Δείτε περισσότερα άρθρα μας στα αποτελέσματα αναζήτησης

Add Newmoney.gr on Google

Ένα νέο πλέγμα κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ελλάδα, από τις γεωπολιτικές εντάσεις και την άνοδο των διεθνών τιμών της ενέργειας μέχρι το ενδεχόμενο απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές και την ταχεία ανάπτυξη των προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, αναδεικνύει η νέα Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος.

Η προειδοποίηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία τα θεμελιώδη μεγέθη του ελληνικού τραπεζικού συστήματος εξακολουθούν να κινούνται σε θετική τροχιά, με τις τράπεζες να εμφανίζουν αυξημένη κερδοφορία και να διατηρούν ικανοποιητικά επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας. Ωστόσο, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι οι διεθνείς αβεβαιότητες, σε συνδυασμό με τις προκλήσεις που δημιουργεί η τεχνολογική μετάβαση, απαιτούν συνεχή επαγρύπνηση και περαιτέρω ενίσχυση της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι πιθανές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης γεωπολιτικής κρίσης, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών της ενέργειας, να εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις και να επιβαρύνει τις οικονομικές συνθήκες για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Ένα τέτοιο περιβάλλον θα μπορούσε να επηρεάσει την ικανότητα εξυπηρέτησης των δανειακών υποχρεώσεων, να αυξήσει τον πιστωτικό κίνδυνο για τις τράπεζες και να περιορίσει τη δυναμική της χρηματοδότησης της οικονομίας.

Παράλληλα, η πιθανότητα απότομης ανατιμολόγησης των περιουσιακών στοιχείων στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων συνιστά έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας. Μια απότομη διόρθωση στις αποτιμήσεις μετοχών και ομολόγων θα μπορούσε να προκαλέσει απώλειες στα χαρτοφυλάκια των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, να ενισχύσει τη μεταβλητότητα και να δυσχεράνει τις συνθήκες χρηματοδότησης.

Στις νέες απειλές η Τράπεζα της Ελλάδος εντάσσει και την ταχεία ανάπτυξη των προηγμένων μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες για την αυτοματοποίηση διαδικασιών και τη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, αλλά ταυτόχρονα εισάγουν νέους κινδύνους. Η αξιοποίησή τους από τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις απαιτεί κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου, διαχείρισης κινδύνων και εποπτείας, ώστε η τεχνολογική καινοτομία να μην εξελιχθεί σε πηγή συστημικών αδυναμιών.

Κέρδη 2,6 δισ. ευρώ με ώθηση από τόκους και προμήθειες

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικοί τραπεζικοί όμιλοι διατήρησαν την ανοδική τους πορεία το πρώτο εξάμηνο του 2026. Τα κέρδη μετά από φόρους και διακοπτόμενες δραστηριότητες ανήλθαν σε 2,6 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2025.

Καθοριστική ήταν η συμβολή των εσόδων από τις κύριες τραπεζικές εργασίες, δηλαδή των καθαρών εσόδων από τόκους και προμήθειες, τα οποία ενισχύθηκαν κατά 8,3% σε ετήσια βάση. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη δυνατότητα των τραπεζών να διατηρούν ισχυρή παραγωγή εσόδων από την παραδοσιακή τους δραστηριότητα, σε ένα περιβάλλον όπου η πιστωτική επέκταση και η διεύρυνση των εργασιών τους παραμένουν κρίσιμοι παράγοντες για την επίτευξη των επιχειρησιακών τους στόχων.

Αντίβαρο στην αύξηση των βασικών εσόδων αποτέλεσαν η υποχώρηση των εσόδων από χρηματοοικονομικές πράξεις και η άνοδος των λειτουργικών δαπανών. Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει τη σημασία της συγκράτησης του κόστους και της διατήρησης της οργανικής κερδοφορίας, ιδίως σε μια περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες καλούνται να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό και να ανταποκριθούν σε αυξημένες εποπτικές απαιτήσεις.

