Τράπεζες

«Τσίμπησαν» τα κόκκινα δάνεια το α’ τρίμηνο του 2021 – «Βραχνάς» το DTC

  • Αγγελική Βελεσιώτη


Στο 30,3% ο δείκτης NPEs στο τέλος Μαρτίου του 2021, σχεδόν δωδεκαπλάσιος του αντίστοιχου μεγέθους για τις τράπεζες της ΕΕ - Η συνεχιζόμενη πανδημία, καθώς και η άρση των μέτρων στήριξης, αναμένεται να επιδεινώσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών και να οδηγήσει σε νέα ΜΕΔ εκτιμά η ΤτΕ

«Κόκκινα» δάνεια, ύψους 47,3 δισ. ευρώ, εμφάνισε το α’ τρίμηνο του 2021 το εγχώριο χρηματοπιστωτικό σύστημα, με το στοκ να αυξάνεται οριακά έναντι του τέλους του 2020, γεγονός που, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), θα έπρεπε να θέσει σε συναγερμό τα επιτελεία των «4», όσον αφορά στην επάρκεια των προβλέψεων.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για τη Νομισματική Πολιτική 2020 – 2021, μετά την υποχώρηση που εμφάνισε το υπόλοιπο των «κόκκινων» δανείων πέρυσι, κυρίως λόγω των πωλήσεων, στο πλαίσιο αξιοποίησης του προγράμματος παροχής κρατικής εγγύησης σε τιτλοποιήσεις δανείων πιστωτικών ιδρυμάτων, γνωστού με την ονομασία «Ηρακλής», οριακή αύξηση παρατηρήθηκε το α’ τρίμηνο του 2021. «Το υπόλοιπο των μη εξυπηρετούμενων δανείων στο τέλος Μαρτίου του 2021 ανήλθε σε 47,3 δισ. ευρώ – έναντι 47,2 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2020 – το οποίο κατανέμεται κατά περίπου 58% σε επιχειρηματικά δάνεια, 28% περίπου σε στεγαστικά και το υπόλοιπο σε καταναλωτικά δάνεια. Επίσης, το ήμισυ σχεδόν του υπολοίπου των ΜΕΔ αφορά σε δανειακές συμβάσεις που έχουν ήδη καταγγελθεί από τις τράπεζες, ακολουθούμενο από τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης (‘unlikely to pay’) και τα δάνεια σε καθυστέρηση μεγαλύτερη των 90 ημερών, τα οποία δεν έχουν ακόμη καταγγελθεί», τονίζει χαρακτηριστικά και προσθέτει: «Σημαντικό ποσοστό των ΜΕΔ (το 1/3 περίπου κατ’ αξία) συνδέεται με κάποιου είδους ρύθμιση, ενώ συνολικά σε καθεστώς ρύθμισης υπάγεται περίπου το 1/6 του συνολικού υπολοίπου των δανείων, εξυπηρετούμενων και μη».

Παράλληλα, υψηλό ποσοστό των δανείων που είχαν τεθεί σε καθεστώς ρύθμισης εμφάνισε και πάλι καθυστέρηση και μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις η εξέλιξη αυτή παρατηρείται σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά την εφαρμογή της ρύθμισης. Όσον αφορά στους βασικούς δείκτες ποιότητας των ΜΕΔ, ο λόγος προς το σύνολο των δανείων παρέμεινε υψηλός (30,3%) στο τέλος Μαρτίου του 2021, σχεδόν δωδεκαπλάσιος του αντίστοιχου μεγέθους για τις τράπεζες που εποπτεύονται από τον Ενιαίο Εποπτικό Μηχανισμό στη ζώνη του ευρώ. Συγκριτικά καλύτερη επίδοση καταγράφει ο δείκτης ΜΕΔ για το επιχειρηματικό χαρτοφυλάκιο έναντι των αντίστοιχων μεγεθών για το στεγαστικό και το καταναλωτικό χαρτοφυλάκιο. Όσον αφορά στην κλαδική ανάλυση, ο δείκτης ΜΕΔ των τριών κλάδων με το υψηλότερο υπόλοιπο δανείων, δηλαδή του εμπορίου, της μεταποίησης και των κατασκευών, ανήλθε σε περίπου 32,7%, 26,5% και 36,4% αντίστοιχα. Στους συναφείς με τον τουρισμό κλάδους, όπως των καταλυμάτων και της εστίασης, ο αντίστοιχος λόγος ΜΕΔ ανήλθε σε περίπου 20,6% και 50,5% αντίστοιχα.

