41 ευρώ το 2026, πριν από την επίδραση ενδεχόμενων επαναγορών ιδίων μετοχών. Αντίστοιχα, η προσαρμοσμένη απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) προβλέπεται να ανέλθει περίπου στο 16%, από 12% το 2026.
Τα καθαρά έσοδα από τόκους αναμένεται να διαμορφωθούν σε περίπου 2,3 δισ. ευρώ, με την ανάπτυξη να προέρχεται κυρίως από την αύξηση των χορηγήσεων και τη βελτίωση της σύνθεσης του ενεργητικού, χωρίς να προϋποτίθεται σημαντική άνοδος των επιτοκίων.
Η καθαρή πιστωτική επέκταση τοποθετείται περίπου στα 3 δισ. ευρώ ετησίως και θα χρηματοδοτείται κυρίως από καταθέσεις.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη διαφοροποίηση των εσόδων. Τα καθαρά έσοδα από προμήθειες αναμένεται να αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό περίπου 9%, φθάνοντας στα 850 εκατ. ευρώ το 2030 και αντιπροσωπεύοντας περίπου το 26% των συνολικών εσόδων του Ομίλου. Οι βασικοί μοχλοί ανάπτυξης θα είναι το asset management, οι εταιρικές πληρωμές, οι υπηρεσίες χρηματοδότησης επιχειρήσεων, το bancassurance και το investment banking.
Η αύξηση των εσόδων σε συνδυασμό με την αυτοματοποίηση και την ψηφιοποίηση αναμένεται να βελτιώσει τον δείκτη κόστους προς έσοδα στο 34% έως το 2030, από 39% το 2026. Οι λειτουργικές δαπάνες εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν σε περίπου 1,1 δισ. ευρώ, παρά τη συνέχιση των επενδύσεων στην τεχνολογία και το ανθρώπινο δυναμικό.
Ισχυρός ισολογισμός και σταδιακή απεξάρτηση από τα DTCs
Η ανάπτυξη θα συνοδεύεται από τη διατήρηση συντηρητικού προφίλ κινδύνου. Η Alpha Bank στοχεύει σε δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPE) περίπου 2% έως το 2030, ενώ το κόστος κινδύνου θα παραμείνει κάτω από τις 50 μονάδες βάσης σε όλη τη διάρκεια του σχεδίου, υποχωρώντας στις 45 μονάδες βάσης έως το τέλος της περιόδου.
Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) θα διατηρείται πάνω από το 160%, ενώ ο δείκτης CET1 θα διαμορφωθεί περίπου στο 13% το 2030, ακόμη και μετά τις διανομές και την κατανομή κεφαλαίων σε επενδύσεις.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο αφορά τη βελτίωση της ποιότητας των εποπτικών κεφαλαίων. Η Τράπεζα θέτει στόχο να περιορίσει τη συμμετοχή των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs) σε λιγότερο από 5% του CET1 έως το 2030, από περίπου 40% το 2026.
Για την περίοδο 2026-2030 προβλέπεται συνολική εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου ύψους 7,3 δισ. ευρώ. Η κατανομή του θα γίνεται με βάση την απόδοση και τον κίνδυνο κάθε δραστηριότητας, με προτεραιότητα στην οργανική ανάπτυξη, στις επενδύσεις υψηλής απόδοσης και στην ανταμοιβή των μετόχων.
Ενδεικτικό της φιλοδοξίας για αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των κεφαλαίων είναι ότι έως το 2030 περίπου το 95% των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA) εκτιμάται ότι θα κατανέμεται σε δραστηριότητες με απόδοση επί των εποπτικών κεφαλαίων κοινών μετοχών (RoCET1) άνω του 15%, ενώ ο συνολικός δείκτης RoCET1 αναμένεται να προσεγγίσει το 24%.
Η Alpha Bank αφήνει, τέλος, ανοιχτό το ενδεχόμενο επιλεκτικών εξαγορών συμπληρωματικού χαρακτήρα, εφόσον αυτές επιταχύνουν την υλοποίηση της στρατηγικής, ενισχύουν τις αποδόσεις και συμβάλλουν θετικά στα κέρδη ανά μετοχή μέσα σε δύο έως τρία χρόνια. Δεν προτίθεται, ωστόσο, να διατηρεί μόνιμο αποθεματικό για εξαγορές και συγχωνεύσεις. Κεφάλαια που δεν θα μπορούν να αξιοποιηθούν με τρόπο που δημιουργεί πρόσθετη αξία θα επιστρέφονται στους μετόχους.
Το στοίχημα της επόμενης πενταετίας είναι, επομένως, διπλό: η Alpha Bank να ενισχύσει τη θέση της στην ελληνική αγορά, διευρύνοντας το φάσμα των υπηρεσιών της, και ταυτόχρονα να μετατρέψει αυτή την εμπορική ανάπτυξη σε υψηλότερη κερδοφορία, ισχυρότερη κεφαλαιακή αποδοτικότητα και αυξανόμενες διανομές.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.