Υποχώρηση κεφαλαιακών δεικτών, οριακή αύξηση των κόκκινων δανείων

Η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζικών ομίλων παρέμεινε σε ικανοποιητικά επίπεδα, αν και οι βασικοί δείκτες παρουσίασαν υποχώρηση σε σχέση με το τέλος του 2025.

Ειδικότερα, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1), ο οποίος αποτυπώνει την ποιότητα των βασικών εποπτικών κεφαλαίων μιας τράπεζας, διαμορφώθηκε σε 14,8% τον Ιούνιο του 2026, από 15,4% τον Δεκέμβριο του 2025. Αντίστοιχα, ο συνολικός δείκτης κεφαλαίου υποχώρησε στο 19,6%, έναντι 19,8% στο τέλος του προηγούμενου έτους.

Παράλληλα, η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου εμφάνισε οριακή επιδείνωση. Ο λόγος των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) προς το σύνολο των δανείων, σε ατομική βάση, αυξήθηκε στο 3,4% τον Ιούνιο του 2026 από 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.

Οι μεταβολές αυτές δεν αναιρούν τη βελτίωση που έχει συντελεστεί τα προηγούμενα χρόνια, αλλά υπογραμμίζουν ότι η διατήρηση της ποιότητας του ενεργητικού και η επάρκεια των κεφαλαιακών αποθεμάτων παραμένουν κρίσιμες προϋποθέσεις για τη θωράκιση των τραπεζών απέναντι σε ενδεχόμενες διαταραχές.

Η ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι τράπεζες καλούνται να συνεχίσουν να χρηματοδοτούν τις επενδύσεις και την οικονομική δραστηριότητα, χωρίς να υπονομεύουν την ποιότητα των χαρτοφυλακίων τους. Μια επιδείνωση του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο τη ζήτηση για νέα δάνεια όσο και την πιστοληπτική ικανότητα επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Στο μικροσκόπιο η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία και η τεχνητή νοημοσύνη

Η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η οποία δημοσιεύεται δύο φορές τον χρόνο από τη Διεύθυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος, περιλαμβάνει και δύο ειδικά θέματα με επίκεντρο τις αλλαγές στο εποπτικό πλαίσιο.

Το πρώτο αφορά την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, η οποία δημοσιεύθηκε στις 17 Ιουλίου 2026. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι προκλήσεις που δημιουργεί το υφιστάμενο κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο για τα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και οι βασικές κατευθύνσεις πολιτικής που εξετάζονται για την αντιμετώπισή τους. Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών τραπεζών, χωρίς να αποδυναμώνονται οι δικλίδες ασφαλείας που διαμορφώθηκαν μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση.

Το δεύτερο ειδικό θέμα εστιάζει στο πλαίσιο εποπτείας της τεχνητής νοημοσύνης στην Ελλάδα. Η ανάλυση αναδεικνύει τη συμπληρωματική λειτουργία δύο πυλώνων: αφενός του ευρωπαϊκού Κανονισμού για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act), ο οποίος θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες για τη χρήση της τεχνολογίας, και αφετέρου του υφιστάμενου πλαισίου προληπτικής εποπτείας, το οποίο εμπλουτίζεται με εξειδικευμένες εποπτικές προσδοκίες για τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης από τις χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.

Το μήνυμα της Τράπεζας της Ελλάδος είναι ότι η ισχυρή χρηματοοικονομική θέση των τραπεζών αποτελεί αναγκαία βάση για τη στήριξη της οικονομίας, δεν εξαλείφει όμως τους κινδύνους που απορρέουν από τις διεθνείς εξελίξεις και τις τεχνολογικές αλλαγές. Η διατήρηση της ανθεκτικότητας, η συνετή διαχείριση των κινδύνων και οι επενδύσεις στον ψηφιακό μετασχηματισμό θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την ικανότητα του τραπεζικού συστήματος να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις.