Η ευρωπαϊκή περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων ανακτά δυναμική, χωρίς να επαναλαμβάνει τις ισχυρές θετικές εκπλήξεις του δεύτερου τριμήνου, εκτιμά η Morgan Stanley, η οποία καταγράφει βελτίωση τόσο στις εταιρικές επιδόσεις έναντι των προσδοκιών όσο και στις προοπτικές αναθεώρησης της κερδοφορίας, αλλά παράλληλα διαπιστώνει αυστηρότερη στάση των επενδυτών απέναντι στις αστοχίες.
Στην τελευταία έκθεση του οίκου, μετά από τη δημοσίευση αποτελεσμάτων από εταιρείες που αντιστοιχούν περίπου στο 73% της χρηματιστηριακής κεφαλαιοποίησης, η εικόνα είναι αισθητά καλύτερη από την αρχική αποτίμηση του οίκου μία εβδομάδα νωρίτερα.
Ο σταθμισμένος δείκτης του ισοζυγίου θετικών και αρνητικών εκπλήξεων αυξήθηκε στο 25%, από 13%. Αντίστοιχα, ο δείκτης για την αναμενόμενη κατεύθυνση αναθεωρήσεων των κερδών ανά μετοχή στους επόμενους δώδεκα μήνες ενισχύθηκε στο 7%, από 4%.
Πρόκειται για δείκτες που αποτυπώνουν την υπεροχή των θετικών έναντι των αρνητικών εξελίξεων, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στις σημαντικές αποκλίσεις, ενώ δεν συνιστούν ποσοστά αύξησης της εταιρικής κερδοφορίας.
Η απόσταση από το δεύτερο τρίμηνο παραμένει μεγάλη, καθώς τότε οι αντίστοιχες ενδείξεις είχαν φτάσει στο 53% και στο 31%. Ωστόσο, οι αναλύσεις για τις εταιρείες που δεν έχουν ακόμη ανακοινώσει αποτελέσματα παραπέμπουν σε ήπια θετική συνέχεια.
Οι κλάδοι που οδηγούν και η αντίδραση της αγοράς
Τεχνολογικός εξοπλισμός, μεταφορές και επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας εμφανίζουν τον καλύτερο συνδυασμό υπέρβασης εκτιμήσεων και πιθανών αναβαθμίσεων κερδών. Αντιθέτως, πολυτελή αγαθά, αυτοκινητοβιομηχανίες και χημικά συγκεντρώνουν τις ασθενέστερες ενδείξεις.
Οι τράπεζες έχουν υποχωρήσει στο μέσο της κατάταξης, εξέλιξη που διαφοροποιείται από την πρωταγωνιστική θέση προηγούμενων περιόδων. Η τραπεζική ομάδα της Morgan Stanley αποδίδει την αλλαγή κυρίως στην προσαρμογή των αυξημένων προσδοκιών μετά το δεύτερο τρίμηνο, αντί σε διαρθρωτική επιδείνωση των τάσεων.
Στις 23 τράπεζες του δείγματος που έχουν ανακοινώσει αποτελέσματα, ο σταθμισμένος δείκτης θετικών εκπλήξεων διαμορφώνεται στο 8%, ενώ εκείνος για τις πιθανές ανοδικές αναθεωρήσεις κερδών περιορίζεται στο 4%.
Την ίδια στιγμή, η αγορά επιβραβεύει λιγότερο τις υπερβάσεις και τιμωρεί περισσότερο τις αστοχίες. Οι μέτριες θετικές εκπλήξεις συνοδεύονται από μέση σχετική άνοδο 1,2% την πρώτη ημέρα, έναντι πτώσης 2,4% στις μέτριες αρνητικές αποκλίσεις. Για τις σημαντικές εκπλήξεις, τα αντίστοιχα μεγέθη είναι άνοδος 3,2% και πτώση 7,8%.
Η ασυμμετρία υποδηλώνει ότι η επιβεβαίωση των προσδοκιών παραμένει κρίσιμη, ακόμη και όταν το συνολικό περιβάλλον κερδοφορίας βελτιώνεται.
Για το 2026, οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις προβλέπουν αύξηση κερδών ανά μετοχή 21,6% στην Ευρώπη, ή 15,6% χωρίς την ενέργεια. Τράπεζες, δραστηριότητες συνδεδεμένες με την τεχνητή νοημοσύνη και κλάδοι ευαίσθητοι στον πληθωρισμό έχουν συμβάλει στη βελτίωση των προβλέψεων.
Η διαφοροποίηση των ελληνικών τραπεζών
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν ισχυρότερη δυναμική αναθεωρήσεων από τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο. Στην έκθεση εμφανίζονται με κλαδική στάση «overweight», δηλαδή σύσταση αυξημένης έκθεσης.
Στον δείκτη ισοζυγίου ανοδικών και καθοδικών αναθεωρήσεων των προβλεπόμενων κερδών για τους επόμενους δώδεκα μήνες, με παράθυρο παρατήρησης 45 ημερών, οι ελληνικές τράπεζες καταλαμβάνουν την τέταρτη θέση. Προηγούνται οι ημιαγωγοί, ο τεχνολογικός εξοπλισμός και η ενέργεια.
Η θέση αυτή δείχνει ευρεία επικράτηση των αναβαθμίσεων έναντι των υποβαθμίσεων. Οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται υψηλότερα από τις μεταφορές και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, αλλά και αισθητά πάνω από τις ευρωπαϊκές τράπεζες συνολικά.
Στον ξεχωριστό δείκτη που μετρά το μέγεθος της μεταβολής των εκτιμήσεων, κατατάσσονται όγδοες, με ανοδική αναθεώρηση περίπου 3%, με την επίδοσή τους να υπερβαίνει επίσης εκείνη του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου.
Οι δύο μετρήσεις είναι σημαντικές με την πρώτη να αφορά την έκταση της θετικής τάσης μεταξύ των αναθεωρήσεων, ενώ η δεύτερη αφορά το ύψος της μεταβολής των προβλεπόμενων κερδών.
Σχολίασε εδώ
Για να σχολιάσεις, χρησιμοποίησε ένα ψευδώνυμο.