«Η συνεχιζόμενη πανδημία, καθώς και η άρση των μέτρων στήριξης, αναμένεται να επιδεινώσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση ορισμένων επιχειρήσεων και νοικοκυριών που έχουν πληγεί από την πανδημία και να οδηγήσει σε νέα ΜΕΔ. Συνεπώς, οι τράπεζες οφείλουν να επανεξετάσουν την επάρκεια των προβλέψεών τους για τον πιστωτικό κίνδυνο και ειδικότερα την ικανότητα αποπληρωμής δανείων από δανειολήπτες που επλήγησαν από την πανδημία, δεδομένου ότι τα κρατικά μέτρα στήριξης αλλοιώνουν την πραγματική εικόνα», σημειώνει η εποπτική αρχή.

Παράλληλα, όμως, οι τράπεζες, κυρίως οι συστημικές, στοχεύουν σε πιο επιθετικές πολιτικές μείωσης των ΜΕΔ. Ως αποτέλεσμα, εκτιμάται ότι ο δείκτης ΜΕΔ θα μπορούσε να μειωθεί σε μονοψήφιο ποσοστό σε επίπεδο τραπεζικού συστήματος μέχρι το τέλος του 2022, αν και ορισμένες τράπεζες, ιδίως μη συστημικές, δεν φαίνεται να ακολουθούν τη γενικότερη δυναμική μείωσης των ΜΕΔ. Επιπλέον, την 1η Ιουνίου 2021 τέθηκαν σε εφαρμογή οι διατάξεις του νέου πτωχευτικού κώδικα. Η εξέλιξη αυτή θα συμβάλει στη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών.

Το DTC

Στο ζήτημα της αναβαλλόμενης φορολογικής απαίτησης έναντι του Ελληνικού Δημοσίου (DTC) που σήμερα αντιστοιχεί περίπου στο 65%, κατά μέσο όρο, των κεφαλαίων CET1 των τραπεζών εστιάζει για ακόμη μία φορά η ΤτΕ, σημειώνοντας πως χρήζει αντιμετώπισης.

«Ιδίως εάν ληφθεί υπόψη ότι το ποσοστό που αντιπροσωπεύει η αναβαλλόμενη φορολογική απαίτηση στα συνολικά κεφάλαια των τραπεζών εκτιμάται ότι θα αυξηθεί, στο πλαίσιο της παρούσας στρατηγικής για τη μείωση των ΜΕΔ», προσθέτει, τονίζοντας πως τόσο ο Δείκτης Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών (Common Equity Tier 1 – CET1), όσο και ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας σε ενοποιημένη βάση, υποχώρησαν ελαφρώς το α’ τρίμηνο του 2021 σε σύγκριση με το 2020, αλλά παρέμειναν σε ικανοποιητικό επίπεδο (13,6% και 15,6% αντίστοιχα στο τέλος Μαρτίου του 2021). «Ωστόσο, υπολείπονται του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η υποχώρηση οφείλεται στο γεγονός ότι η μείωση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού. Ενσωματώνοντας την πλήρη επίδραση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 (ΔΠΧΑ 9), ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε σε 11,8% και ο Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας σε 13,8%. Επίσης, σχετικά αδύναμα είναι τα μεγέθη κεφαλαιακής επάρκειας ορισμένων μη συστημικών τραπεζών», καταλήγει.

Διαβάστε ακόμα: 

Ανάπτυξη μόνο με πλήρη άρση των περιοριστικών μέτρων

33χρονος έγινε εκατομμυριούχος επενδύοντας στο dogecoin και έχασε $167.000 σε μια μέρα – Γιατί αρνείται να πουλήσει

e-ΕΦΚΑ: Αναλυτικά οι 50 ηλεκτρονικές υπηρεσίες για τον πολίτη